Από τον Μαρξ στον Χότζα: Η ιδεολογία του αθεϊσμού και η εξάλειψη της θρησκείας στην Αλβανία

Η ιστορία της κομμουνιστικής Αλβανίας δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς την εξέταση της σχέσης του καθεστώτος με τη θρησκεία. Η απαγόρευση της πίστης, το κλείσιμο των ναών, η δίωξη κληρικών και η μετατροπή της Αλβανίας σε κράτος που διακήρυξε επίσημα τον αθεϊσμό δεν υπήρξαν ένα απομονωμένο φαινόμενο ούτε μια ξαφνική απόφαση του Ενβέρ Χότζα.
Οι ρίζες της πολιτικής αυτής βρίσκονται βαθύτερα, στην ίδια την ιδεολογική παράδοση πάνω στην οποία οικοδομήθηκε το κομμουνιστικό κίνημα. Η ιδρυτική διακήρυξη του Κομμουνιστικού Κόμματος της Αλβανίας δήλωνε ότι η πολιτική του στηριζόταν στις θεωρίες των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν και Στάλιν. Στην πορεία, καθώς η Αλβανία απομακρυνόταν διαδοχικά από τη Σοβιετική Ένωση και στη συνέχεια από την Κίνα, ο ίδιος ο Χότζα επιδίωξε να προσδώσει στον εαυτό του θέση μέσα σε αυτή την ιδεολογική παράδοση.
Η αντιπαράθεση με τη θρησκεία, επομένως, δεν ήταν απλώς πολιτική επιλογή. Ήταν συνδεδεμένη με μια συγκεκριμένη αντίληψη για τον άνθρωπο, την κοινωνία, την ιστορία και την εξουσία.

Η θρησκεία μέσα από τα μάτια του Μαρξ
Για τον Καρλ Μαρξ, η κριτική της θρησκείας αποτελούσε βασικό τμήμα της γενικότερης κριτικής της κοινωνίας. Η θρησκεία, σύμφωνα με τη μαρξιστική προσέγγιση που παρουσιάζεται στο υπό εξέταση υλικό, δεν αντιμετωπίζεται ως ανεξάρτητη πραγματικότητα αλλά ως προϊόν συγκεκριμένων κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών.
Ο άνθρωπος, μέσα σε έναν κόσμο δυστυχίας και κοινωνικής ανισότητας, δημιουργεί έναν φαντασιακό κόσμο στον οποίο μεταφέρει ιδιότητες και προσδοκίες που δεν βρίσκει στην πραγματική ζωή. Η θρησκευτική πίστη συνδέεται έτσι με την αλλοτρίωση: ο άνθρωπος προβάλλει έξω από τον εαυτό του εκείνο που ο ίδιος θα ήθελε να διαθέτει.
Η γνωστή μαρξική διατύπωση για τη θρησκεία ως «όπιο του λαού» εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη συλλογιστική. Η θρησκεία παρουσιάζεται ως «αναστεναγμός του καταπιεσμένου πλάσματος», αλλά ταυτόχρονα ως στοιχείο που μπορεί να λειτουργήσει ως παρηγοριά μέσα σε έναν κόσμο κοινωνικής αθλιότητας.
Η μαρξιστική θεωρία δεν περιορίζεται, επομένως, στην άρνηση της ύπαρξης του Θεού. Συνδέει την εμφάνιση και τη διατήρηση της θρησκευτικής συνείδησης με τις υλικές συνθήκες της κοινωνίας. Εφόσον αυτές οι συνθήκες αλλάξουν, υποστηρίζει η θεωρία, θα εξαφανιστούν σταδιακά και οι κοινωνικές ανάγκες που τροφοδοτούν την πίστη.
Ο αθεϊσμός αποκτά έτσι πολιτική και κοινωνική διάσταση. Η κατάργηση των συνθηκών που παράγουν την αλλοτρίωση θεωρείται προϋπόθεση για την πλήρη αυτοπραγμάτωση του ανθρώπου.

