Πως δημιουργήθηκε η Αλβανία

Στις αρχές του 20ού αιώνα τα Βαλκάνια έμοιαζαν με πυριτιδαποθήκη. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατέρρεε, οι εθνικισμοί συγκρούονταν και οι Μεγάλες Δυνάμεις επιχειρούσαν να προλάβουν η μία την άλλη στη διανομή της επιρροής. Μέσα σε αυτό το σκηνικό γεννήθηκε το ανεξάρτητο αλβανικό κράτος.
Η δημιουργία του δεν ήταν αποτέλεσμα ενός και μόνο σχεδίου ούτε μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στη βούληση της Αυστρίας και της Ιταλίας. Ήταν το αποτέλεσμα της συνάντησης δύο διαφορετικών παραγόντων: από τη μία της αλβανικής εθνικής κίνησης, που διεκδικούσε πολιτική αυτονομία και στη συνέχεια ανεξαρτησία, και από την άλλη των στρατηγικών συμφερόντων των Μεγάλων Δυνάμεων. Και στο επίκεντρο αυτής της σύγκρουσης βρέθηκε η Αδριατική.

Η Αλβανία ως «φράγμα» στην Αδριατική
Για την Αυστροουγγαρία, η μεγαλύτερη απειλή δεν ήταν πλέον μόνο η εξασθενημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ήταν η αυξανόμενη δύναμη της Σερβίας. Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, η Σερβία είχε επεκταθεί θεαματικά προς τα δυτικά. Η έξοδός της στην Αδριατική θα άλλαζε τις ισορροπίες στην περιοχή και θα έφερνε μια δυναμικά αναπτυσσόμενη σερβική δύναμη απέναντι από τα αυστροουγγρικά συμφέροντα. Η δημιουργία ενός ανεξάρτητου αλβανικού κράτους μπορούσε να λειτουργήσει ως γεωπολιτικό ανάχωμα.
Η Ιταλία, από την άλλη πλευρά, έβλεπε στην απέναντι ακτή της Αδριατικής έναν χώρο ζωτικής στρατηγικής σημασίας. Η Αυλώνα, το Στενό του Οτράντο και ολόκληρη η αλβανική ακτογραμμή αποτελούσαν για τη Ρώμη περιοχή άμεσου ενδιαφέροντος.
Έτσι, για διαφορετικούς αλλά συγκλίνoντες λόγους, Ρώμη και Βιέννη είχαν συμφέρον να μην καταλήξει η αλβανική ακτή στα χέρια μιας ισχυρής Σερβίας.

Η αλβανική εξέγερση και το τέλος της οθωμανικής κυριαρχίας
Ωστόσο, η αλβανική εθνική κίνηση είχε τη δική της δυναμική. Οι εξεγέρσεις των Αλβανών εναντίον της οθωμανικής διοίκησης είχαν ενταθεί τα προηγούμενα χρόνια. Το 1912 η Οθωμανική Αυτοκρατορία βρέθηκε αντιμέτωπη με σοβαρές αλβανικές εξεγέρσεις, ενώ η πολιτική κρίση στην Κωνσταντινούπολη επιδείνωνε την κατάσταση. Οι Αλβανοί διεκδικούσαν διοικητικές και πολιτικές παραχωρήσεις, ενώ η κατάρρευση της οθωμανικής εξουσίας δημιουργούσε πλέον ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα: ποιος θα κληρονομούσε τα εδάφη της ευρωπαϊκής Τουρκίας;
Το καλοκαίρι του 1912 οι Νεότουρκοι επιχείρησαν να εκτονώσουν την κατάσταση μέσω παραχωρήσεων προς τους Αλβανούς. Όμως ήταν πλέον αργά.
Τον Οκτώβριο του 1912 ξεκίνησε ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος.
Ελλάδα, Σερβία, Βουλγαρία και Μαυροβούνιο στράφηκαν εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η οθωμανική εξουσία στα Βαλκάνια κατέρρεε με εκπληκτική ταχύτητα.

