Κύπρος 1974: Η Προδοσία, η Θυσία και το Ανεξίτηλο «Δεν Ξεχνώ»

Τα χαράματα της 14ης Αυγούστου 1974, παρά την εκεχειρία που είχε συμφωνηθεί στη Γενεύη, η Τουρκία εξαπέλυσε τη δεύτερη φάση της εισβολής στην Κύπρο, γνωστή ως “Αττίλας 2”. Παραβιάζοντας κάθε έννοια διεθνούς νομιμότητας, τουρκικά αεροπλάνα βομβάρδισαν την Αμμόχωστο, ενώ οι χερσαίες δυνάμεις εξαπέλυσαν γενικευμένη επίθεση. Η επίθεση αυτή σημειώθηκε τη στιγμή που σε διπλωματικό επίπεδο βρισκόταν σε εξέλιξη η Διάσκεψη της Γενεύης, με στόχο την κατάπαυση του πυρός.
Επικεφαλής της ελληνικής διπλωματικής αποστολής ήταν ο αντιπρόεδρος και υπουργός Εξωτερικών Γεώργιος Μαύρος, εκπροσωπώντας την κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Το ίδιο πρωί, στην Αθήνα, συγκλήθηκε Πολεμικό Συμβούλιο υπό τον πρωθυπουργό, με τη συμμετοχή της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Ο Καραμανλής εισηγήθηκε τη συγκρότηση νηοπομπής και την αποστολή μεραρχίας στην Κύπρο, πρόταση που απορρίφθηκε από τους αρχηγούς των Επιτελείων, οι οποίοι έθεσαν όρους που καθιστούσαν την επιχείρηση ανέφικτη.

Απογοητευμένος από τη στάση των Αμερικανών και του ΝΑΤΟ, ο πρωθυπουργός αποφάσισε την αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος της Συμμαχίας, ως πράξη πολιτικής διαμαρτυρίας και εθνικής αξιοπρέπειας.
Μετά την πρώτη εισβολή της 20ής Ιουλίου (“Αττίλας 1”), η Τουρκία είχε ήδη καταλάβει περίπου το 8% του κυπριακού εδάφους. Ωστόσο, στο διάστημα της εκεχειρίας, προετοίμαζε τη δεύτερη επίθεση, μεταφέροντας στρατεύματα, άρματα μάχης και πολεμοφόδια. Η ισχυρή τουρκική αεροπορία, χωρίς αντίπαλο στον κυπριακό ουρανό, εξασφάλισε συντριπτικό πλεονέκτημα, αφού η Ελλάδα δεν διέθετε επιχειρησιακή αεροπορική κάλυψη για το νησί, παρά τα προβλεπόμενα από τα σχέδια του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας.

Μέχρι το απόγευμα της 16ης Αυγούστου, οι τουρκικές δυνάμεις είχαν καταλάβει το 37% του νησιού. Σε λιγότερο από τρεις ημέρες ολοκληρώθηκε η κατάληψη της οροσειράς του Πενταδακτύλου, της πεδιάδας της Μεσαορίας, της Μόρφου, της Καρπασίας και της Αμμοχώστου. Η Κύπρος είχε ακρωτηριαστεί: 200.000 Ελληνοκύπριοι ξεριζώθηκαν από τα σπίτια τους και έγιναν πρόσφυγες στη δική τους πατρίδα.
Ο πόλεμος της Κύπρου, που διήρκεσε από τις 20 Ιουλίου έως τα μέσα Αυγούστου του 1974, αποτέλεσε βαριά στρατιωτική ήττα για τον Ελληνισμό. Παρά τις διαβουλεύσεις για εκεχειρία, οι εχθροπραξίες συνεχίστηκαν και κατέληξαν στην κατοχή σχεδόν του μισού νησιού. Η τραγωδία αυτή συνδέεται με την προδοσία της χούντας των Αθηνών, την αμερικανονατοϊκή ανοχή και τον τουρκικό επεκτατισμό.

Η κυπριακή καταστροφή είναι η «μαύρη σελίδα» της Μεταπολίτευσης και του Ελληνισμού. Πίσω από τη στρατιωτική ήττα υπήρξε βαθιά πολιτική και ηθική κατάρρευση. Οι πραξικοπηματίες της 21ης Απριλίου, που με το εγκληματικό πραξικόπημα κατά του Μακαρίου άνοιξαν τον δρόμο για την τουρκική εισβολή, ουδέποτε λογοδότησαν. Ούτε ο Ιωαννίδης, ούτε οι πραιτοριανοί του, ούτε η κυβέρνηση Γκιζίκη – Ανδρουτσόπουλου στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων. Όπως δεν πολέμησαν και οι στρατιωτικοί αρχηγοί Μπονάνος, Αραπάκης, Παπανικολάου και Παπανικολάου, που υποστήριζαν ότι «άλλο Κύπρος κι άλλο Ελλάς».
Οι αξιωματικοί που οργάνωσαν το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου – ο Γεωργίτσης, ο Κομπόκης, ο Γιαννακόδημος, ο Παπαγιάννης και ο Λαμπρινός – όχι μόνο δεν πολέμησαν, αλλά ευθύνονται και για αδελφοκτόνες συγκρούσεις μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Ελλαδιτών στο τριήμερο 15-18 Ιουλίου, με δεκάδες νεκρούς. Κανείς από αυτούς δεν τιμωρήθηκε για εσχάτη προδοσία. Κανείς δεν ανέλαβε την ηθική ευθύνη της ήττας.