Ο Ένγκελς και η «φαντασιακή αντανάκλαση»
Στο ίδιο θεωρητικό πλαίσιο κινείται ο Φρίντριχ Ένγκελς. Η θρησκεία περιγράφεται ως μια μορφή «φαντασιακής αντανάκλασης» των δυνάμεων που κυριαρχούν πάνω στην καθημερινή ζωή του ανθρώπου. Οι πραγματικές, γήινες δυνάμεις μετατρέπονται στη συνείδηση των ανθρώπων σε υπερφυσικές δυνάμεις. Η λύση, σύμφωνα με τη θεωρία, δεν είναι απλώς να απαγορευτεί η πίστη. Είναι να αλλάξουν οι κοινωνικές συνθήκες που την παράγουν.
Ο Ένγκελς θεωρεί ότι όταν η κοινωνία αποκτήσει τον έλεγχο των μέσων παραγωγής και ο άνθρωπος πάψει να αντιμετωπίζει τις κοινωνικές δυνάμεις ως ξένες και ανεξέλεγκτες, τότε θα εκλείψει και η ανάγκη της θρησκευτικής αντανάκλασης. Αυτή η θεωρητική θέση έχει ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση της μεταγενέστερης κομμουνιστικής πολιτικής. Η θρησκεία δεν αντιμετωπίζεται ως απλώς διαφορετική κοσμοθεωρία. Θεωρείται μέρος ενός κοινωνικού συστήματος που πρέπει να ξεπεραστεί.

Ο Λένιν περνά από τη θεωρία στην πολιτική
Με τον Βλαντίμιρ Λένιν η αντιθρησκευτική θεωρία αποκτά σαφέστερη πολιτική μορφή. Ο Λένιν αντιμετώπιζε τη θρησκεία ως μορφή πνευματικής καταπίεσης των λαϊκών μαζών και ως παράγοντα που μπορούσε να λειτουργήσει υπέρ των εκμεταλλευτριών τάξεων. Στο υλικό παρουσιάζεται χαρακτηριστικά η θέση του ότι ο μαρξισμός, ως υλιστική θεωρία, είναι «ασταμάτητα εχθρικός με τη θρησκεία». Για τον Λένιν, η θρησκευτική πίστη συνδεόταν με την κοινωνική αδυναμία και την ανασφάλεια. Ο άνθρωπος που βιώνει τη φτώχεια, την εκμετάλλευση και την αβεβαιότητα αναζητά παρηγοριά σε μια καλύτερη ζωή μετά τον θάνατο. Η θρησκεία, επομένως, ερμηνεύεται ως αποτέλεσμα πραγματικών κοινωνικών προβλημάτων. Ο Λένιν εντόπιζε τη σύγχρονη «ρίζα» της θρησκείας στον φόβο που δημιουργούν οι απρόβλεπτες και ανεξέλεγκτες δυνάμεις της καπιταλιστικής κοινωνίας.
Ωστόσο, εδώ εμφανίζεται μια κρίσιμη διαφοροποίηση. Ο Λένιν δεν θεωρούσε ότι η άμεση απαγόρευση της θρησκείας αποτελούσε τον αποτελεσματικότερο τρόπο αντιμετώπισής της.
Η θέση του ήταν ότι η θρησκεία έπρεπε να αποκοπεί από το κράτος και να μετατραπεί σε ιδιωτική υπόθεση του πολίτη. Το κράτος δεν θα έπρεπε να συνδέεται με καμία θρησκεία, ενώ οι πολίτες θα έπρεπε να έχουν το δικαίωμα είτε να πιστεύουν είτε να είναι άθεοι. Παράλληλα, όμως, το κόμμα διατηρούσε το δικαίωμα να διεξάγει ιδεολογική και αντιθρησκευτική προπαγάνδα.
Η διάκριση αυτή είναι σημαντική: άλλο η θεωρητική θέση περί διαχωρισμού κράτους και Εκκλησίας και άλλο η κομματική δράση για την εξάλειψη της θρησκευτικής συνείδησης.

