Αλβανία: Φορολογική καταιγίδα το 2027 – 150 εκατ. ευρώ επιπλέον από επιχειρήσεις και καταναλωτές

Η νέα φορολογική πολιτική της αλβανικής κυβέρνησης ανοίγει ένα μέτωπο με την επιχειρηματική κοινότητα, καθώς το σχέδιο για το 2027 προβλέπει σημαντικές αλλαγές στη φορολόγηση των επιχειρήσεων, της κατανάλωσης και του τουρισμού. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του οικονομικού περιοδικού Monitor, που βασίζονται στις εισηγητικές εκθέσεις του υπουργείου Οικονομικών, οι προτεινόμενες παρεμβάσεις αναμένεται να αποφέρουν στο κρατικό ταμείο καθαρά πρόσθετα έσοδα ύψους 14 δισ. λεκ, περίπου 150 εκατ. ευρώ ετησίως.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος θα επωμιστεί τελικά το κόστος. Η κυβέρνηση παρουσιάζει τις αλλαγές ως μέρος της προσπάθειας ενίσχυσης των δημόσιων εσόδων και ανακατανομής της φορολογικής επιβάρυνσης. Οι επιχειρηματικές οργανώσεις, ωστόσο, προειδοποιούν ότι η αύξηση των φορολογικών συντελεστών, σε συνδυασμό με τις πρόσθετες υποχρεώσεις για χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις, ενδέχεται να περιορίσει τη δυνατότητα επενδύσεων και να μεταφέρει μέρος του βάρους στις τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών.
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκονται το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Τιράνων, η Pro Export Albania και η Ένωση Αλβανών Παραγωγών, οι οποίες εκφράζουν την αντίθεσή τους σε βασικές προβλέψεις του σχεδίου και ζητούν ουσιαστική διαβούλευση πριν από την οριστικοποίησή του.

Φόρος στα κέρδη 17% και στα μερίσματα 15% – Πρόσθετη επιβάρυνση 85 εκατ. ευρώ
Η πρώτη μεγάλη αλλαγή αφορά τη φορολόγηση των επιχειρηματικών κερδών. Η κυβέρνηση προτείνει την αύξηση του φόρου επί των κερδών από 15% σε 17%, μέτρο που, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του υπουργείου Οικονομικών, θα αποφέρει επιπλέον 5 δισ. λεκ, περίπου 52,6 εκατ. ευρώ ετησίως.
Παράλληλα, προβλέπεται σχεδόν διπλασιασμός του φόρου στα μερίσματα, από 8% σε 15%. Πρόκειται για τον φόρο που καταβάλλεται όταν τα κέρδη μιας εταιρείας διανέμονται στους ιδιοκτήτες ή στους μετόχους της. Η συγκεκριμένη αύξηση εκτιμάται ότι θα προσθέσει περισσότερα από 3 δισ. λεκ στα δημόσια έσοδα.
Συνολικά, οι δύο παρεμβάσεις αναμένεται να επιβαρύνουν τις επιχειρήσεις με περίπου 85 εκατ. ευρώ επιπλέον ετησίως.
Το μέγεθος της αλλαγής αποτυπώνεται και σε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: μια επιχείρηση με φορολογητέα κέρδη 10 εκατ. λεκ καταβάλλει σήμερα 1,5 εκατ. λεκ φόρο επί των κερδών. Με τον νέο συντελεστή, το ποσό θα αυξηθεί σε 1,7 εκατ. λεκ.
Εάν στη συνέχεια διανεμηθεί ως μέρισμα το σύνολο των κερδών που απομένουν μετά τον φόρο, η συνολική φορολογική επιβάρυνση επί των κερδών και της διανομής τους θα αυξηθεί από 2,18 εκατ. σε 2,945 εκατ. λεκ. Η διαφορά ανέρχεται σε 765.000 λεκ για το ίδιο επίπεδο κερδοφορίας.
Οι εκπρόσωποι της αγοράς προειδοποιούν ότι η αύξηση αυτή θα περιορίσει τα κεφάλαια που μπορούν να διαθέσουν οι επιχειρήσεις για εκσυγχρονισμό, τεχνολογική αναβάθμιση, επέκταση των δραστηριοτήτων τους και δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.

