Ο βραβευμένος συγγραφέας Τηλέμαχος Κώτσιας, από τη Δρόπολη Βορείου Ηπείρου, μας έστειλε μια σειρά διηγημάτων για να μας κάνουν παρέα τις ημέρες του κορωνοϊού, που πρέπει να μείνουμε στα σπίτια μας. Μερικά από αυτά δημοσιεύονται για πρώτη φορά και άλλα δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικά περιοδικά. Τον ευχαριστούμε πολύ!
Το ρολόι του τοίχου έδειχνε να τελειώνει ακόμα μια κουραστική
μέρα για τον οδοντίατρο Θωμά Παππά. Άρχισε να συγυρίζει και να
πλένει τα χέρια όταν χτύπησε το κουδούνι. Άνοιξε βαριεστημένος. Οι
συμπατριώτες του δεν ήταν καθόλου πειθαρχημένοι στα ωράρια. Τον
θεωρούσαν «δικό τους» και αυτός δεν τους χαλούσε τα χατίρια, μα
έφτασε η στιγμή που έπρεπε να βάλει κάποια τάξη.
Μπροστά του φανερώθηκε ο παλιός γνώριμος ο Λεονάρδος από το
Δέλβινο, τη μικρή πόλη όπου είχε υπηρετήσει τα πρώτα χρόνια της
καριέρας του, το γκαρσόν του κρατικού τσιπουράδικου και τώρα, μετά
από τόσα χρόνια σκληρής εργασίας και οινοποσίας, το πρόσωπό του
είχε σακουλιάσει, είχε κοκκινίσει και τα μάτια του ήταν σχεδόν πάντα
δακρυσμένα. Μαζί του ήταν και μια νεαρή που φαινόταν ολοκάθαρα ότι
είχε πονόδοντο.
«Ευτυχώς, σε πρόλαβα» είπε ο Λεονάρδος με κάποια ανακούφιση.
«Το κορίτσι μου, βλέπεις, έχει πρόβλημα, πολύ σοβαρό».
«Κόρη σου είναι; Να τη χαίρεσαι!» του είπε ο Θωμάς. Ήθελε να του
πει «μεγάλωσαν τα παιδιά μας», αλλά δεν ήθελε να ανοίξει κουβέντες
τέτοια ώρα.
«Ναι, κόρη μου. Πέτυχε στις πανελλήνιες και προετοιμάζεται για το
πανεπιστήμιο, αλλά τώρα ζητάμε τη βοήθεια σου, επειγόντως. Κάνε
ό,τι μπορέσεις, γιατρέ μου, σε παρακαλώ!»
Ο Θωμάς έριξε ένα γρήγορο βλέμμα στο κορίτσι.
«Είπα» συνέχιζε να καλοπιάνει το γιατρό ο Λεονάρδος. «Θα πάω στο
φίλο μου το Θωμά. Τόσα ρακιά τον έχω σερβίρει. Θα με βοηθήσει. Δεν
θα με βοηθήσει;»
Η κοπέλα κοίταζε το γιατρό ντροπαλά, σαν να αποδοκίμαζε την τόση
αμεσότητα του μπαμπά της και εκείνον που δεν ανταποκρινόταν με την
ίδια προθυμία.
«Αλβανούς μας ανεβάζουν, Αλβανούς μας κατεβάζουν» συνέχισε το
παράπονο ο Λεονάρδος. «Ούτε ξέρουν από πού κρατάει η σκούφια μας,
ούτε την Ιστορία μας ξέρουν, ούτε τίποτα. Την τύφλα τους ξέρουν!»
Ο γιατρός κούνησε το κεφάλι σαν να του έλεγε να μπει στο θέμα. Τα
ήξερε αυτά, αφού ακόμα κι αυτόν οι συνάδελφοί του, ως Αλβανό τον
έβλεπαν.
«Πήγαμε να βγάλουμε το δόντι σε μια καθηγήτρια» άρχισε να εξηγεί
ο Λεονάρδος. «Μας τη σύστησαν ως διάσημη. Σε εκείνη πηγαίνει και η
κυρία που δουλεύει η γυναίκα μου, γι’ αυτό και είπαμε να πάμε κι
εμείς. Μας είπε ότι είχε καταστραφεί και έπρεπε να το βγάλει. Το
εξέτασε, έβγαλε και ακτινοσκοπία, τι να σου πω, μεγάλα πράγματα».
Ο Θωμάς τον άκουγε λίγο ανόρεχτος. Ο καθένας ήθελε για ένα δόντι
να πει την ιστορία της ζωής του.
«Της έκανε ένεση και άρχισε να το βγάζει» συνέχισε ο Λεονάρδος,
«Αλλά έσπασε γιατί ήταν πολύ σάπιο και τώρα θέλει χειρουργείο.
Κοντεύω να τρελαθώ. Τι χειρουργείο είναι πάλι αυτό; Άλλα χρήματα
τώρα; Η κοπέλα έχει τρεις μέρες να κοιμηθεί από τον πόνο. Είπαμε να
έρθουμε και σε σένα για μια δεύτερη γνώμη. Να δούμε τι θα μας πεις κι
εσύ».
«Εγώ τα δικά σου τα δόντια τα γνωρίζω με ρίζες και ριζάρια» άρχισε
να μιλάει ο Θωμάς. «Είχες τότε όλους τους τραπεζίτες χάλια».
«Άσε τα δικά μου και τους τραπεζίτες μου! Τα ‘φαγαν τα ψωμιά
τους. Αλλά δες ψίχα της κοπέλας τώρα!» του είπε ο Λεονάρδος
νιώθοντας λιγάκι άβολα που είχε προτιμήσει άλλους γιατρούς με
ονόματα και τίτλους και όχι το συμπατριώτη του, τον απλό οδοντίατρο
της περιοχής τους, που τώρα είχε ανοίξει δικό του ιατρείο στο κέντρο
της Αθήνας.
Ο γιατρός πήρε να εξετάσει την κοπέλα. Την έβαλε να καθίσει στην
καρέκλα και της είπε να ανοίξει το στόμα.
«Πονάς;» τη ρώτησε κάποια στιγμή.
«Όχι. Είμαι ακόμα από την νάρκωση» απάντησε εκείνη με τη φωνή
της λιγάκι παραμορφωμένη. «Μόλις φύγαμε από την καθηγήτρια».
Ο γιατρός πήρε μια λεπτή πένσα, ύστερα πήρε κι ένα κατσαβίδι.
Κάτι έκανε μια με το ένα εργαλείο και μια με το άλλο μέσα στο στόμα
της. Ύστερα πήρε κι ένα μαχαιράκι, της είπε να μην κουνηθεί, κάτι
έκοψε και κάποια στιγμή έβαλε ταυτόχρονα μέσα στο στόμα και τα δυο
εργαλεία. Στο τέλος έβγαλε μια ματωμένη ρίζα δοντιού.
«Αυτό ήταν» είπε. «Τελειώσαμε».
«Πώς τελειώσαμε;» εξεπλάγη ο Λεονάρδος
«Το βγάλαμε. Αυτή ήταν η ρίζα. Να!»
«Δεν θα πάει για εγχείρηση;»
«Μα έγινε. Τελείωσε. Είχε ένα προβληματάκι. Είχε τη ρίζα λιγάκι
στραβά πάνω στο φρονιμίτη που μόλις άρχισε να φυτρώνει. Τι να σου
εξηγώ τώρα!»
«Μπα; Αυτή μου το παρίστανε σοβαρό».
«Σοβαρό ήταν» είπε ο Θωμάς.
«Και πώς δεν μου το έβγαλε αμέσως;»
«Ε! Αφού το είπες κι εσύ! Δεν ξέρουν καλά τις ρίζες μας» έδωσε
ανόρεχτος ο Θωμάς τη δική του εξήγηση. «Πού να τις ξέρουν».