Η Οκτωβριανή Επανάσταση και η πρώτη σοσιαλιστική εξουσία
Η επικράτηση των Μπολσεβίκων το 1917 έφερε για πρώτη φορά στην εξουσία ένα κόμμα που επιδίωκε να εφαρμόσει στην πράξη ένα πρόγραμμα βασισμένο στον μαρξισμό.
Το νέο καθεστώς προχώρησε στον διαχωρισμό κράτους και Εκκλησίας και περιόρισε δραστικά τη δυνατότητα των θρησκευτικών οργανώσεων να παρεμβαίνουν στη δημόσια ζωή. Το Σύνταγμα του 1918 αναγνώρισε, σύμφωνα με το υλικό, τη θρησκευτική και αντιθρησκευτική προπαγάνδα, ενώ παράλληλα οι εκκλησιαστικοί οργανισμοί απομακρύνθηκαν από την κρατική χρηματοδότηση και την εκπαίδευση.
Η πραγματικότητα όμως της επαναστατικής περιόδου ήταν πολύ σκληρότερη από το θεωρητικό σχήμα της θρησκευτικής ελευθερίας. Ο εμφύλιος πόλεμος που ακολούθησε την επανάσταση έφερε στο στόχαστρο και κληρικούς, ιδιαίτερα εκείνους που συνδέθηκαν με την αντίπαλη πλευρά ή με την παλαιά τάξη πραγμάτων.

Από τον Λένιν στον Στάλιν
Μετά την εξασθένηση του Λένιν και τον θάνατό του, το σοβιετικό σύστημα πέρασε υπό την κυριαρχία του Ιωσήφ Στάλιν. Η πολιτική απέναντι στη θρησκεία σκλήρυνε σημαντικά. Το καθεστώς δεν περιορίστηκε στην απομάκρυνση της Εκκλησίας από το κράτος. Δημιούργησε μηχανισμούς οργανωμένης αντιθρησκευτικής προπαγάνδας. Το 1923 ιδρύθηκαν οι εφημερίδες Bezhbozhnik («Ο Χωρίς Θεό») και Bezhbozhnik u stanka («Χωρίς Θεό στο εργοστάσιο»), ενώ το 1925 δημιουργήθηκε ο «Σύνδεσμος των Μαχόμενων Άθεων», υπό τον Γ. Γιαροσλάβσκι.
Η δεκαετία του 1930 σηματοδότησε νέα κλιμάκωση. Με τον νόμο περί «Θρησκευτικών Οργανώσεων» του 1929 περιορίστηκε δραστικά ο κοινωνικός ρόλος των θρησκευτικών κοινοτήτων. Έρανοι, σωματεία, ιατρεία και βιβλιοθήκες απαγορεύτηκαν, ενώ η θρησκευτική δραστηριότητα περιορίστηκε στους χώρους που αναγνωρίζονταν από το καθεστώς.
Ο Στάλιν, παράλληλα, διατηρούσε τη διατύπωση περί θρησκευτικής ελευθερίας ως ατομικού δικαιώματος. Την ίδια στιγμή όμως το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν θεωρούσε τον εαυτό του ουδέτερο απέναντι στη θρησκεία. Η αντιθρησκευτική προπαγάνδα θεωρούνταν αναγκαίο εργαλείο για τον περιορισμό της επιρροής του κλήρου. Έτσι διαμορφώθηκε ένα χαρακτηριστικό σοβιετικό παράδοξο: η τυπική αναγνώριση της θρησκευτικής ελευθερίας μπορούσε να συνυπάρχει με μια οργανωμένη κρατική και κομματική εκστρατεία κατά της θρησκευτικής πίστης.

Ο πόλεμος αλλάζει προσωρινά τα δεδομένα
Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος επέφερε μια σημαντική μεταβολή. Η σοβιετική ηγεσία, αντιμέτωπη με τη γερμανική εισβολή, χαλάρωσε σε κάποιο βαθμό την αντιθρησκευτική εκστρατεία. Η Εκκλησία αξιοποιήθηκε στην προσπάθεια κινητοποίησης του πληθυσμού και στην ενίσχυση της άμυνας της χώρας. Κατά τη διάρκεια του πολέμου επανεξετάστηκαν ορισμένα μέτρα και σε συγκεκριμένες περιπτώσεις επιστράφηκαν θρησκευτικά κτίρια. Η αλλαγή αυτή δεν σήμαινε εγκατάλειψη της κομμουνιστικής ιδεολογίας. Αντίθετα, η θρησκεία εντάχθηκε περισσότερο σε έναν μηχανισμό ελεγχόμενο από το κράτος. Μετά τον πόλεμο, σύμφωνα με την ανάλυση του αρχικού κειμένου, η Εκκλησία βρέθηκε σε μεγάλο βαθμό ενταγμένη στις κρατικές επιδιώξεις και χρησιμοποιήθηκε και για τις διπλωματικές ανάγκες της σοβιετικής ηγεσίας.

