Άρτα Αυλώνας και Σβέρνιτσα που έγιναν σημαία στην «Επανάσταση των Φλαμίνγκο»: Ένας αγώνας για το περιβάλλον, τη γη, τις περιουσίες και η αμφισβήτηση της ταυτότητας μιας ιστορικής ελληνικής κοινότητας

Συνέντευξη με την Παναγιώτα Σέββα-Αγκόλη

Η αποκαλούμενη «Επανάσταση των Φλαμίνγκο» δεν γεννήθηκε στα πολιτικά γραφεία των Τιράνων ούτε οργανώθηκε από κάποιο κέντρο του εξωτερικού. Ξεκίνησε από την Σβέρνιτσα και τα παράλια στην Λιμνοθάλασσα της Άρτας Αυλώνας, όταν έγινε αντιληπτό ότι ένα τουριστικό επενδυτικό σχέδιο τεράστιας κλίμακας αμφισβητεί τα περιουσιακά τους δικαιώματα στη γη και μπορεί να αλλάξει οριστικά το φυσικό περιβάλλον και τη ζωή τους.
Το ζήτημα δεν αφορά μόνο το περιβάλλον, αλλά και τις πατρογονικές περιουσίες των κατοίκων. Πολλές οικογένειες διαθέτουν γη στην περιοχή, ακόμη και αν σήμερα ζουν μόνιμα στην Ελλάδα.
Στην πορεία, όμως, η συζήτηση μετατοπίστηκε. Αντί να δοθούν απαντήσεις για την επένδυση, τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις και τις ιδιοκτησίες, επιχειρήθηκε να παρουσιαστούν οι αντιδράσεις ως προϊόν ξένων συμφερόντων. Παράλληλα, προέκυψε και η αμφισβήτηση της ελληνικής ταυτότητας της Άρτας.

Γιατί η Άρτα βρέθηκε στο επίκεντρο μιας συζήτησης περί εθνικής ταυτότητας;

Επειδή, όταν μια κυβέρνηση δυσκολεύεται να απαντήσει στην ουσία μιας κοινωνικής διαμαρτυρίας, είναι συχνά πιο εύκολο να μεταφέρει τη συζήτηση σε ένα πεδίο εθνικής καχυποψίας.
Αντί, λοιπόν, να συζητηθούν με διαφάνεια οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις, η προστασία της λιμνοθάλασσας, το ιδιοκτησιακό καθεστώς και η συμμετοχή των κατοίκων στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, το ενδιαφέρον μεταφέρθηκε στην ελληνική γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε σε ορισμένα καλέσματα και στην ιστορική ταυτότητα της Άρτας.
Έτσι, ένα περιβαλλοντικό και δημοκρατικό αίτημα επιχειρήθηκε να μετατραπεί σε εθνικό ζήτημα.

Τι δήλωσε ο βουλευτής Taulant Balla στην Αλβανική Βουλή;

Ο Taulant Balla, πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας, δήλωσε από το βήμα της Αλβανικής Βουλής ότι «η Άρτα είναι αυτόχθονη Αλβανική γη».
Αναγνώρισε ότι κάποτε στην περιοχή οι κάτοικοι μιλούσαν ελληνική διάλεκτο και ότι υπήρχε σύνδεση των κατοίκων με την ελληνική μειονότητα, αλλά αρνήθηκε ότι η Άρτα μπορεί πλέον να θεωρείται τόπος Ελληνικής μειονοτικής παρουσίας.
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση γεννά ένα αυτονόητο ερώτημα: Ποιος αμφισβήτησε τα σημερινά σύνορα ή την κρατική κυριαρχία της Αλβανίας, ώστε να απαιτείται μια τέτοια διακήρυξη μέσα στο Κοινοβούλιο;

Αμφισβητεί κανείς ότι η Άρτα βρίσκεται στην Αλβανική επικράτεια;

Όχι! Η Άρτα Αυλώνας βρίσκεται στην επικράτεια της σημερινής Αλβανίας και κανείς από τους κατοίκους που υπερασπίζονται το περιβάλλον, τις περιουσίες και την πολιτισμική τους ταυτότητα δεν αμφισβητεί αυτό το δεδομένο.
Άλλο, όμως, η κρατική κυριαρχία και άλλο η ιστορική, γλωσσική και πολιτισμική ταυτότητα μιας κοινότητας.
Η αναγνώριση της ελληνικότητας της Άρτας δεν αποτελεί εδαφική διεκδίκηση. Αποτελεί αναγνώριση της ιστορίας των ανθρώπων της, της γλώσσας που μιλούν, της ορθόδοξης παράδοσής τους, των εθίμων, των οικογενειακών δεσμών, των κοινοτικών μνημών και της συνείδησης που διατήρησαν επί γενιές.
Η Άρτα μπορεί να ανήκει διοικητικά και κρατικά στην Αλβανία, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί μια ιστορική εθνική ελληνική κοινότητα. Οι δύο αυτές πραγματικότητες δεν αλληλοαναιρούνται.