Διαβάστε επίσης:
Διακοπές στην Ισλανδία: Διήγημα του Τηλέμαχου Κώτσια
Οι ρίζες
Το ρολόι του τοίχου έδειχνε να τελειώνει ακόμα μια κουραστική
μέρα για τον οδοντίατρο Θωμά Παππά. Άρχισε να συγυρίζει και να
πλένει τα χέρια όταν χτύπησε το κουδούνι. Άνοιξε βαριεστημένος. Οι
συμπατριώτες του δεν ήταν καθόλου πειθαρχημένοι στα ωράρια. Τον
θεωρούσαν «δικό τους» και αυτός δεν τους χαλούσε τα χατίρια, μα
έφτασε η στιγμή που έπρεπε να βάλει κάποια τάξη.
Μπροστά του φανερώθηκε ο παλιός γνώριμος ο Λεονάρδος από το
Δέλβινο, τη μικρή πόλη όπου είχε υπηρετήσει τα πρώτα χρόνια της
καριέρας του, το γκαρσόν του κρατικού τσιπουράδικου και τώρα, μετά
από τόσα χρόνια σκληρής εργασίας και οινοποσίας, το πρόσωπό του
είχε σακουλιάσει, είχε κοκκινίσει και τα μάτια του ήταν σχεδόν πάντα
δακρυσμένα. Μαζί του ήταν και μια νεαρή που φαινόταν ολοκάθαρα ότι
είχε πονόδοντο.
«Ευτυχώς, σε πρόλαβα» είπε ο Λεονάρδος με κάποια ανακούφιση.
«Το κορίτσι μου, βλέπεις, έχει πρόβλημα, πολύ σοβαρό».
«Κόρη σου είναι; Να τη χαίρεσαι!» του είπε ο Θωμάς. Ήθελε να του
πει «μεγάλωσαν τα παιδιά μας», αλλά δεν ήθελε να ανοίξει κουβέντες
τέτοια ώρα.
«Ναι, κόρη μου. Πέτυχε στις πανελλήνιες και προετοιμάζεται για το
πανεπιστήμιο, αλλά τώρα ζητάμε τη βοήθεια σου, επειγόντως. Κάνε
ό,τι μπορέσεις, γιατρέ μου, σε παρακαλώ!»
Ο Θωμάς έριξε ένα γρήγορο βλέμμα στο κορίτσι.
«Είπα» συνέχιζε να καλοπιάνει το γιατρό ο Λεονάρδος. «Θα πάω στο
φίλο μου το Θωμά. Τόσα ρακιά τον έχω σερβίρει. Θα με βοηθήσει. Δεν
θα με βοηθήσει;»
Η κοπέλα κοίταζε το γιατρό ντροπαλά, σαν να αποδοκίμαζε την τόση
αμεσότητα του μπαμπά της και εκείνον που δεν ανταποκρινόταν με την
ίδια προθυμία.
«Αλβανούς μας ανεβάζουν, Αλβανούς μας κατεβάζουν» συνέχισε το
παράπονο ο Λεονάρδος. «Ούτε ξέρουν από πού κρατάει η σκούφια μας,
ούτε την Ιστορία μας ξέρουν, ούτε τίποτα. Την τύφλα τους ξέρουν!»
Ο γιατρός κούνησε το κεφάλι σαν να του έλεγε να μπει στο θέμα. Τα
ήξερε αυτά, αφού ακόμα κι αυτόν οι συνάδελφοί του, ως Αλβανό τον
έβλεπαν.
«Πήγαμε να βγάλουμε το δόντι σε μια καθηγήτρια» άρχισε να εξηγεί
ο Λεονάρδος. «Μας τη σύστησαν ως διάσημη. Σε εκείνη πηγαίνει και η
κυρία που δουλεύει η γυναίκα μου, γι’ αυτό και είπαμε να πάμε κι
εμείς. Μας είπε ότι είχε καταστραφεί και έπρεπε να το βγάλει. Το
εξέτασε, έβγαλε και ακτινοσκοπία, τι να σου πω, μεγάλα πράγματα».
