Ο βραβευμένος συγγραφέας Τηλέμαχος Κώτσιας, από τη Δρόπολη Βορείου Ηπείρου, μας έστειλε μια σειρά διηγημάτων για να μας κάνουν παρέα τις ημέρες του κορωνοϊού, που πρέπει να μείνουμε στα σπίτια μας. Μερικά από αυτά δημοσιεύονται για πρώτη φορά και άλλα δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικά περιοδικά. Τον ευχαριστούμε πολύ!
Ο νεαρός Στέλιος βοηθούσε τον πατέρα στην ψαρόβαρκα. Μπορεί να μην ήταν άριστος ούτε στα μαθηματικά και ούτε στα φιλολογικά, αλλά αγαπούσε τη δουλειά του ψαρά. Κάθε πρωί έβγαιναν με τον πατέρα στην ιχθυόσκαλα και πουλούσαν τα φρέσκα ψάρια τους. Ο νεαρός είχε μια ιδιαίτερη μανία και ταλέντο να ψαρεύει σαρδέλες τη νύχτα με προβολείς: το κοπάδι ακολουθούσε τη δέσμη του φωτός που το καθοδηγούσε και το έμπαζε στα δίχτυα.
Τα λαδώματα του πατέρα (ψαρώματα για την ακρίβεια) έκαναν να εξασφαλίσει στον νεαρό μια προσωρινή θέση στην αστυνομία, μένοντας μόνος του στη βάρκα. Ήταν ο καιρός που είχαν ανοίξει τα σύνορα, με την Αλβανία κυρίως, είχαν πλακώσει από παντού λαθρομετανάστες και η αστυνομία χρειάστηκε αύξηση προσωπικού.
Ο Στέλιος φόρεσε την αστυνομική στολή και εντάχτηκε σε ένα κλιμάκιο να κυνηγάει λαθρομετανάστες (τότε δεν τους έλεγαν ακόμα παράτυπους). Εκείνοι όμως είχαν αναπτύξει τα αντανακλαστικά τους και δεν έπεφταν εύκολα στα χέρια τους. Η ομάδα πολλές φορές γύριζε άπραγη παρά τα τρεξίματά της και ο Στέλιος ντρεπόταν, όπως όταν επέστρεφαν στην ιχθυόσκαλα με άδεια ψαρόβαρκα, ασχέτως αν τώρα ο μισθός του δεν εξαρτιόταν από την ψαριά, ήταν σίγουρος, βρέξει χιονίσει.
Βοηθός ήταν και τότε με τον πατέρα όπως και σήμερα, όμως ο ζήλος για τη δουλειά τον έκανε να νιώθει άβολα για τις αποτυχίες. Έπρεπε να αποδείξει τις ικανότητές του αν ήθελε να μονιμοποιηθεί.
Κατέστρωσε το σχέδιό του στα άλλα δυο μέλη της ομάδας. Πού να τρέχουν όλη τη μέρα και να επιστρέφουν στο τμήμα με μετά βίας έναν συλληφθέντα, κυρίως κανέναν ανήμπορο κι αδύνατο που τον λυπόνταν κι αυτόν και τον άφηναν πολλές φορές να φύγει, σαν να πέταγαν στο νερό τα ψάρια που δεν είχαν αξία. Εδώ στην αστυνομία ψάρευαν ακόμα με καλάμι. Έπρεπε να αλλάξουν τρόπο αλιείας αν ήθελαν καλύτερα αποτελέσματα.
Εξασφάλισαν ένα κλειστό βαν, το πασάλειψαν με ασβέστες και βγήκαν λίγο παρακάτω από την Ομόνοια, εκεί όπου μαζεύονταν οι μετανάστες που περίμεναν να περάσει κάποιος εργολάβος που έψαχνε για εργάτες. Σταμάτησαν μπροστά σε μια ομάδα εργατών και ο συνοδηγός φώναξε:
«Θέλουμε εργάτες για μπετό. Οχτώ, μέχρι δέκα άτομα, αλλά και περισσότερους θα βολέψουμε».
Μπούκαραν όλοι μέσα χωρίς να ρωτήσουν τι και πώς, μάλιστα ο ένας παρακάλεσε τον οδηγό να περιμένει μισό λεπτό και φώναξε το φίλο του που είχε απομακρυνθεί λίγο παρέκει, για να τρέξει να προλάβει.
Το βαν έκλεισε την πόρτα και ύστερα από δυο στροφές βρέθηκε μπροστά στην πόρτα του αστυνομικού τμήματος όπου οι αστυνομικοί παρέλαβαν τη λεία και άρχισαν να διαλέγουν, χώρια τους αλβανούς χώρια τους βουλγάρους, όπως πρώτα, χώρια τις τσιπούρες και χώρια τα λαβράκια.
«Έτσι γίνονται οι δουλειές» συνεχάρη ο προϊστάμενος το Στέλιο. Του υποσχέθηκε ότι θα εισηγηθεί τη μονιμοποίησή του.