Η σοβιετική επιρροή στην Αλβανία
Σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο πρέπει να τοποθετηθεί και η πορεία της Αλβανίας. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο Ενβέρ Χότζα εγκαθίδρυσε ένα κομμουνιστικό καθεστώς το οποίο, κατά την πρώτη περίοδο, βρέθηκε στενά συνδεδεμένο με τη Σοβιετική Ένωση.
Η σοβιετική εμπειρία αποτέλεσε σημαντικό πρότυπο. Η απομάκρυνση της θρησκείας από τη δημόσια ζωή, ο περιορισμός της Εκκλησίας και η αντιθρησκευτική προπαγάνδα ήταν ήδη στοιχεία ενός ευρύτερου κομμουνιστικού μοντέλου. Ωστόσο, η αλβανική πορεία θα εξελισσόταν τελικά σε κάτι ακόμη πιο ριζικό.
Η ρήξη του Χότζα αρχικά με τη Γιουγκοσλαβία και αργότερα με τη Σοβιετική Ένωση και την Κίνα οδήγησε την Αλβανία σε μια πορεία ολοένα μεγαλύτερης ιδεολογικής απομόνωσης. Το καθεστώς δεν αρκέστηκε στην αντιθρησκευτική πολιτική που είχε εφαρμοστεί αλλού. Επιδίωξε να οικοδομήσει μια κοινωνία στην οποία η θρησκεία θα έπαυε να υπάρχει ως κοινωνικός και τελικά ως ατομικός θεσμός.

Το πέρασμα από την αντιθρησκευτική πολιτική στην κατάργηση της θρησκείας
Η διαφορά της αλβανικής περίπτωσης βρίσκεται ακριβώς σε αυτό το σημείο. Στη Σοβιετική Ένωση, ακόμη και στις σκληρότερες περιόδους, το καθεστώς δεν προχώρησε μέχρι την πλήρη συνταγματική απαγόρευση κάθε θρησκευτικής πίστης. Η πολιτική μπορούσε να μεταβάλλεται ανάλογα με τις ανάγκες του κράτους. Στην Αλβανία, αντίθετα, ο Χότζα επιδίωξε σταδιακά την πλήρη εξάλειψη της θρησκείας από την κοινωνική ζωή.
Το 1967 αποτέλεσε το αποφασιστικό σημείο καμπής. Η λεγόμενη Πολιτιστική και Ιδεολογική Επανάσταση πήρε πλέον ανοιχτά αντιθρησκευτικό χαρακτήρα. Οι ναοί και τα τεμένη έκλεισαν ή άλλαξαν χρήση, η οργανωμένη θρησκευτική ζωή διαλύθηκε και οι κληρικοί βρέθηκαν αντιμέτωποι με διώξεις. Η διαδικασία αυτή δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την ιδεολογική εξέλιξη του ίδιου του καθεστώτος. Όσο περισσότερο η Αλβανία απομακρυνόταν από τους πρώην συμμάχους της, τόσο περισσότερο ο Χότζα παρουσίαζε το δικό του μοντέλο ως την αυθεντική και συνεπή εφαρμογή του μαρξισμού-λενινισμού. Η θρησκεία αποτελούσε πλέον όχι μόνο ιδεολογικό αντίπαλο αλλά και ανεξάρτητο θεσμό, με δική του ιστορική μνήμη, κοινωνική επιρροή και δεσμούς με την οικογένεια και την τοπική κοινότητα. Για ένα καθεστώς που επιδίωκε ολοκληρωτικό έλεγχο της κοινωνίας, η ανεξάρτητη θρησκευτική ταυτότητα αποτελούσε ανταγωνιστικό κέντρο νοήματος και κοινωνικής αναφοράς.

