Από τον αλβανισμό στον Χότζα

Η ιδιαιτερότητα του αλβανικού εθνικισμού βρίσκεται, σε μεγάλο βαθμό, στο γεγονός ότι γεννήθηκε μέσα σε μια κοινωνία βαθιά θρησκευτικά διαιρεμένη.
Σε αντίθεση με άλλα βαλκανικά εθνικά κινήματα, όπου η θρησκευτική ταυτότητα αποτέλεσε συχνά βασικό στοιχείο της εθνικής συγκρότησης, στην αλβανική περίπτωση η γλώσσα κλήθηκε να παίξει αυτόν τον ενοποιητικό ρόλο. Η αλβανική κοινωνία ήταν διαμοιρασμένη μεταξύ μουσουλμάνων σουνιτών, μπεκτασήδων, ορθοδόξων και καθολικών. Τα στοιχεία της απογραφής του 1945 αποτυπώνουν χαρακτηριστικά αυτή την πολυθρησκευτική σύνθεση: περίπου 72% μουσουλμάνοι, 17,2% ορθόδοξοι και 10% καθολικοί.
Αυτό το θρησκευτικό μωσαϊκό δημιούργησε ένα πρόβλημα που οι Αλβανοί εθνικιστές έπρεπε να λύσουν: τι θα μπορούσε να ενώσει ανθρώπους που δεν μοιράζονταν την ίδια πίστη;
Η απάντηση ήταν ο «αλβανισμός».

Η γλώσσα αντί της θρησκείας
Η Αλβανική Εθνική Αναγέννηση του 19ου αιώνα δεν περιορίστηκε σε πολιτικές διεκδικήσεις. Ήταν ταυτόχρονα ένα πολιτιστικό και γλωσσικό εγχείρημα.
Αλβανοί λόγιοι από διαφορετικές θρησκευτικές κοινότητες εργάστηκαν για την καλλιέργεια της γλώσσας, την παραγωγή γραμματείας και τη δημιουργία εκπαιδευτικών δομών. Ορθόδοξοι, καθολικοί, μουσουλμάνοι και μπεκτασήδες συμμετείχαν, με διαφορετικούς τρόπους, στη διαδικασία συγκρότησης μιας κοινής εθνικής συνείδησης.
Χαρακτηριστική ήταν η συμβολή του Κωνσταντίνου Χριστοφορίδη, ο οποίος εργάστηκε για την καταγραφή και διάδοση της αλβανικής γλώσσας, ενώ σημαντικό ρόλο έπαιξαν προσωπικότητες όπως οι αδελφοί Φρασέρι, ο Πάσκο Βάσα, ο Ζεφ Γιουμπάνι και ο Θύμιος Μήτκος.
Η εθνική ιδέα άρχισε έτσι να αποσυνδέεται από τη θρησκευτική ιδέα. Και ακριβώς εδώ βρίσκεται ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της αλβανικής εθνικής ιδεολογίας: η προσπάθεια να καταστεί το έθνος ανώτερο από τη θρησκευτική διαίρεση.

Η Πρισρένη και η πολιτική γέννηση του αλβανικού εθνικισμού
Η μεγάλη καμπή ήρθε το 1878. Η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου και στη συνέχεια το Συνέδριο του Βερολίνου προκάλεσαν αναστάτωση σε ολόκληρη τη βαλκανική χερσόνησο. Οι Αλβανοί εθνικιστές αντιλήφθηκαν ότι οι εξελίξεις μπορούσαν να οδηγήσουν στη διανομή πληθυσμών και περιοχών που θεωρούσαν αλβανικές μεταξύ των νέων ή επεκτεινόμενων βαλκανικών κρατών.
Στις 10 Ιουνίου 1878, εκπρόσωποι συγκεντρώθηκαν στην Πρισρένη και ίδρυσαν τη Λίγκα της Πρισρένης. Η οργάνωση αποτέλεσε το πρώτο μεγάλο πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εκφράστηκε οργανωμένα το αλβανικό εθνικό ζήτημα.
Αρχικά το αίτημα δεν ήταν απλώς η δημιουργία ανεξάρτητης Αλβανίας. Η Λίγκα επιδίωκε κυρίως τη διατήρηση και πολιτική ενοποίηση των περιοχών με αλβανικούς πληθυσμούς και την εξασφάλιση αυτονομίας στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Όμως η δυναμική είχε πλέον ξεκινήσει. Το «αλβανικό ζήτημα» είχε εισέλθει στην ευρωπαϊκή πολιτική.