ΦΠΑ 21%: Το κόστος μπορεί να περάσει στις τιμές
Ακόμη μεγαλύτερη δημοσιονομική απόδοση προβλέπεται από την αύξηση του κανονικού συντελεστή ΦΠΑ από 20% σε 21%. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που συνοδεύουν το φορολογικό σχέδιο, η συγκεκριμένη αλλαγή αναμένεται να αποφέρει επιπλέον 10,6 δισ. λεκ, περίπου 112 εκατ. ευρώ ετησίως. Επειδή ο ΦΠΑ επιβαρύνει την κατανάλωση και ενσωματώνεται στην τελική τιμή των προϊόντων και των υπηρεσιών, η αύξησή του ενδέχεται να επηρεάσει άμεσα τις δαπάνες των νοικοκυριών, εφόσον μετακυλιστεί στους καταναλωτές. Για ένα προϊόν καθαρής αξίας 1.000 λεκ, η τελική τιμή με ΦΠΑ 20% είναι σήμερα 1.200 λεκ. Με συντελεστή 21%, θα διαμορφωνόταν σε 1.210 λεκ, εφόσον η επιχείρηση μεταφέρει ολόκληρη την πρόσθετη επιβάρυνση στον αγοραστή. Η διαφορά των 10 λεκ μπορεί να φαίνεται μικρή σε μια μεμονωμένη αγορά. Σε εκατοντάδες αγορές, όμως, και σε συνδυασμό με άλλες πιθανές αυξήσεις, η συνολική επίπτωση στον οικογενειακό προϋπολογισμό μπορεί να είναι μεγαλύτερη. Το πραγματικό αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από τις τιμές, τα περιθώρια κέρδους και τον βαθμό μετακύλισης του φόρου.

Μειωμένος ΦΠΑ στα τρόφιμα, αλλά με ποιο ισοζύγιο;
Η κυβέρνηση αντιπαραβάλλει στην αύξηση του κανονικού ΦΠΑ μια σημαντική φορολογική ελάφρυνση για βασικά τρόφιμα. Συγκεκριμένα, προτείνει τη μείωση του συντελεστή από 20% σε 6% για προϊόντα όπως το ψωμί, το αλεύρι, το γάλα, το φυσικό γιαούρτι, τα αυγά, το ρύζι, τα ζυμαρικά, το μαγειρικό λάδι, το κρέας, ορισμένα ψάρια, τα φρούτα, τα λαχανικά και οι βασικές βρεφικές τροφές.
Ο τελικός κατάλογος των προϊόντων αναμένεται να καθοριστεί με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του υπουργείου Οικονομικών, η μείωση αυτή θα στερήσει από τον προϋπολογισμό έσοδα ύψους 12,8 δισ. λεκ, περίπου 135 εκατ. ευρώ ετησίως.
Την ίδια στιγμή, η αύξηση του κανονικού ΦΠΑ αναμένεται να αποφέρει 10,6 δισ. λεκ. Με άλλα λόγια, τα πρόσθετα έσοδα από τον υψηλότερο συντελεστή αντιστοιχούν περίπου στο 83% του δημοσιονομικού κόστους της φορολογικής ελάφρυνσης για τα τρόφιμα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα τα νοικοκυριά θα επιβαρυνθούν στον ίδιο βαθμό. Το αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από το ποσοστό των βασικών τροφίμων στις συνολικές τους δαπάνες, αλλά και από το κατά πόσο η μείωση του ΦΠΑ θα αποτυπωθεί πραγματικά στις τιμές των καταστημάτων.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο η αλλαγή των φορολογικών συντελεστών, αλλά και το κατά πόσο οι προβλεπόμενες ελαφρύνσεις θα φτάσουν τελικά στους καταναλωτές.