Η ιδεολογία ως εργαλείο κοινωνικής αναμόρφωσης
Η αντιθρησκευτική πολιτική του Χότζα πρέπει επομένως να εξεταστεί μέσα στο ευρύτερο σχέδιο κοινωνικής αναμόρφωσης της Αλβανίας. Ο κομμουνισμός δεν επιδίωκε απλώς να αλλάξει την οικονομική οργάνωση της χώρας. Επιδίωκε τη δημιουργία ενός νέου τύπου ανθρώπου, απαλλαγμένου από τις παλιές κοινωνικές, πολιτιστικές και θρησκευτικές αναφορές.
Η οικογένεια, η εκπαίδευση, η εργασία, η ιστορική μνήμη και η θρησκευτική παράδοση εντάχθηκαν σε ένα ενιαίο ιδεολογικό πλαίσιο. Η θρησκεία αποτελούσε ιδιαίτερο εμπόδιο, επειδή προσέφερε μια πηγή αξιών και νοήματος έξω από το κόμμα και το κράτος.
Εδώ βρίσκεται και η βαθύτερη σύνδεση ανάμεσα στον θεωρητικό μαρξισμό και την πρακτική πολιτική του χοτζικού καθεστώτος. Η θεωρία θεωρούσε ότι η θρησκευτική συνείδηση γεννιέται μέσα σε συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες. Το καθεστώς επιχείρησε να αλλάξει αυτές τις συνθήκες και ταυτόχρονα να εξαλείψει τους θεσμούς που αναπαρήγαγαν τη θρησκευτική παράδοση.
Η Αλβανία αποτέλεσε έτσι ένα από τα πιο ακραία παραδείγματα προσπάθειας μετατροπής μιας κοινωνίας σε οργανωμένο αθεϊστικό κράτος.

Από την «ελευθερία συνείδησης» στην ολοκληρωτική απαγόρευση
Η πορεία από τον Λένιν στον Χότζα αποκαλύπτει μια σημαντική ιστορική μετατόπιση. Ο Λένιν μπορούσε να υποστηρίζει ότι η θρησκεία αποτελεί ιδιωτική υπόθεση του πολίτη και ταυτόχρονα να απαιτεί από το κόμμα να διεξάγει αντιθρησκευτική προπαγάνδα. Ο Στάλιν διατήρησε σε επίπεδο διακηρύξεων την ελευθερία της θρησκευτικής πεποίθησης, ενώ το κράτος περιόριζε δραστικά τη θρησκευτική δραστηριότητα.
Ο Χότζα πήγε πολύ παραπέρα. Η αλβανική πολιτική κατέληξε στην κατάργηση της οργανωμένης θρησκευτικής ζωής και στην επίσημη διακήρυξη της χώρας ως αθεϊστικού κράτους. Δεν επρόκειτο πλέον μόνο για τον διαχωρισμό Εκκλησίας και κράτους. Ήταν μια προσπάθεια εξάλειψης της ίδιας της θρησκευτικής παρουσίας από την κοινωνία. Η εξέλιξη αυτή δείχνει πως η ίδια ιδεολογική αφετηρία μπορούσε να οδηγήσει σε διαφορετικές πολιτικές πρακτικές, ανάλογα με το πολιτικό σύστημα, την ηγεσία και τις ιστορικές συνθήκες.

Η αλβανική ιδιαιτερότητα
Η περίπτωση της Αλβανίας παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για έναν ακόμη λόγο. Η χώρα ήταν θρησκευτικά και πολιτισμικά σύνθετη. Μουσουλμανικές, ορθόδοξες και καθολικές κοινότητες είχαν διαμορφώσει επί αιώνες την κοινωνική και πολιτιστική της ταυτότητα. Η επίθεση στη θρησκεία δεν στράφηκε επομένως εναντίον μιας μόνο Εκκλησίας ή ενός συγκεκριμένου δόγματος. Το καθεστώς αντιμετώπισε συνολικά τη θρησκευτική πίστη ως ιδεολογικό αντίπαλο. Αυτό εξηγεί και την έκταση των συνεπειών. Η καταστροφή ή αλλαγή χρήσης θρησκευτικών κτιρίων, η απαγόρευση της λατρευτικής ζωής, η δίωξη κληρικών και η αποκοπή των νέων γενεών από τη θρησκευτική παράδοση δεν αφορούσαν απλώς τη λειτουργία των ναών. Επηρέασαν την ίδια τη μεταβίβαση της θρησκευτικής μνήμης από γενιά σε γενιά. Το κράτος επιχειρούσε να γίνει ο βασικός και ουσιαστικά μοναδικός φορέας ιδεολογικής διαπαιδαγώγησης.