Από τον Σκεντέρμπεη στον εθνικό μύθο
Παράλληλα, το νεοσύστατο εθνικό αφήγημα χρειαζόταν ιστορικά σύμβολα. Το ισχυρότερο από αυτά ήταν ο Γεώργιος Καστριώτης, ο γνωστός Σκεντέρμπεης. Οι Αλβανοί εθνικιστές τον ανέδειξαν σε κορυφαίο σύμβολο αντίστασης στην οθωμανική κυριαρχία. Η μορφή του έγινε σταδιακά ένας από τους βασικούς πυλώνες της εθνικής ιστοριογραφίας. Αργότερα, το ίδιο σύμβολο θα χρησιμοποιούσε και το κομμουνιστικό καθεστώς. Και εδώ βρίσκεται μια από τις πιο ενδιαφέρουσες αντιφάσεις του αλβανικού κομμουνισμού: ο μαρξιστής Χότζα δεν απέρριψε την εθνική μυθολογία· την προσάρμοσε.
Η σύγχρονη έρευνα έχει επισημάνει ότι το καθεστώς «εθνικοποίησε» επιλεκτικά την ιστορία, χρησιμοποιώντας προσωπικότητες όπως ο Σκεντέρμπεης ως σύμβολα διαχρονικής αντίστασης στην ξένη κυριαρχία. Ταυτόχρονα, απογύμνωσε τη μορφή του από τη θρησκευτική της διάσταση, ώστε να μπορεί να ενταχθεί στο αθεϊστικό κρατικό αφήγημα.

«Η θρησκεία των Αλβανών είναι ο αλβανισμός»
Η ιδέα αυτή συμπυκνώθηκε στο περίφημο ποίημα του Πάσκο Βάσα, «O moj Shqypni e mjera Shqypni». Το γνωστό σύνθημα που συνδέθηκε με το ποίημα –«Η πίστη των Αλβανών είναι ο Αλβανισμός»– εξέφραζε ακριβώς αυτή την προσπάθεια υπέρβασης των θρησκευτικών διαχωρισμών.
Για τους εθνικιστές, η Αλβανία έπρεπε να γίνει ο κοινός παρονομαστής. Η θρησκεία μπορούσε να χωρίζει. Η γλώσσα και το έθνος έπρεπε να ενώνουν.
Η ιδέα αυτή απέκτησε ιδιαίτερη σημασία επειδή οι θρησκευτικές κοινότητες συνδέονταν ιστορικά και με διαφορετικά πολιτισμικά κέντρα: οι ορθόδοξοι με την ελληνική εκκλησιαστική και εκπαιδευτική παράδοση, οι καθολικοί με τη λατινική και αυστροϊταλική επιρροή και οι μουσουλμάνοι με την οθωμανική παράδοση. Έτσι, η εθνική ιδεολογία άρχισε να αντιμετωπίζει τη θρησκευτική ταυτότητα όχι απλώς ως διαφορετική, αλλά ως πιθανό ανταγωνιστικό κέντρο πίστης και αφοσίωσης.

Η σύγκρουση με την ελληνική εκκλησιαστική και εκπαιδευτική επιρροή
Ιδιαίτερα κρίσιμο υπήρξε το ζήτημα της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Στις ορθόδοξες περιοχές της νότιας Αλβανίας, η ελληνική γλώσσα είχε ισχυρή παρουσία στην εκπαίδευση και στη λατρεία. Για τους Αλβανούς εθνικιστές, η κατάσταση αυτή αποτελούσε εμπόδιο στην οικοδόμηση μιας ξεχωριστής αλβανικής εθνικής ταυτότητας. Γι' αυτό και το αίτημα για χρήση της αλβανικής στη λατρεία απέκτησε σταδιακά πολιτικό χαρακτήρα. Σημαντική προσωπικότητα σε αυτή τη διαδικασία υπήρξε ο Φαν Νόλι, ο οποίος εργάστηκε για την εισαγωγή της αλβανικής γλώσσας στην ορθόδοξη λατρεία και αργότερα διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό πολιτικό ρόλο. Η προσπάθεια για αυτοκέφαλη Αλβανική Ορθόδοξη Εκκλησία πήρε συγκεκριμένη μορφή μετά την ανεξαρτησία.
Το 1922 το Συνέδριο του Βερατίου ανακήρυξε μονομερώς το αυτοκέφαλο, ενώ το 1929 συγκροτήθηκε νέα εκκλησιαστική διοίκηση. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν αναγνώρισε τις ενέργειες αυτές ως κανονικές. Η οριστική λύση ήρθε μόλις το 1937, όταν το Πατριαρχείο εξέδωσε τον Τόμο με τον οποίο αναγνώρισε κανονικά το αυτοκέφαλο της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας. Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία: το εκκλησιαστικό ζήτημα είχε πλέον συνδεθεί άμεσα με το εθνικό.