Στο καθεστώς ΦΠΑ 17.500 μικρές επιχειρήσεις
Ένα ακόμη μέτρο που προκαλεί αντιδράσεις είναι η μείωση του ορίου υποχρεωτικής εγγραφής στο καθεστώς ΦΠΑ από τα 10 εκατ. στα 5 εκατ. λεκ ετήσιου κύκλου εργασιών.
Με βάση τη σχετική εισηγητική έκθεση, από την 1η Ιανουαρίου 2027 αναμένεται να ενταχθούν στο σύστημα περίπου 17.516 επιπλέον φορολογούμενοι. Πρόκειται κυρίως για μικρές επιχειρήσεις που μέχρι σήμερα δεν υποχρεούνταν να εγγραφούν στο καθεστώς ΦΠΑ λόγω του χαμηλότερου τζίρου τους. Προβλέπονται, πάντως, εξαιρέσεις για ορισμένες κατηγορίες αυτοαπασχολουμένων και οικογενειακών επιχειρήσεων.
Η κυβέρνηση υπολογίζει ότι το μέτρο θα αποφέρει επιπλέον 4,5 δισ. λεκ, περίπου 47 εκατ. ευρώ ετησίως. Για τις επιχειρήσεις που θα υπαχθούν στο νέο καθεστώς, η αλλαγή σημαίνει πρόσθετες υποχρεώσεις τήρησης στοιχείων, υποβολής δηλώσεων και διαχείρισης του φόρου. Παράλληλα, ο ΦΠΑ που καταβάλλεται για επαγγελματικές αγορές μπορεί, υπό τις νόμιμες προϋποθέσεις, να συμψηφίζεται με τον ΦΠΑ των πωλήσεων.
Το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Τιράνων προειδοποιεί ότι η διεύρυνση του φορολογικού καθεστώτος ενδέχεται να πιέσει μικρά καταστήματα, τεχνίτες και τοπικές επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών, οι οποίες λειτουργούν συχνά με περιορισμένα περιθώρια κέρδους.
Κατά την εκτίμηση των εκπροσώπων της αγοράς, η αύξηση του διοικητικού και φορολογικού κόστους μπορεί να ενισχύσει τα κίνητρα για παραμονή στην παραοικονομία, αντί να οδηγήσει αυτομάτως σε μεγαλύτερη φορολογική συμμόρφωση.

Αυξάνεται και ο ΦΠΑ στον τουρισμό
Στο στόχαστρο των αλλαγών βρίσκεται και ο τουριστικός κλάδος, καθώς προτείνεται η αύξηση του μειωμένου συντελεστή ΦΠΑ από 6% σε 10%. Η δημοσιονομική απόδοση του μέτρου εκτιμάται σε περίπου 600 εκατ. λεκ ετησίως.
Οι επιχειρήσεις του κλάδου εκφράζουν ανησυχία για τον χρόνο εφαρμογής της αλλαγής. Μέρος των συμβολαίων για την επόμενη τουριστική περίοδο συμφωνείται μήνες νωρίτερα, συχνά με προκαθορισμένες τιμές, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα άμεσης προσαρμογής των χρεώσεων.
Παράλληλα, η υποχώρηση του ευρώ έχει μειώσει σε όρους λεκ τα έσοδα επιχειρήσεων που συνεργάζονται με ξένους πελάτες και τουριστικούς πράκτορες, δημιουργώντας πρόσθετες πιέσεις.
Το Επιμελητήριο Τιράνων προειδοποιεί ότι η αύξηση του ΦΠΑ μπορεί είτε να περιορίσει τα κέρδη των επιχειρήσεων είτε να μεταφερθεί στις τιμές των τουριστικών υπηρεσιών. Σε μια αγορά όπου η ανταγωνιστικότητα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το συνολικό κόστος διαμονής και διακοπών, οι επιχειρηματίες φοβούνται ότι η αλλαγή θα δυσκολέψει την προσέλκυση επισκεπτών.