Η κληρονομιά μιας ακραίας πολιτικής
Η απαγόρευση της θρησκείας στην Αλβανία το 1967 υπήρξε το αποτέλεσμα μιας μακράς ιδεολογικής διαδρομής. Ξεκινώντας από τη μαρξική αντίληψη της θρησκείας ως προϊόντος της κοινωνικής αλλοτρίωσης, περνώντας από την υλιστική κριτική του Ένγκελς και την πολιτική θεωρία του Λένιν, η κομμουνιστική πρακτική οδηγήθηκε στη Σοβιετική Ένωση σε διαδοχικά διαφορετικές μορφές αντιθρησκευτικής πολιτικής.
Ο Στάλιν έδειξε ότι η σχέση κράτους και θρησκείας μπορούσε να μεταβληθεί όταν οι ανάγκες της εξουσίας το επέβαλλαν. Η πολεμική περίοδος απέδειξε ότι ακόμη και ένα καθεστώς που είχε οικοδομήσει εκτεταμένο αντιθρησκευτικό μηχανισμό μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη θρησκεία όταν αυτή εξυπηρετούσε έναν ευρύτερο κρατικό στόχο. Ο Χότζα, αντίθετα, επέλεξε τελικά την πιο απόλυτη εκδοχή. Η θρησκεία δεν θα έπρεπε απλώς να αποδυναμωθεί. Θα έπρεπε να εξαφανιστεί. Και μαζί της θα έπρεπε να εξαφανιστεί ένας ολόκληρος κόσμος συμβόλων, τελετουργιών, κοινοτήτων, κληρικών, ναών και παραδόσεων.

Από την πίστη στην κρατική ιδεολογία
Το μεγάλο ιστορικό ζήτημα που αναδεικνύεται από αυτή την πορεία δεν είναι μόνο η σύγκρουση κομμουνισμού και θρησκείας. Είναι η προσπάθεια ενός πολιτικού συστήματος να αντικαταστήσει μια υπερβατική κοσμοθεωρία με μια ολοκληρωτική κοσμική ιδεολογία. Ο κομμουνισμός του Χότζα δεν αντιμετώπιζε τον άνθρωπο ως φορέα πολλαπλών ταυτοτήτων και ανεξάρτητων πεποιθήσεων. Επιδίωκε να τον εντάξει σε ένα ενιαίο κοινωνικό και ιδεολογικό σύστημα, στο οποίο το κόμμα αποτελούσε τον τελικό ερμηνευτή της ιστορίας, της κοινωνίας και της αλήθειας. Η θρησκεία, επειδή ακριβώς προσέφερε διαφορετική απάντηση στα θεμελιώδη ερωτήματα της ύπαρξης, δεν μπορούσε εύκολα να συνυπάρξει με αυτή την αξίωση ιδεολογικής αποκλειστικότητας. Έτσι, η σύγκρουση δεν ήταν απλώς ανάμεσα σε έναν άθεο και έναν πιστό. Ήταν σύγκρουση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές αντιλήψεις για την πηγή της αλήθειας και της ανθρώπινης ελευθερίας. Το κομμουνιστικό κράτος της Αλβανίας επιχείρησε να δώσει τη δική του τελική απάντηση: η κοινωνία δεν χρειαζόταν τον Θεό, αλλά το κόμμα· δεν χρειαζόταν θρησκευτική πίστη, αλλά την κομμουνιστική ιδεολογία. Η ιστορική εμπειρία της Αλβανίας έδειξε μέχρι πού μπορούσε να φτάσει αυτή η λογική όταν συνδυαζόταν με ένα αυταρχικό κράτος, έναν πανίσχυρο κομματικό μηχανισμό και την απουσία θεσμικών περιορισμών στην εξουσία.

Από τον Μαρξ στον Ένγκελς, από τον Λένιν στον Στάλιν και από εκεί στον Χότζα, η αντιμετώπιση της θρησκείας ακολούθησε διαφορετικές διαδρομές. Στην Αλβανία όμως κατέληξε στην πιο ριζική της μορφή: στην προσπάθεια να μετατραπεί ολόκληρη η κοινωνία σε έναν χώρο χωρίς θρησκεία. Και αυτό ακριβώς καθιστά την αλβανική εμπειρία ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο στην ιστορία του ευρωπαϊκού κομμουνισμού: όχι απλώς ως ιστορία αθεϊστικής ιδεολογίας, αλλά ως ιστορία της προσπάθειας ενός κράτους να ελέγξει ακόμη και την πίστη, τη συνείδηση και τη μνήμη των ανθρώπων.

Διαβάστε ακόμη

Σχόλια