Το 1912 και η δημιουργία του αλβανικού κράτους
Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι έδωσαν στην αλβανική εθνική ιδέα την αποφασιστική ώθηση. Η κατάρρευση της οθωμανικής κυριαρχίας δημιούργησε τον φόβο ότι οι αλβανόφωνοι πληθυσμοί και οι περιοχές που οι Αλβανοί εθνικιστές θεωρούσαν δικές τους θα διαμοιράζονταν μεταξύ Ελλάδας, Σερβίας και Μαυροβουνίου. Στις 28 Νοεμβρίου 1912, ο Ισμαήλ Κεμάλ κήρυξε στην Αυλώνα την ανεξαρτησία της Αλβανίας. Η δημιουργία του κράτους δεν σήμαινε όμως ότι είχαν λυθεί τα ζητήματα της εθνικής ταυτότητας. Αντίθετα, η νέα Αλβανία έπρεπε να δημιουργήσει ένα κράτος που περιλάμβανε πληθυσμούς με διαφορετικές θρησκείες, τοπικές ταυτότητες και γλωσσικές παραδόσεις. Η οικοδόμηση ενός ενιαίου αλβανικού έθνους παρέμενε ζητούμενο.

Και τότε εμφανίστηκε ο Χότζα
Το 1944–45 ο Ενβέρ Χότζα βρέθηκε στην κορυφή της νέας κομμουνιστικής Αλβανίας. Θεωρητικά, το καθεστώς του ήταν μαρξιστικό-λενινιστικό. Στην πράξη, όμως, ανέπτυξε μια εξαιρετικά ισχυρή μορφή κρατικού εθνικισμού. Ο Χότζα δεν εγκατέλειψε τα εθνικά σύμβολα που είχαν δημιουργήσει οι προηγούμενες γενιές Αλβανών εθνικιστών. Τα ενσωμάτωσε στο κομμουνιστικό κράτος.
Ο Σκεντέρμπεης παρέμεινε εθνικός ήρωας. Η γλώσσα έγινε βασικό εργαλείο κρατικής ομογενοποίησης.
Η ιστορία ξαναγράφτηκε μέσα από το πρίσμα της «αντίστασης του αλβανικού λαού στους ξένους». Και ο ίδιος ο Χότζα παρουσιάστηκε ως ο σύγχρονος συνεχιστής αυτής της ιστορικής πορείας.
Ακόμη και οι συναντήσεις του με τον Στάλιν αποκαλύπτουν πόσο έντονα ο ίδιος ο Χότζα παρουσίαζε την Αλβανία ως αρχαίο και ηρωικό έθνος με μακρά ιστορία αγώνων. Στα δικά του απομνημονεύματα, ο Χότζα καταγράφει τον Στάλιν να μιλά με θαυμασμό για την αρχαιότητα και την ιστορία των Αλβανών. Δεν υπάρχει όμως τεκμηριωμένη βάση για να αποδοθεί στον Στάλιν η συγκεκριμένη παρατήρηση ότι είχε διαγνώσει τον «εθνικισμό» του Χότζα.

Το παράδοξο: ο κομμουνιστής που χρησιμοποίησε τον εθνικισμό
Ο Χότζα βρέθηκε μπροστά σε ένα πρόβλημα που είχε αντιμετωπίσει ήδη η Αλβανική Αναγέννηση: Πώς δημιουργείς ενότητα σε έναν λαό που είναι χωρισμένος από τη θρησκεία, την τοπικότητα και τις ιστορικές επιρροές των γειτονικών λαών;
Η λύση του καθεστώτος ήταν πολύ πιο ακραία. Δεν επιχείρησε απλώς να υποτάξει τη θρησκεία στο κράτος. Επιχείρησε να την εξαφανίσει.
Από το 1967 η εκστρατεία κατά της θρησκείας πέρασε σε νέα φάση. Εκκλησίες, τζαμιά και άλλα θρησκευτικά ιδρύματα έκλεισαν ή καταστράφηκαν και η θρησκευτική πρακτική τέθηκε εκτός νόμου. Η Αλβανία ανακηρύχθηκε το πρώτο επισήμως αθεϊστικό κράτος στον κόσμο. Η κίνηση αυτή είχε ασφαλώς μαρξιστική βάση: το καθεστώς θεωρούσε τη θρησκεία εργαλείο εκμετάλλευσης και αντίπαλο της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Είχε όμως και μια δεύτερη διάσταση. Η θρησκεία θεωρούνταν και φορέας ξένης επιρροής. Η Ορθοδοξία συνδεόταν ιστορικά με την Κωνσταντινούπολη και την ελληνική παράδοση, ο καθολικισμός με τη Ρώμη και η μουσουλμανική παράδοση με τον ευρύτερο ισλαμικό κόσμο. Το καθεστώς του Χότζα επιχείρησε να κόψει όλους αυτούς τους δεσμούς. Και στη θέση τους να δημιουργήσει έναν νέο, απόλυτο δεσμό: το κράτος, το κόμμα και το έθνος.