Ωστόσο, στην άλλη πλευρά, υπήρξαν οι Έλληνες και Ελληνοκύπριοι στρατιώτες που πολέμησαν και έπεσαν με τιμή. Ανάμεσά τους ο Ταξίαρχος Κωνσταντίνος Κατούντας, ο Αντισυνταγματάρχης Παύλος Κουρούπης, ο Λοχαγός Κατσάνης, ο Ταγματάρχης Σταυριανάκος, ο Λοχαγός Καλμπουρτζής, ο Ανθυπολοχαγός Ζαχαρέας και πολλοί άλλοι. Πολέμησαν με ηρωισμό εναντίον ενός υπέρτερου εχθρού, υπερασπιζόμενοι την τιμή της Ελλάδας και της Κύπρου.
Μαζί τους, δεκάδες αξιωματικοί της ΕΛΔΥΚ και στρατιώτες θητείας αντιστάθηκαν στον εισβολέα στα οχυρά του στρατοπέδου της Λακατάμιας και της Μιας Μηλιάς, πολεμώντας μέχρις εσχάτων. Οι περισσότεροι έπεσαν ηρωικά, άλλοι συνελήφθησαν και αγνοούνται έως σήμερα. Οι 1.619 αγνοούμενοι του πολέμου αποτελούν το πιο δραματικό σύμβολο της κυπριακής τραγωδίας. Τα οστά πολλών από αυτούς εντοπίζονται ακόμη σε ομαδικούς τάφους, θυμίζοντας τη φρίκη και τη σιωπή που ακολούθησε.

Για δεκαετίες, το ελληνικό κράτος απέφευγε να αναγνωρίσει επίσημα τη θυσία αυτών των ανθρώπων ως πεσόντων «εν πολέμω». Χρειάστηκαν χρόνια για να τιμηθούν όπως τους άξιζε — όχι μόνο ως ήρωες, αλλά και ως σύμβολα αξιοπρέπειας απέναντι στην προδοσία και τον κυνισμό της πολιτικής ηγεσίας.
Η τουρκική κατοχή που επιβλήθηκε το 1974 παραμένει έως σήμερα ανοιχτή πληγή στον κορμό του Ελληνισμού. Ο κυπριακός Ελληνισμός, με παρουσία άνω των τριών χιλιετιών στο νησί, συνεχίζει να αντιστέκεται στον εκτουρκισμό και τη λήθη. Η άμυνα και η αντίσταση δεν αποτελούν μόνο πράξη στρατιωτική, αλλά χρέος πολιτισμού και ιστορικής συνέχειας.

Η τραγωδία της Κύπρου παραμένει ένα μάθημα εθνικής αυτογνωσίας. Αποδεικνύει πως οι προδοσίες, οι αυταπάτες και η υποτέλεια οδηγούν σε συμφορές. Δείχνει επίσης ότι, ακόμα και στις πιο σκοτεινές ώρες, υπάρχουν Έλληνες που τιμούν τον όρκο τους και υπερασπίζονται την πατρίδα «μέχρι της τελευταίας ρανίδος του αίματός τους».
Σήμερα, το “Δεν Ξεχνώ” δεν είναι απλώς σύνθημα. Είναι υπόσχεση προς την Ιστορία, προς τους νεκρούς και τους αγνοούμενους, πως η μνήμη τους θα παραμείνει ζωντανή και ότι η ελευθερία της Κύπρου θα παραμείνει εθνικός στόχος.

Ο Ευριπίδης έγραφε: «Όλβιος όστις ιστορίας έσχε μάθησιν». Η γνώση της ιστορίας είναι όρος επιβίωσης των εθνών. Μόνο αν μελετήσουμε με ειλικρίνεια το παρελθόν, με ευθύνη και σεβασμό, μπορούμε να αποφύγουμε μια νέα εθνική καταστροφή.
Η Κύπρος δεν είναι μακριά. Είναι κομμάτι της ψυχής του Ελληνισμού. Και το χρέος όλων μας είναι να κρατήσουμε όρθιο τον Ελληνισμό, αλώβητη την πατρίδα και άσβεστη τη μνήμη όσων πολέμησαν και έπεσαν το καλοκαίρι του 1974.

Δεν Ξεχνώ.

Διαβάστε ακόμη

Σχόλια