Οι Έλληνες στα Γιάννενα – οι Μαυροβούνιοι στη Σκόδρα
Τον Νοέμβριο του 1912 η στρατιωτική κατάσταση είχε αλλάξει δραματικά. Ο ελληνικός στρατός προχωρούσε στην Ήπειρο και πολιορκούσε τα Ιωάννινα, ενώ οι Μαυροβούνιοι είχαν στραφεί εναντίον της Σκόδρας. Στο μεταξύ, ο ελληνικός στόλος είχε επιβάλει τον έλεγχό του στο Αιγαίο και δυσχέραινε αποφασιστικά τη θαλάσσια επικοινωνία των οθωμανικών δυνάμεων.
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία έχανε το ένα μετά το άλλο τα ευρωπαϊκά της ερείσματα. Μέσα σε αυτό το κενό εξουσίας, οι Αλβανοί εθνικιστές κινήθηκαν αποφασιστικά.

28 Νοεμβρίου 1912: Η Αυλώνα ανακηρύσσει την ανεξαρτησία
Στις 28 Νοεμβρίου 1912, στην Αυλώνα, ο Ισμαήλ Κεμάλ και οι εκπρόσωποι της αλβανικής εθνικής κίνησης ανακήρυξαν την ανεξαρτησία της Αλβανίας. Δεν επρόκειτο ακόμη για ένα κράτος με σαφώς καθορισμένα σύνορα και αποτελεσματική διοίκηση σε ολόκληρη την επικράτεια. Η πραγματική τύχη των συνόρων θα αποφασιζόταν αλλού. Στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Και κυρίως στο Λονδίνο.

Το αλβανικό ζήτημα μεταφέρεται στις Μεγάλες Δυνάμεις
Η ανεξαρτησία της Αλβανίας συνέπεσε με ένα τεράστιο γεωπολιτικό πρόβλημα. Οι νικητές του πολέμου είχαν καταλάβει τεράστιες εκτάσεις της ευρωπαϊκής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Σερβία είχε προχωρήσει βαθιά προς τα δυτικά. Το Μαυροβούνιο είχε καταλάβει τη Σκόδρα. Η Ελλάδα είχε καταλάβει το μεγαλύτερο μέρος της Ηπείρου και διεκδικούσε τα Ιωάννινα και τις περιοχές βορειότερα.
Εάν οι εδαφικές κατακτήσεις μετατρέπονταν αυτομάτως σε διεθνώς αναγνωρισμένα σύνορα, η Σερβία θα μπορούσε να αποκτήσει έξοδο στην Αδριατική. Αυτό ήταν ακριβώς το ενδεχόμενο που η Αυστροουγγαρία ήθελε να αποτρέψει. Έτσι το αλβανικό ζήτημα έπαψε να είναι απλώς υπόθεση των Αλβανών και μετατράπηκε σε ζήτημα ευρωπαϊκής ισορροπίας.

Η Συνδιάσκεψη του Λονδίνου
Η Συνδιάσκεψη του Λονδίνου των Μεγάλων Δυνάμεων έγινε το μεγάλο διπλωματικό εργαστήριο μέσα στο οποίο χαράχθηκε ο χάρτης της νέας Αλβανίας. Η απόφαση ήταν ιστορική: η Αλβανία θα αποτελούσε ανεξάρτητο κράτος. Αλλά το κρίσιμο ερώτημα ήταν άλλο: Ποια Αλβανία;
Οι αλβανικές εθνικές διεκδικήσεις ήταν πολύ ευρύτερες από τα εδάφη που τελικά περιελήφθησαν στο νέο κράτος. Οι Σέρβοι, οι Μαυροβούνιοι, οι Έλληνες και οι Βούλγαροι είχαν επίσης καταλάβει εδάφη και προέβαλλαν τις δικές τους αξιώσεις. Η τελική λύση ήταν προϊόν συμβιβασμών.
Η Σκόδρα αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα. Η πολιορκία της από το Μαυροβούνιο είχε προκαλέσει μεγάλη διεθνή κρίση, ενώ οι Μεγάλες Δυνάμεις επέμειναν τελικά στην αποχώρηση των Μαυροβουνίων. Η πόλη εντάχθηκε στο νέο αλβανικό κράτος. Η Σερβία, παρά τις στρατιωτικές της επιτυχίες, στερήθηκε την άμεση έξοδο στην Αδριατική. Και στο νότιο τμήμα άνοιγε πλέον η μεγάλη πληγή της Βόρειας Ηπείρου.