Ο Σκεντέρμπεης χωρίς τον σταυρό
Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο χαρακτηριστική ιδεολογική μεταμόρφωση. Ο Σκεντέρμπεης ήταν ένας χριστιανός ηγεμόνας που πολέμησε την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο Χότζα, όμως, τον μετέτρεψε σε σύμβολο εθνικής αντίστασης απαλλαγμένο από τη θρησκευτική του διάσταση. Το ίδιο συνέβη και με ολόκληρη την ιστορική αφήγηση. Η ιστορία έγινε εργαλείο του κράτους. Οι ήρωες του παρελθόντος εντάχθηκαν στη γενεαλογία του κομμουνιστικού καθεστώτος. Και ο Χότζα τοποθετήθηκε στην κορυφή μιας ιστορικής συνέχειας που ξεκινούσε από τον Σκεντέρμπεη, περνούσε από την Αλβανική Αναγέννηση και κατέληγε στη «νέα σοσιαλιστική Αλβανία». Η σύγχρονη ιστοριογραφική έρευνα περιγράφει ακριβώς αυτή τη διαδικασία ως «εθνικοποίηση» της ιστορίας από το καθεστώς.

Από το «Η πίστη των Αλβανών είναι ο Αλβανισμός» στο «έθνος πάνω απ' όλα»
Έτσι, μια ιδέα που γεννήθηκε τον 19ο αιώνα ως προσπάθεια υπέρβασης των θρησκευτικών διαφορών απέκτησε, υπό τον Χότζα, μια ακραία κρατική μορφή.
Οι εθνικιστές της Αλβανικής Αναγέννησης έλεγαν: «Πάνω από τη θρησκεία βρίσκεται το έθνος».
Ο Χότζα προχώρησε πολύ περισσότερο: «Η θρησκεία πρέπει να εξαφανιστεί».
Η διαφορά είναι τεράστια. Αλλά η ιδεολογική γέφυρα ανάμεσα στις δύο εποχές είναι ο ίδιος ο στόχος: η δημιουργία μιας ενιαίας αλβανικής ταυτότητας που δεν θα ανταγωνίζεται καμία άλλη συλλογική πίστη. Γι' αυτό ο χοτζικός εθνικισμός δεν ήταν απλώς ένα παράρτημα του κομμουνισμού. Ήταν μια ιδιότυπη σύνθεση μαρξισμού, κρατικού αυταρχισμού, ιστορικού αναθεωρητισμού και ακραίου αλβανικού εθνικισμού. Το αποτέλεσμα ήταν ένα από τα πιο κλειστά καθεστώτα της μεταπολεμικής Ευρώπης. Ένα κράτος που πρώτα επιχείρησε να αποδυναμώσει όλες τις θρησκευτικές ταυτότητες, στη συνέχεια να ελέγξει την ιστορική μνήμη και τελικά να καταστήσει το ίδιο το κράτος τον υπέρτατο φορέα της εθνικής ταυτότητας.
Από την Πρισρένη μέχρι τον Χότζα, η διαδρομή ήταν μακρά. Αλλά το νήμα παρέμενε: η αναζήτηση μιας ταυτότητας που θα μπορούσε να ενώσει έναν βαθιά διαιρεμένο πληθυσμό. Μόνο που αυτό που ξεκίνησε τον 19ο αιώνα ως προσπάθεια εθνικής αφύπνισης, στον 20ό αιώνα μετατράπηκε υπό τον Χότζα σε ένα ολοκληρωτικό κρατικό σχέδιο. Και η παλιά φράση του αλβανικού εθνικισμού –«Η πίστη των Αλβανών είναι ο Αλβανισμός»– απέκτησε τότε μια νέα, πολύ πιο σκληρή σημασία: όχι απλώς πάνω από τη θρησκεία το έθνος, αλλά πάνω από τη θρησκεία το Κράτος.

Διαβάστε ακόμη

Σχόλια