Γιατί, λοιπόν, η δήλωση του Balla θεωρήθηκε προβληματική;

Επειδή δεν περιορίστηκε στην υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας της Αλβανίας, την οποία, άλλωστε, δεν είχε αμφισβητήσει κανείς. Η δήλωση χρησιμοποιήθηκε ουσιαστικά για να αμφισβητηθεί η εθνική ελληνική ταυτότητα της κοινότητας.
Όταν ένας πολιτικός απαντά σε μια περιβαλλοντική διαμαρτυρία με δηλώσεις περί «Αλβανικής γης», μεταφέρει τεχνητά τη συζήτηση από το πραγματικό πρόβλημα σε μια αντιπαράθεση ταυτοτήτων.
Αυτή η πολιτική τακτική είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη. Αντί να ενώνει τους πολίτες γύρω από τον σεβασμό του περιβάλλοντος και των δημοκρατικών διαδικασιών, δημιουργεί υποψίες απέναντι σε μια κοινότητα λόγω της γλώσσας και της πολιτισμικής της ταυτότητας.

Γιατί η γλώσσα των ανακοινώσεων προκάλεσε αντιδράσεις;

Επειδή καλέσματα για τις κινητοποιήσεις δημοσιεύθηκαν στα ελληνικά. Το γεγονός αυτό χρησιμοποιήθηκε για να καλλιεργηθεί η εντύπωση ότι πίσω από τις διαμαρτυρίες βρίσκονται ξένα ή ελληνικά συμφέροντα.
Όμως, για τους κατοίκους και απογόνους κατοίκων της Άρτας και Σβέρνιτσας, τα ελληνικά δεν είναι «ξένη γλώσσα». Είναι η γλώσσα επικοινωνίας των οικογενειών τους, των παππούδων και των γιαγιάδων τους, της εκκλησιαστικής και κοινοτικής τους ζωής.
Η χρήση της ελληνικής γλώσσας δεν αποτελεί απειλή για την Αλβανία. Η αντιμετώπισή της ως ύποπτης αποκαλύπτει, αντιθέτως, πόσο δύσκολα γίνεται ακόμη αποδεκτή η πολυγλωσσική και πολυπολιτισμική πραγματικότητα της χώρας.

Υπήρχε παράλληλα και μία δημόσια τοποθέτηση του Παναγιώτη Μπάρκα, ενός γνωστού μέλους της Ελληνικής μειονότητας, που προκάλεσε ιδιαίτερη απορία διότι επέλεξε επίσης να θέσει υπό αμφισβήτηση την ελληνικότητα της Άρτας αλλά και της Σβέρνιτσας.
Η συγκεκριμένη παρέμβαση είναι δύσκολο να ερμηνευθεί, ιδιαίτερα όταν προέρχεται από έναν άνθρωπο που γνωρίζει τη σημασία της γλώσσας, της ιστορικής συνέχειας και της πολιτισμικής αυτοσυνειδησίας για την ταυτότητα μιας κοινότητας.
Για ποιον λόγο χρειάζεται να αμφισβητηθεί η ελληνικότητα της Άρτας από ένα μέλος της Ελληνικής μειονότητας; Ποιον εξυπηρετεί η αποδόμηση της ιστορικής μνήμης ενός τόπου από έναν τέτοιο παράγοντα; Και γιατί, σε μία στιγμή που έπρεπε να στραφεί εναντίων των όσων συνέβαιναν, επέλεξε την άρνηση της ταυτότητας μιας ελληνικής κοινότητας όπως η Άρτα και η Σβέρνιτσα;
Η τοποθέτησή του μοιάζει περισσότερο με μια πολιτικά φθηνή επίθεση εναντίον της Άρτας παρά με τεκμηριωμένη συμβολή στον δημόσιο διάλογο.

Πιστεύετε ότι έχει επισκεφθεί ποτέ πραγματικά την Άρτα και την Σβέρνιτσα;

Αυτό είναι ένα ερώτημα που ανακύπτει αναπόφευκτα.
Γιατί, εάν κάποιος επισκεφθεί την Άρτα και την Σβέρνιτσα και συνομιλήσει πραγματικά με τους κατοίκους της, θα αντιληφθεί ότι η ταυτότητα του τόπου δεν αποτελεί μια πρόσφατη πολιτική κατασκευή. Είναι παρούσα στη γλώσσα, στις εκκλησίες, στα κοιμητήρια, στα οικογενειακά ονόματα, στις παραδόσεις, στα έθιμα και στις αφηγήσεις των κατοίκων, ειδικά των ανθρώπων της τρίτης ηλικίας δύσκολα γνωρίζουν άλλη γλώσσα εκτός της ελληνικής.
Ακόμη και σήμερα, που η πλειονότητα των κατοίκων έχει μετοικήσει στην Ελλάδα, τα στοιχεία του Ελληνισμού παραμένουν εκεί. Δεν έχουν εξαφανιστεί επειδή μειώθηκε ο μόνιμος πληθυσμός ούτε επειδή η νεότερη γενιά ζει στην Ελλάδα.
Η Άρτα εξακολουθεί να περιμένει όποιον επιθυμεί να τη γνωρίσει χωρίς προκαταλήψεις!

Η μετανάστευση αποδυνάμωσε την ελληνική ταυτότητα της κοινότητας;

Η μαζική μετανάστευση προς την Ελλάδα ασφαλώς άλλαξε τη δημογραφική εικόνα του χωριού. Σπίτια έκλεισαν, οικογένειες εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην άλλη πλευρά των συνόρων και η καθημερινή ζωή περιορίστηκε.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η ιστορική ταυτότητα έπαψε να υπάρχει. Οι άνθρωποι που έφυγαν δεν έπαψαν να είναι Αρτινοί. Επιστρέφουν στα σπίτια τους, φροντίζουν τις περιουσίες και τους οικογενειακούς τάφους, συμμετέχουν στα πανηγύρια και μεταφέρουν την καταγωγή και τις μνήμες τους στα παιδιά τους.
Μια κοινότητα δεν παύει να υπάρχει επειδή ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της μετανάστευσε. Ούτε μπορεί η πληθυσμιακή της αποδυνάμωση να χρησιμοποιείται ως ευκαιρία για τη διαγραφή της ιστορίας της.

Τι διακυβεύεται τελικά στην Άρτα και στη Σβέρνιτσα;

Διακυβεύονται ταυτόχρονα τρία θεμελιώδη ζητήματα.
Πρώτον, η προστασία ενός μοναδικού οικοσυστήματος από μια επένδυση που θα μεταβάλει οριστικά τον χαρακτήρα της περιοχής.
Δεύτερον, το δικαίωμα των κατοίκων να συμμετέχουν ουσιαστικά στις αποφάσεις που αφορούν τη γη και το μέλλον τους.
Τρίτον, το δικαίωμα μιας ιστορικής κοινότητας να αυτοπροσδιορίζεται και να διατηρεί τη γλώσσα, τη μνήμη και την πολιτισμική της ταυτότητα.

Η περιβαλλοντική προστασία, η δημοκρατία και τα μειονοτικά δικαιώματα δεν είναι τρεις διαφορετικές υποθέσεις. Στην Άρτα και στη Σβέρνιτσα συναντώνται στην ίδια διεκδίκηση, να μην αποφασίζουν άλλοι για τους κατοίκους χωρίς τους κατοίκους.

Ποια πρέπει να είναι η απάντηση των Αρτινών;

Η απάντηση πρέπει να είναι δυναμική, δημόσια και τεκμηριωμένη.
Δεν χρειάζονται κραυγές ούτε αμφισβήτηση συνόρων. Χρειάζεται γνώση της ιστορίας, καταγραφή της προφορικής μνήμης, προστασία της ελληνικής διαλέκτου, ανάδειξη των εκκλησιών και των εθίμων, συγκέντρωση ιστορικών τεκμηρίων και ενεργή παρουσία των νεότερων γενεών.
Απέναντι σε κάθε προσπάθεια αμφισβήτησης θα βρίσκονται οι ίδιοι οι Αρτινοί, οι απόγονοί τους και όλοι όσοι πιστεύουν ότι η Ευρωπαϊκή προοπτική της Αλβανίας προϋποθέτει σεβασμό στις τοπικές κοινωνίες, στο περιβάλλον και στις πολιτισμικές ταυτότητες.
Δεν πρόκειται να δεχθούμε τη διαγραφή της ιστορίας μας. Όχι επειδή στρεφόμαστε εναντίον του Αλβανικού λαού, αλλά επειδή κανένας λαός και καμία κοινότητα δεν μπορεί να οικοδομήσει το μέλλον της αρνούμενη τη μνήμη της.
Η Άρτα και η Σβέρνιτσα βρίσκονται στην Αλβανία. Αλλά η ελληνική γλώσσα, η παράδοση και η συνείδηση των ανθρώπων της αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ιστορίας τους.
Και αυτή η ιστορία δεν μπορεί να ακυρωθεί ούτε από το βήμα της Βουλής ούτε μέσα από μία δημόσια ανάρτηση.
Η Άρτα έχει μνήμη. Έχει ταυτότητα. Και, κυρίως, έχει ανθρώπους αποφασισμένους να την υπερασπιστούν.

Video: SAVE NARTA
 © @joshua.d.lim
Φωτογραφίες: από αναρτήσεις του Balla στο Instagram 


Διαβάστε ακόμη

Σχόλια