Διαβάστε επίσης:
"Αδικημένοι": Διήγημα του Τηλέμαχου Κώτσια
Οι αλιείς
Μόνο ο πατέρας ήξερε πόσες συναγρίδες και κουτσομούρες χρειάστηκε να λαδώσει για να μην μείνει ο γιος του μια ζωή ψαράς όπως αυτός και να βρει μια δουλειά της προκοπής στο δημόσιο. Δεν είχε ο γιος του και πολλά προσόντα, ούτε το απολυτήριο του λυκείου δεν είχε πάρει και όσα λιγότερα τα προσόντα, τόσα περισσότερα ψάρια χρειάστηκαν για να τελειώσει δουλειά. Ο νεαρός Στέλιος βοηθούσε τον πατέρα στην ψαρόβαρκα. Μπορεί να μην ήταν άριστος ούτε στα μαθηματικά και ούτε στα φιλολογικά, αλλά αγαπούσε τη δουλειά του ψαρά. Κάθε πρωί έβγαιναν με τον πατέρα στην ιχθυόσκαλα και πουλούσαν τα φρέσκα ψάρια τους. Ο νεαρός είχε μια ιδιαίτερη μανία και ταλέντο να ψαρεύει σαρδέλες τη νύχτα με προβολείς: το κοπάδι ακολουθούσε τη δέσμη του φωτός που το καθοδηγούσε και το έμπαζε στα δίχτυα.
Τα λαδώματα του πατέρα (ψαρώματα για την ακρίβεια) έκαναν να εξασφαλίσει στον νεαρό μια προσωρινή θέση στην αστυνομία, μένοντας μόνος του στη βάρκα. Ήταν ο καιρός που είχαν ανοίξει τα σύνορα, με την Αλβανία κυρίως, είχαν πλακώσει από παντού λαθρομετανάστες και η αστυνομία χρειάστηκε αύξηση προσωπικού.
Ο Στέλιος φόρεσε την αστυνομική στολή και εντάχτηκε σε ένα κλιμάκιο να κυνηγάει λαθρομετανάστες (τότε δεν τους έλεγαν ακόμα παράτυπους). Εκείνοι όμως είχαν αναπτύξει τα αντανακλαστικά τους και δεν έπεφταν εύκολα στα χέρια τους. Η ομάδα πολλές φορές γύριζε άπραγη παρά τα τρεξίματά της και ο Στέλιος ντρεπόταν, όπως όταν επέστρεφαν στην ιχθυόσκαλα με άδεια ψαρόβαρκα, ασχέτως αν τώρα ο μισθός του δεν εξαρτιόταν από την ψαριά, ήταν σίγουρος, βρέξει χιονίσει.
Βοηθός ήταν και τότε με τον πατέρα όπως και σήμερα, όμως ο ζήλος για τη δουλειά τον έκανε να νιώθει άβολα για τις αποτυχίες. Έπρεπε να αποδείξει τις ικανότητές του αν ήθελε να μονιμοποιηθεί.
Κατέστρωσε το σχέδιό του στα άλλα δυο μέλη της ομάδας. Πού να τρέχουν όλη τη μέρα και να επιστρέφουν στο τμήμα με μετά βίας έναν συλληφθέντα, κυρίως κανέναν ανήμπορο κι αδύνατο που τον λυπόνταν κι αυτόν και τον άφηναν πολλές φορές να φύγει, σαν να πέταγαν στο νερό τα ψάρια που δεν είχαν αξία. Εδώ στην αστυνομία ψάρευαν ακόμα με καλάμι. Έπρεπε να αλλάξουν τρόπο αλιείας αν ήθελαν καλύτερα αποτελέσματα.
Εξασφάλισαν ένα κλειστό βαν, το πασάλειψαν με ασβέστες και βγήκαν λίγο παρακάτω από την Ομόνοια, εκεί όπου μαζεύονταν οι μετανάστες που περίμεναν να περάσει κάποιος εργολάβος που έψαχνε για εργάτες. Σταμάτησαν μπροστά σε μια ομάδα εργατών και ο συνοδηγός φώναξε:
«Θέλουμε εργάτες για μπετό. Οχτώ, μέχρι δέκα άτομα, αλλά και περισσότερους θα βολέψουμε».
Μπούκαραν όλοι μέσα χωρίς να ρωτήσουν τι και πώς, μάλιστα ο ένας παρακάλεσε τον οδηγό να περιμένει μισό λεπτό και φώναξε το φίλο του που είχε απομακρυνθεί λίγο παρέκει, για να τρέξει να προλάβει.
Το βαν έκλεισε την πόρτα και ύστερα από δυο στροφές βρέθηκε μπροστά στην πόρτα του αστυνομικού τμήματος όπου οι αστυνομικοί παρέλαβαν τη λεία και άρχισαν να διαλέγουν, χώρια τους αλβανούς χώρια τους βουλγάρους, όπως πρώτα, χώρια τις τσιπούρες και χώρια τα λαβράκια.
«Έτσι γίνονται οι δουλειές» συνεχάρη ο προϊστάμενος το Στέλιο. Του υποσχέθηκε ότι θα εισηγηθεί τη μονιμοποίησή του.
Διαβάστε επίσης:
"Αδικημένοι": Διήγημα του Τηλέμαχου Κώτσια

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών