Η… προεκλογική αγάπη για τους συνταξιούχους

Κάθε φορά που πλησιάζουν εκλογές, οι συνταξιούχοι φαίνεται πως ανεβαίνουν θεαματικά στην ατζέντα της κυβέρνησης.
Αυτή τη φορά, το «καλό νέο» ήρθε από την υπουργό Οικονομίας και Καινοτομίας, Delina Ibrahimaj, η οποία ανακοίνωσε ότι από την 1η Ιανουαρίου 2027 το μηνιαίο μπόνους για τους συνταξιούχους θα διπλασιαστεί για όλες τις κατηγορίες, ενώ παράλληλα θα συνεχιστεί και η διαδικασία αναπροσαρμογής των συντάξεων.
Για τη συγκεκριμένη πολιτική έχουν προβλεφθεί 22,4 δισ. ΛΕΚ στον προϋπολογισμό του 2027.
Η κυβέρνηση θέτει, μάλιστα, έναν ακόμη πιο φιλόδοξο στόχο: μέχρι το 2030 η πλήρης σύνταξη να φτάσει τουλάχιστον τις 40.000 ΛΕΚ, ενώ η μερική σύνταξη να διαμορφωθεί τουλάχιστον στις 22.000 ΛΕΚ.

Στα χαρτιά, όλα μοιάζουν θετικά. Υπάρχει όμως ένα πολιτικό «αλλά» που δύσκολα περνά απαρατήρητο. Το 2027 είναι και χρονιά δημοτικών εκλογών.
Έτσι, από τη μία πλευρά η κυβέρνηση παρουσιάζει τις αυξήσεις και το διπλάσιο μπόνους ως μέρος μιας μακροπρόθεσμης κοινωνικής πολιτικής. Από την άλλη, η συγκυρία δημιουργεί αναπόφευκτα ερωτήματα. Γιατί το μεγάλο «δώρο» στους συνταξιούχους έρχεται ακριβώς στην αρχή μιας εκλογικής χρονιάς; Και πόσο τυχαίο είναι ότι ένας από τους μεγαλύτερους και πιο σταθερούς εκλογικούς πληθυσμούς της χώρας βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο των κυβερνητικών εξαγγελιών λίγο πριν από την προσφυγή στις κάλπες;

Από τις υποσχέσεις του 2025 στο μπόνους του 2027
Δεν είναι η πρώτη φορά που οι συνταξιούχοι βρίσκονται στο επίκεντρο οικονομικών μέτρων σε προεκλογική περίοδο. Κατά την προεκλογική περίοδο των βουλευτικών εκλογών του 2025, η κυβέρνηση είχε προχωρήσει επίσης σε χορήγηση μπόνους σε εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχους. Η συγκεκριμένη πολιτική είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από την αντιπολίτευση και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, οι οποίες υποστήριξαν ότι τέτοιες παροχές μπορούν να λειτουργήσουν ως μέσο πολιτικής επιρροής σε μια ιδιαίτερα μεγάλη εκλογική ομάδα.
Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι δεν πρόκειται για προεκλογική παροχή αλλά για τμήμα ενός ευρύτερου σχεδιασμού κοινωνικής πολιτικής. Άλλωστε, ήδη από τον προϋπολογισμό του 2026 είχε ενταχθεί πρόγραμμα σταδιακής ενίσχυσης των συντάξεων με ορίζοντα το 2030.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν οι συνταξιούχοι χρειάζονται περισσότερη οικονομική στήριξη. Αυτό είναι αυτονόητο. Το ερώτημα είναι γιατί η κρατική γενναιοδωρία αποκτά τόσο έντονο ρυθμό ακριβώς όταν πλησιάζει η ώρα της κάλπης.

Θα συνεχιστεί η «αγάπη» και μετά τις εκλογές;
Οι συνταξιούχοι αποτελούν μια από τις μεγαλύτερες κοινωνικές και εκλογικές ομάδες της Αλβανίας. Και κάθε κυβέρνηση γνωρίζει πολύ καλά τη σημασία τους. Γι' αυτό και η ανακοίνωση για διπλασιασμό του μπόνους από τον Ιανουάριο του 2027 δεν μπορεί να εξετάζεται μόνο ως οικονομικό μέτρο. Έχει και πολιτικό βάρος, ιδιαίτερα όταν συμπίπτει με μια χρονιά δημοτικών εκλογών. Φυσικά, μόνο οι ίδιοι οι ψηφοφόροι μπορούν να κρίνουν αν βλέπουν σε αυτές τις παροχές μια πραγματική κοινωνική πολιτική ή μια ακόμη προεκλογική κίνηση.
Γιατί στο τέλος υπάρχει ένα απλό τεστ που δεν χρειάζεται ούτε οικονομολόγους ούτε πολιτικούς αναλυτές: Τι θα συμβεί στους συνταξιούχους όταν τελειώσουν οι εκλογές;
Αν οι αυξήσεις συνεχιστούν, οι δεσμεύσεις υλοποιηθούν και οι στόχοι του 2030 επιτευχθούν, τότε θα πρόκειται για μια πραγματική πολιτική κοινωνικής προστασίας.
Αν όμως η «αγάπη» περιοριστεί στην προεκλογική περίοδο, τότε οι συνταξιούχοι θα έχουν κάθε λόγο να αναρωτηθούν αν τους θυμήθηκαν επειδή τους χρειάζονταν ως πολίτες ή επειδή τους χρειάζονταν ως ψηφοφόρους.
Γιατί στην πολιτική, όπως και στην κάλπη, το πραγματικό τεστ δεν είναι τι υπόσχεσαι πριν από την ψήφο. Είναι τι κάνεις μετά την καταμέτρησή της.

Διαβάστε ακόμη

Σχόλια