Η Βόρεια Ήπειρος στο τραπέζι των Μεγάλων Δυνάμεων
Ο ελληνικός στρατός είχε καταλάβει την περιοχή και προχωρούσε προς τα βόρεια. Η Κορυτσά, το Αργυρόκαστρο, οι Άγιοι Σαράντα και άλλες περιοχές βρέθηκαν υπό ελληνικό στρατιωτικό έλεγχο.
Η Αθήνα θεωρούσε ότι οι περιοχές αυτές αποτελούσαν τμήμα της ιστορικής Ηπείρου και προέβαλλε επιχειρήματα που συνδέονταν τόσο με τον ελληνικό πληθυσμό όσο και με την ιστορική, εκκλησιαστική και πολιτιστική παρουσία του ελληνισμού. Όμως η στρατιωτική πραγματικότητα δεν ήταν αρκετή. Οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν διαφορετικούς υπολογισμούς. Η Βιέννη δεν ήθελε μια μεγάλη Ελλάδα που θα ενίσχυε περαιτέρω την επιρροή της στην Αδριατική και στην Ήπειρο. Η Ρώμη ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για την αλβανική ακτή. Η διατήρηση ενός ανεξάρτητου αλβανικού κράτους αποτελούσε πλέον βασικό στοιχείο της ευρωπαϊκής ισορροπίας. Και έτσι η τύχη της Βόρειας Ηπείρου άρχισε να κρίνεται περισσότερο στα διπλωματικά τραπέζια παρά στο πεδίο της μάχης.

Ο χάρτης χαράζεται στη Φλωρεντία
Το φθινόπωρο του 1913, η διεθνής επιτροπή που είχε αναλάβει την οριοθέτηση των συνόρων προχώρησε στη χάραξη της ελληνοαλβανικής μεθορίου. Η απόφαση ήταν οδυνηρή για την Ελλάδα και για μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού της περιοχής. Η Κορυτσά, το Αργυρόκαστρο και άλλες περιοχές της νότιας Αλβανίας εντάχθηκαν στο νέο αλβανικό κράτος. Αμερικανικά διπλωματικά έγγραφα της εποχής καταγράφουν την έντονη ελληνική αντίδραση και την αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων από τις περιοχές που είχαν περιληφθεί στην Αλβανία. Το ζήτημα δεν τελείωσε όμως εκεί. Για τους Έλληνες της Βόρειας Ηπείρου, η χάραξη των συνόρων δεν σήμαινε ότι εξαφανίστηκε η εθνική τους ταυτότητα. Αντίθετα, άνοιγε ένα νέο κεφάλαιο αγώνα.

«Δεν είναι απλώς σύνορα – είναι άνθρωποι»
Η δημιουργία της Αλβανίας δημιούργησε μια νέα πραγματικότητα στα Βαλκάνια. Από τη μία πλευρά, γεννιόταν ένα ανεξάρτητο αλβανικό κράτος, αποτέλεσμα της αλβανικής εθνικής κίνησης και της διεθνούς αναγνώρισης. Από την άλλη, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι βρέθηκαν ξαφνικά έξω από τα σύνορα του κράτους με το οποίο αισθάνονταν ότι συνδέονταν εθνικά, πολιτιστικά και εκκλησιαστικά. Η Βόρεια Ήπειρος αποτέλεσε χαρακτηριστικό παράδειγμα των αντιφάσεων της εποχής. Οι Μεγάλες Δυνάμεις μιλούσαν για ισορροπία, ασφάλεια και ευρωπαϊκή ειρήνη. Οι τοπικοί πληθυσμοί, όμως, βίωναν τις αποφάσεις αυτές ως αλλαγή συνόρων πάνω στον τόπο τους. Η ίδια η αμερικανική διπλωματική αλληλογραφία του 1914 καταγράφει ότι οι Έλληνες κάτοικοι των περιοχών που εντάχθηκαν στην Αλβανία αντέδρασαν έντονα στην απόφαση της οριοθέτησης.

Η Αυτόνομη Βόρεια Ήπειρος
Η ένταση κορυφώθηκε το 1914. Στις 23 Φεβρουαρίου 1914 ανακηρύχθηκε η Αυτονομία της Βόρειας Ηπείρου, με κέντρο το Αργυρόκαστρο και επικεφαλής τον Γεώργιο Χρηστάκη-Ζωγράφο. Η κίνηση δεν ήταν απλώς μια συμβολική αντίδραση. Ακολούθησε ένοπλος αγώνας. Οι Βορειοηπειρώτες διεκδίκησαν αυτονομία μέσα στο νέο αλβανικό κράτος και αρνήθηκαν να αποδεχθούν αδιαμαρτύρητα την επιβολή μιας νέας διοικητικής πραγματικότητας. Η εξέλιξη οδήγησε στις διαπραγματεύσεις της Κέρκυρας. Το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας, που υπογράφηκε στις 17 Μαΐου 1914, προέβλεπε σημαντικές εγγυήσεις για τους πληθυσμούς της περιοχής: θρησκευτική ελευθερία, αναγνώριση της ελληνικής γλώσσας, ειδικές διοικητικές ρυθμίσεις και συμμετοχή των χριστιανικών πληθυσμών στη διοίκηση και στη χωροφυλακή. Το πρωτόκολλο εγκρίθηκε αργότερα και από την αλβανική κυβέρνηση. Η ιστορία, όμως, δεν άφησε ποτέ το πρωτόκολλο να εφαρμοστεί πλήρως.

Ένα κράτος γεννημένο μέσα στην ευρωπαϊκή σύγκρουση
Η γέννηση της Αλβανίας δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αλλά ούτε μπορεί να εξηγηθεί μόνο από αυτήν.
Ήταν ταυτόχρονα αποτέλεσμα:
  • της αλβανικής εθνικής αφύπνισης,
  • της οθωμανικής κατάρρευσης,
  • των Βαλκανικών Πολέμων,
  • της σερβικής επέκτασης,
  • του ανταγωνισμού Αυστροουγγαρίας–Ρωσίας,
  • των ιταλικών βλέψεων στην Αδριατική
  • και της προσπάθειας των Μεγάλων Δυνάμεων να ελέγξουν την έκρηξη των Βαλκανίων.
Η Αυστροουγγαρία και η Ιταλία είχαν πράγματι ισχυρό στρατηγικό συμφέρον στην ύπαρξη μιας ανεξάρτητης Αλβανίας, κυρίως ως αντίβαρο στη σερβική επέκταση και ως παράγοντα ελέγχου της Αδριατικής. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Αλβανία ήταν απλώς «κατασκεύασμα» των δύο δυνάμεων. Η αλβανική εθνική κίνηση είχε ήδη δημιουργήσει τη δική της πολιτική δυναμική και στις 28 Νοεμβρίου 1912 προχώρησε στην ανακήρυξη της ανεξαρτησίας. Αυτό που έκαναν οι Μεγάλες Δυνάμεις ήταν να μετατρέψουν αυτή την ανεξαρτησία σε διεθνώς αποδεκτή κρατική πραγματικότητα και – κυρίως – να αποφασίσουν πού θα τραβούσαν τα σύνορα. Και εκεί βρίσκεται ίσως το πιο δραματικό κεφάλαιο. Γιατί ο νέος χάρτης των Βαλκανίων δεν χαράχθηκε μόνο με βάση το ποιος κατείχε μια περιοχή. Χαράχθηκε με βάση το ποιος μπορούσε να επιβάλει τη θέση του στο διπλωματικό τραπέζι. Και η Βόρεια Ήπειρος βρέθηκε ακριβώς στη μέση αυτού του μεγάλου παιχνιδιού. Το 1913 οι Μεγάλες Δυνάμεις έφτιαξαν έναν νέο χάρτη. Το 1914 οι Βορειοηπειρώτες εξεγέρθηκαν εναντίον του. Και η ιστορία της περιοχής μπήκε σε μια νέα, μακρά περίοδο αγώνα για ταυτότητα, δικαιώματα, γλώσσα, γη και αυτοδιοίκηση. Έναν αιώνα αργότερα, οι γραμμές στον χάρτη παραμένουν ίδιες. Τα ερωτήματα που γέννησε εκείνος ο χάρτης, όμως, δεν έπαψαν ποτέ να υπάρχουν.

Διαβάστε ακόμη

Σχόλια