Ο Θωμάς τον άκουγε λίγο ανόρεχτος. Ο καθένας ήθελε για ένα δόντι
να πει την ιστορία της ζωής του.
«Της έκανε ένεση και άρχισε να το βγάζει» συνέχισε ο Λεονάρδος,
«Αλλά έσπασε γιατί ήταν πολύ σάπιο και τώρα θέλει χειρουργείο.
Κοντεύω να τρελαθώ. Τι χειρουργείο είναι πάλι αυτό; Άλλα χρήματα
τώρα; Η κοπέλα έχει τρεις μέρες να κοιμηθεί από τον πόνο. Είπαμε να
έρθουμε και σε σένα για μια δεύτερη γνώμη. Να δούμε τι θα μας πεις κι
εσύ».
«Εγώ τα δικά σου τα δόντια τα γνωρίζω με ρίζες και ριζάρια» άρχισε
να μιλάει ο Θωμάς. «Είχες τότε όλους τους τραπεζίτες χάλια».
«Άσε τα δικά μου και τους τραπεζίτες μου! Τα ‘φαγαν τα ψωμιά
τους. Αλλά δες ψίχα της κοπέλας τώρα!» του είπε ο Λεονάρδος
νιώθοντας λιγάκι άβολα που είχε προτιμήσει άλλους γιατρούς με
ονόματα και τίτλους και όχι το συμπατριώτη του, τον απλό οδοντίατρο
της περιοχής τους, που τώρα είχε ανοίξει δικό του ιατρείο στο κέντρο
της Αθήνας.
Ο γιατρός πήρε να εξετάσει την κοπέλα. Την έβαλε να καθίσει στην
καρέκλα και της είπε να ανοίξει το στόμα.
«Πονάς;» τη ρώτησε κάποια στιγμή.
«Όχι. Είμαι ακόμα από την νάρκωση» απάντησε εκείνη με τη φωνή
της λιγάκι παραμορφωμένη. «Μόλις φύγαμε από την καθηγήτρια».
Ο γιατρός πήρε μια λεπτή πένσα, ύστερα πήρε κι ένα κατσαβίδι.
Κάτι έκανε μια με το ένα εργαλείο και μια με το άλλο μέσα στο στόμα
της. Ύστερα πήρε κι ένα μαχαιράκι, της είπε να μην κουνηθεί, κάτι
έκοψε και κάποια στιγμή έβαλε ταυτόχρονα μέσα στο στόμα και τα δυο
εργαλεία. Στο τέλος έβγαλε μια ματωμένη ρίζα δοντιού.
«Αυτό ήταν» είπε. «Τελειώσαμε».
«Πώς τελειώσαμε;» εξεπλάγη ο Λεονάρδος
«Το βγάλαμε. Αυτή ήταν η ρίζα. Να!»
«Δεν θα πάει για εγχείρηση;»
«Μα έγινε. Τελείωσε. Είχε ένα προβληματάκι. Είχε τη ρίζα λιγάκι
στραβά πάνω στο φρονιμίτη που μόλις άρχισε να φυτρώνει. Τι να σου
εξηγώ τώρα!»
«Μπα; Αυτή μου το παρίστανε σοβαρό».
«Σοβαρό ήταν» είπε ο Θωμάς.
«Και πώς δεν μου το έβγαλε αμέσως;»
«Ε! Αφού το είπες κι εσύ! Δεν ξέρουν καλά τις ρίζες μας» έδωσε
ανόρεχτος ο Θωμάς τη δική του εξήγηση. «Πού να τις ξέρουν».
Διαβάστε επίσης:
Διακοπές στην Ισλανδία: Διήγημα του Τηλέμαχου Κώτσια

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών