Υπάρχουν γεγονότα που δεν σβήνουν με το πέρασμα του χρόνου. Δεν παραμένουν ζωντανά μόνο στις σελίδες της ιστορίας, αλλά κυρίως στη συλλογική μνήμη των ανθρώπων που τα βίωσαν και των απογόνων τους. Για τον Ελληνισμό της Βορείου Ηπείρου, η Σφαγή της Γλύνας, στις 2 Αυγούστου 1943, αποτελεί μία από τις πιο τραγικές και λιγότερο γνωστές σελίδες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ογδόντα δύο χρόνια μετά, το αίτημα για ιστορική αναγνώριση και δικαίωση παραμένει επίκαιρο.
Η Δευτέρα που βάφτηκε με αίμα
Το πρωί της 2ας Αυγούστου 1943, ένοπλη ομάδα υπό τον Νέτζιο Μπεϊλέρι εισέβαλε στη Γλύνα της Δρόπολης.
Οι άνδρες του χωριού συγκεντρώθηκαν βίαια, χωρίς να τους αποδοθεί οποιαδήποτε κατηγορία. Δεν ήταν στρατιώτες ούτε συμμετείχαν σε πολεμικές επιχειρήσεις. Ήταν νέοι, πατέρες οικογενειών, γεωργοί και κτηνοτρόφοι.
Είκοσι οκτώ από αυτούς, ηλικίας μόλις 15 έως 55 ετών, οδηγήθηκαν σε χαράδρα κοντά στη Νεπράβιστα και εκτελέστηκαν.
Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που διασώθηκαν, ορισμένοι υπέστησαν φρικτά βασανιστήρια, ενώ κάποιοι θανατώθηκαν ακόμη και με λιθοβολισμό, στοιχείο που καταδεικνύει την ακραία βαρβαρότητα του εγκλήματος.
Οι υπεύθυνοι της σφαγής
Οι δράστες ανήκαν στο αλβανικό εθνικιστικό Μπαλι Κομπετάρ, οργάνωση που κατά τη διάρκεια του πολέμου συνεργάστηκε με τις κατοχικές δυνάμεις της φασιστικής Ιταλίας και αργότερα της ναζιστικής Γερμανίας.
Η επιχείρηση δεν είχε στρατιωτικό χαρακτήρα. Στόχος της ήταν η τρομοκράτηση του ελληνικού πληθυσμού της περιοχής και η επιβολή του φόβου.
Μετά τις εκτελέσεις ακολούθησαν λεηλασίες, καθώς αφαιρέθηκαν χρήματα, κοσμήματα και προσωπικά αντικείμενα των θυμάτων.
Τα ονόματα των Νέτζιο Μπεϊλέρι, Κιανί Ντάσο, Τζαφέρ Μπεκίρι, Χαμπέ Χύσα και Φεχμί Κούλα συνδέθηκαν οριστικά με το έγκλημα που σημάδεψε τη Δρόπολη.
Ένα έγκλημα χωρίς δικαιοσύνη
Η Σφαγή της Γλύνας δεν συνοδεύτηκε ποτέ από ουσιαστική δικαστική διερεύνηση.
Οι κατοχικές αρχές δεν προχώρησαν σε έρευνα, ενώ η τοπική χωροφυλακή παρέμεινε αδρανής. Κανείς από τους βασικούς υπευθύνους δεν λογοδότησε για τις πράξεις του.
Μετά την απελευθέρωση, αρκετοί συνεργάτες των κατοχικών δυνάμεων οδηγήθηκαν ενώπιον της δικαιοσύνης. Ωστόσο, ο Νέτζιο Μπεϊλέρι δεν εμφανίστηκε ποτέ σε δικαστήριο. Σύμφωνα με ανακοίνωση του 1945, σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια αεροπορικού βομβαρδισμού ενώ επιχειρούσε να διαφύγει προς τη Γερμανία.
Έτσι, οι οικογένειες των θυμάτων έμειναν χωρίς απαντήσεις και χωρίς την ηθική δικαίωση που ανέμεναν.
Η πρώτη μεγάλη σφαγή στις ελληνικές κοινότητες της Βορείου Ηπείρου
Η Σφαγή της Γλύνας θεωρείται από πολλούς ερευνητές και τοπικούς ιστοριογράφους το πρώτο μαζικό έγκλημα τέτοιας έκτασης εις βάρος των Ελλήνων στη Βόρειο Ήπειρο κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Παρά τη σημασία της, δεν κατέλαβε ποτέ τη θέση που της αναλογεί στη δημόσια ιστορική συζήτηση.
Η ιστορία διατηρήθηκε κυρίως μέσα από τις αφηγήσεις των επιζώντων, τα οικογενειακά αρχεία και την προφορική παράδοση της Δρόπολης, που κράτησε ζωντανή τη μνήμη όταν η επίσημη ιστοριογραφία παρέμενε σιωπηλή.
Γιατί η Γλύνα αφορά όλους
Η τραγωδία της Γλύνας δεν αποτελεί μόνο υπόθεση της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας
Ανήκει στην ευρωπαϊκή ιστορία των αμάχων που έγιναν θύματα του πολέμου, του φασισμού, του ακραίου εθνικισμού και της πολιτικής βίας.
Η διατήρηση της ιστορικής μνήμης δεν έχει χαρακτήρα εκδίκησης. Αντιθέτως, αποτελεί προϋπόθεση συμφιλίωσης, ιστορικής γνώσης και δημοκρατικής συνείδησης.
Το χρέος της ιστορικής μνήμης
Σήμερα, 83 χρόνια μετά, η ανάγκη για επίσημη ιστορική αναγνώριση της Σφαγής της Γλύνας παραμένει ανοιχτή.
Η συστηματική επιστημονική έρευνα, η ένταξη του γεγονότος στην ιστοριογραφία και η ανάδειξή του στη δημόσια μνήμη αποτελούν πράξεις σεβασμού απέναντι στους 28 αδικοχαμένους κατοίκους του χωριού.
Γιατί η λήθη δεν θεραπεύει τις πληγές της ιστορίας. Τις βαθαίνει.
Η μνήμη δεν σβήνει
Κάθε χρόνο, στις αρχές Αυγούστου, η Γλύνα γίνεται τόπος προσκυνήματος.
Οι καμπάνες του χωριού ηχούν για τους 27 αθώους ανθρώπους που έχασαν τη ζωή τους όχι σε πεδίο μάχης, αλλά ως θύματα της βίας και του φανατισμού.
Ο χρόνος πέρασε.
Οι γενιές άλλαξαν.
Όμως η ευθύνη της διατήρησης της ιστορικής μνήμης παραμένει.
Γιατί οι λαοί που θυμούνται την ιστορία τους μπορούν να προστατεύσουν καλύτερα το μέλλον τους.
Αιωνία η μνήμη των μαρτύρων της Γλύνας.
Ογδόντα δύο χρόνια μετά, το αίτημα για ιστορική αναγνώριση και δικαίωση παραμένει επίκαιρο.
Η Δευτέρα που βάφτηκε με αίμα
Το πρωί της 2ας Αυγούστου 1943, ένοπλη ομάδα υπό τον Νέτζιο Μπεϊλέρι εισέβαλε στη Γλύνα της Δρόπολης.
Οι άνδρες του χωριού συγκεντρώθηκαν βίαια, χωρίς να τους αποδοθεί οποιαδήποτε κατηγορία. Δεν ήταν στρατιώτες ούτε συμμετείχαν σε πολεμικές επιχειρήσεις. Ήταν νέοι, πατέρες οικογενειών, γεωργοί και κτηνοτρόφοι.
Είκοσι οκτώ από αυτούς, ηλικίας μόλις 15 έως 55 ετών, οδηγήθηκαν σε χαράδρα κοντά στη Νεπράβιστα και εκτελέστηκαν.
Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που διασώθηκαν, ορισμένοι υπέστησαν φρικτά βασανιστήρια, ενώ κάποιοι θανατώθηκαν ακόμη και με λιθοβολισμό, στοιχείο που καταδεικνύει την ακραία βαρβαρότητα του εγκλήματος.
Οι υπεύθυνοι της σφαγής
Οι δράστες ανήκαν στο αλβανικό εθνικιστικό Μπαλι Κομπετάρ, οργάνωση που κατά τη διάρκεια του πολέμου συνεργάστηκε με τις κατοχικές δυνάμεις της φασιστικής Ιταλίας και αργότερα της ναζιστικής Γερμανίας.
Η επιχείρηση δεν είχε στρατιωτικό χαρακτήρα. Στόχος της ήταν η τρομοκράτηση του ελληνικού πληθυσμού της περιοχής και η επιβολή του φόβου.
Μετά τις εκτελέσεις ακολούθησαν λεηλασίες, καθώς αφαιρέθηκαν χρήματα, κοσμήματα και προσωπικά αντικείμενα των θυμάτων.
Τα ονόματα των Νέτζιο Μπεϊλέρι, Κιανί Ντάσο, Τζαφέρ Μπεκίρι, Χαμπέ Χύσα και Φεχμί Κούλα συνδέθηκαν οριστικά με το έγκλημα που σημάδεψε τη Δρόπολη.
Ένα έγκλημα χωρίς δικαιοσύνη
Η Σφαγή της Γλύνας δεν συνοδεύτηκε ποτέ από ουσιαστική δικαστική διερεύνηση.