Νέες αυξήσεις στις ειδικές επιβαρύνσεις
Η φορολογική δέσμη περιλαμβάνει επίσης αυξήσεις ειδικών φόρων κατανάλωσης, κυρίως στα καπνικά προϊόντα και σε ορισμένα προϊόντα που συνδέονται με τα καύσιμα. Το συνολικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα από τις μεταβολές στους ειδικούς φόρους κατανάλωσης και τον αντίστοιχο ΦΠΑ υπολογίζεται σε περίπου 4,1 δισ. λεκ ετησίως. Για τον καπνό προτείνεται αύξηση του ειδικού φόρου κατά 350 λεκ ανά κιλό από την 1η Ιανουαρίου 2027, στο πλαίσιο ενός πολυετούς προγράμματος αυξήσεων που εκτείνεται έως το 2033.
Οι αλλαγές αυτές ενδέχεται να επηρεάσουν τις τελικές τιμές των προϊόντων που υπάγονται στη σχετική φορολογία, ανάλογα με τον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις θα απορροφήσουν ή θα μετακυλίσουν την επιβάρυνση.

Αλλαγές και στη φορολόγηση των μισθών
Η κυβέρνηση προτείνει παράλληλα αναπροσαρμογές στη φορολογία εισοδήματος από εργασία.
Το όριο εφαρμογής του συντελεστή 23% σχεδιάζεται να αυξηθεί από τις 200.000 στις 300.000 λεκ μηνιαίως, παρέχοντας φορολογική ελάφρυνση σε μέρος των εργαζομένων με υψηλότερες αποδοχές.
Ταυτόχρονα, προβλέπεται η εισαγωγή τρίτης φορολογικής κλίμακας με συντελεστή 32% για το τμήμα του μικτού μηνιαίου μισθού που υπερβαίνει τις 700.000 λεκ.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του υπουργείου Οικονομικών, η διεύρυνση του ορίου για τον συντελεστή 23% θα μειώσει τα κρατικά έσοδα κατά 1,98 δισ. λεκ, ενώ η νέα κλίμακα 32% αναμένεται να αποφέρει 970 εκατ. λεκ. Το συνολικό αποτέλεσμα θα είναι μείωση των φορολογικών εσόδων κατά περίπου 1 δισ. λεκ. Η συγκεκριμένη παρέμβαση αποτελεί μία από τις λίγες περιπτώσεις όπου το συνολικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα της προτεινόμενης αλλαγής είναι αρνητικό για τα κρατικά έσοδα.

Μετωπική αντίδραση από την επιχειρηματική κοινότητα
Οι προτάσεις έχουν προκαλέσει κοινό μέτωπο αντιδράσεων από σημαντικούς εκπροσώπους της αλβανικής επιχειρηματικότητας. Το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Τιράνων δηλώνει ότι στηρίζει τη μείωση του ΦΠΑ στα βασικά τρόφιμα, αλλά αντιτίθεται στην ταυτόχρονη αύξηση του φόρου επί των κερδών, του φόρου στα μερίσματα, του κανονικού ΦΠΑ και του φορολογικού βάρους στον τουρισμό. Σύμφωνα με το Επιμελητήριο, ο συνδυασμός συντελεστή 17% στα κέρδη και ΦΠΑ 21% θα κατατάξει την Αλβανία μεταξύ των χωρών με υψηλότερους αντίστοιχους φορολογικούς συντελεστές στα Δυτικά Βαλκάνια.
Από την πλευρά της, η Pro Export Albania εκτιμά ότι το πακέτο δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες στη μεταποίηση και στις εξαγωγές. Ο κλάδος αντιμετωπίζει ήδη πιέσεις από την υποχώρηση του ευρώ, την αύξηση του κόστους λειτουργίας και την απώλεια θέσεων εργασίας.
Οι παραγωγικές επιχειρήσεις ζητούν πολιτικές που θα ενθαρρύνουν τις επενδύσεις, την αυτοματοποίηση και την παραγωγή προϊόντων υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, αντί για νέες φορολογικές επιβαρύνσεις.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η Ένωση Αλβανών Παραγωγών, η οποία υπογραμμίζει ότι μόνο οι αυξήσεις στον φόρο κερδών και στον φόρο μερισμάτων θα στερήσουν από τις εταιρείες περίπου 85 εκατ. ευρώ ετησίως. Κατά την εκτίμησή της, πρόκειται για κεφάλαια που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν στην ανανέωση του εξοπλισμού, στην αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας και στον εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεων. Οι παραγωγοί προειδοποιούν, επίσης, ότι η αύξηση του ΦΠΑ μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερες τιμές ή σε συμπίεση των επιχειρηματικών περιθωρίων κέρδους.