Οι κατοχικές αρχές δεν προχώρησαν σε έρευνα, ενώ η τοπική χωροφυλακή παρέμεινε αδρανής. Κανείς από τους βασικούς υπευθύνους δεν λογοδότησε για τις πράξεις του.
Μετά την απελευθέρωση, αρκετοί συνεργάτες των κατοχικών δυνάμεων οδηγήθηκαν ενώπιον της δικαιοσύνης. Ωστόσο, ο Νέτζιο Μπεϊλέρι δεν εμφανίστηκε ποτέ σε δικαστήριο. Σύμφωνα με ανακοίνωση του 1945, σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια αεροπορικού βομβαρδισμού ενώ επιχειρούσε να διαφύγει προς τη Γερμανία.
Έτσι, οι οικογένειες των θυμάτων έμειναν χωρίς απαντήσεις και χωρίς την ηθική δικαίωση που ανέμεναν.
Η πρώτη μεγάλη σφαγή στις ελληνικές κοινότητες της Βορείου Ηπείρου
Η Σφαγή της Γλύνας θεωρείται από πολλούς ερευνητές και τοπικούς ιστοριογράφους το πρώτο μαζικό έγκλημα τέτοιας έκτασης εις βάρος των Ελλήνων στη Βόρειο Ήπειρο κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Παρά τη σημασία της, δεν κατέλαβε ποτέ τη θέση που της αναλογεί στη δημόσια ιστορική συζήτηση.
Η ιστορία διατηρήθηκε κυρίως μέσα από τις αφηγήσεις των επιζώντων, τα οικογενειακά αρχεία και την προφορική παράδοση της Δρόπολης, που κράτησε ζωντανή τη μνήμη όταν η επίσημη ιστοριογραφία παρέμενε σιωπηλή.
Γιατί η Γλύνα αφορά όλους
Η τραγωδία της Γλύνας δεν αποτελεί μόνο υπόθεση της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας
Ανήκει στην ευρωπαϊκή ιστορία των αμάχων που έγιναν θύματα του πολέμου, του φασισμού, του ακραίου εθνικισμού και της πολιτικής βίας.
Η διατήρηση της ιστορικής μνήμης δεν έχει χαρακτήρα εκδίκησης. Αντιθέτως, αποτελεί προϋπόθεση συμφιλίωσης, ιστορικής γνώσης και δημοκρατικής συνείδησης.
Το χρέος της ιστορικής μνήμης
Σήμερα, 83 χρόνια μετά, η ανάγκη για επίσημη ιστορική αναγνώριση της Σφαγής της Γλύνας παραμένει ανοιχτή.
Η συστηματική επιστημονική έρευνα, η ένταξη του γεγονότος στην ιστοριογραφία και η ανάδειξή του στη δημόσια μνήμη αποτελούν πράξεις σεβασμού απέναντι στους 28 αδικοχαμένους κατοίκους του χωριού.
Γιατί η λήθη δεν θεραπεύει τις πληγές της ιστορίας. Τις βαθαίνει.
Η μνήμη δεν σβήνει
Κάθε χρόνο, στις αρχές Αυγούστου, η Γλύνα γίνεται τόπος προσκυνήματος.
Οι καμπάνες του χωριού ηχούν για τους 27 αθώους ανθρώπους που έχασαν τη ζωή τους όχι σε πεδίο μάχης, αλλά ως θύματα της βίας και του φανατισμού.
Ο χρόνος πέρασε.
Οι γενιές άλλαξαν.
Όμως η ευθύνη της διατήρησης της ιστορικής μνήμης παραμένει.
Γιατί οι λαοί που θυμούνται την ιστορία τους μπορούν να προστατεύσουν καλύτερα το μέλλον τους.
Αιωνία η μνήμη των μαρτύρων της Γλύνας.

Αναφέρετ ότι-"Οι κατοχικές αρχές δεν προχώρησαν σε έρευνα, ενώ η τοπική χωροφυλακή παρέμεινε αδρανής. Κανείς από τους βασικούς υπευθύνους δεν λογοδότησε για τις πράξεις του" -και σας ερωτω: -Από πού προκύπτει ότι οι βασικοί υπεύθυνοι του εγκλήματος που ήταν, ο Νέτζιο Μπέης και ο Φεμί Κούλας, δεν λογοδότησαν; Έχετε ιστορικά στοιχεία που να το αποδεικνύουν; Όταν γράφουμε ιστορία, οφείλουμε να στηριζόμαστε σε τεκμήρια και όχι σε υποθέσεις..
ΑπάντησηΔιαγραφήΑν γνωρίζεις διαφορετικά γιατί δεν το λές ?
Διαγραφή