Καταγγελίες για ανεπαρκή διαβούλευση
Πέρα από το περιεχόμενο των φορολογικών αλλαγών, η αντιπαράθεση αφορά και τον τρόπο με τον οποίο προωθείται το πακέτο.
Το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Τιράνων αναφέρει ότι στις 9 Οκτωβρίου απέστειλε τις προτάσεις του στο υπουργείο Οικονομικών και στο υπουργείο Οικονομίας και Καινοτομίας, χωρίς να λάβει απάντηση. Σύμφωνα με το Επιμελητήριο, οι εκπρόσωποι των επιχειρήσεων ενημερώθηκαν για τις προβλέψεις του πακέτου μέσω των μέσων ενημέρωσης, χωρίς να προηγηθεί ουσιαστική διαδικασία διαβούλευσης. «Οι επιχειρήσεις δεν πρέπει να ενημερώνονται αφού έχει ήδη διαμορφωθεί η φορολογική πολιτική. Πρέπει να συμμετέχουν στη διαβούλευση πριν από τη λήψη των αποφάσεων», είναι το μήνυμα που μεταφέρει το Επιμελητήριο.
Οι οργανώσεις ζητούν την αναστολή των αλλαγών που αυξάνουν τους φορολογικούς συντελεστές, τη διατήρηση του σημερινού ορίου υπαγωγής στον ΦΠΑ και την επανεξέταση των προτάσεων για τα μερίσματα και τον τουρισμό. Ζητούν, επίσης, να δημοσιοποιηθούν αναλύσεις για τις επιπτώσεις του πακέτου στις τιμές, στις επενδύσεις, στην απασχόληση και στην ανταγωνιστικότητα των αλβανικών επιχειρήσεων.
Από την πλευρά του, το υπουργείο Οικονομικών αιτιολογεί την αύξηση του φόρου επί των κερδών με την ανάγκη δικαιότερης κατανομής της φορολογικής επιβάρυνσης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, καθώς και με την ενίσχυση της δημοσιονομικής σταθερότητας.

Το στοίχημα του 2027
Η εικόνα που προκύπτει από τις προβλέψεις της φορολογικής δέσμης είναι αυτή μιας σημαντικής αναδιάρθρωσης των φορολογικών βαρών στην Αλβανία.
Το κράτος προσδοκά καθαρά πρόσθετα έσοδα 14 δισ. λεκ, περίπου 150 εκατ. ευρώ ετησίως. Οι επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με υψηλότερη φορολόγηση των κερδών και των μερισμάτων, ο κανονικός ΦΠΑ σχεδιάζεται να αυξηθεί στο 21%, ενώ περίπου 17.500 επιπλέον φορολογούμενοι αναμένεται να ενταχθούν στο καθεστώς ΦΠΑ.
Την ίδια στιγμή, η μείωση του ΦΠΑ στα βασικά τρόφιμα και οι αλλαγές στη φορολογία των μισθών αποτελούν παρεμβάσεις ελάφρυνσης, των οποίων το πραγματικό όφελος θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή τους και την τελική επίδραση στις τιμές και στα διαθέσιμα εισοδήματα.
Το βασικό ερώτημα για το 2027 είναι εάν η αύξηση των φορολογικών εσόδων θα συνοδευτεί από διατήρηση των επενδύσεων και της παραγωγικής δραστηριότητας ή εάν μέρος του κόστους θα μεταφερθεί στις τιμές, στην απασχόληση και στην ανταγωνιστικότητα.
Η τελική έκβαση θα εξαρτηθεί από τη μορφή με την οποία θα εγκριθούν τα μέτρα, από τις εξαιρέσεις που θα προβλεφθούν και από το πώς θα αντιδράσουν οι επιχειρήσεις και η αγορά. Για την αλβανική οικονομία, η φορολογική μεταρρύθμιση του 2027 δεν αφορά μόνο τα έσοδα του κράτους, αλλά και την ισορροπία ανάμεσα στη δημοσιονομική πολιτική, την επιχειρηματική δραστηριότητα και την αγοραστική δύναμη των πολιτών.

Διαβάστε ακόμη

Σχόλια