Η Δρόπολη κατά την Τουρκοκρατία

Με την πτώση του Βυζαντίου και ενώ η εσωτερική κρίση είχε αρχίσει πολύ πριν την εµφάνιση του τουρκικού κινδύνου, ήδη από το τέλος του 14ου αι., ο δρόµος για την κατάλυση του δεσποτάτου και την ολοκλήρωση της οθωµανικής κυριαρχίας στην Ήπειρο είχε ανοίξει µε αποτέλεσµα την ολοκλήρωση της κατάληψης το έτος 1431 µ.Χ. Οι κατακτηµένες βαλκανικές χώρες σχηµάτισαν µια διοικητική ενότητα, το Εγιαλέτι της Ρούµελης (Ευρωπαϊκη Τουρκία) κάτω από τη διοίκηση του Μπεηλερµπεη της Ρούµελης, το οποίο διαιρούνταν σε σαντζάκια. Αργότερα πολλά από τα σαντζάκια ενώθηκαν σε πασαλίκια ή βιλαέτια, τα οποία διαιρούνταν σε καζάδες. Επί Τουρκοκρατίας η Ήπειρος αποτελούσε ενιαίο και αδιαίρετο τοπογραφικό σύνολο µε πρωτεύουσα πάντοτε τα Ιωάννινα. 
Όπως, και κατά τη Βυζαντινή περίοδο που βασική διοικητική µονάδα της Εκκλησίας ήταν η Μητρόπολη, έτσι και επί Τουρκοκρατίας κάθε µητρόπολη και επισκοπή είχε όχι µόνο συγκεκριµένη θέση στην «τάξη πρωτοκαθεδρίας» των αρχιερέων του Πατριαρχείου, αλλά και ακριβώς καθορισµένα γεωγραφικά όρια. Από την πλευρά αυτή η εκκλησιαστική γεωγραφία είναι πολύ πιο διδακτική από την πολιτική διοικητική διαίρεση σε σαντζάκια και καζάδες. 

Οι πέντε αιώνες δουλείας στάθηκαν στο σύνολο τους κρίσιµη εποχή για τον ελληνικό πληθυσµό της επαρχίας. Οι συνεχείς πόλεµοι αν και όχι ιδιαίτερα στη συγκεκριµένη περιοχή που µελετάµε, σφαγές, ληστείες, εξισλαµισµοί, εξανδραποδισµοί και µαζικές µεταναστεύσεις στην Ιταλία, Βλαχία, Κωνσταντινούπολη, στη νότια Ελλάδα και τελευταία στην Αµερική ελάττωσαν στο έπακρο τον ελληνικό πληθυσµό. Εν τούτοις η επισκοπή ∆ρυϊνουπόλεως, και από το 1835 ως µητρόπολη ∆ρυϊνουπόλεως ∆ελβίνου και Χειµάρρας, παρά τις αδυναµίες κάποιων Επισκόπων, παρέµεινε σε όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας η κατευθυντήρια δύναµη του ελληνικού πληθυσµού της επαρχίας και ο ακρίτας φρουρός του Ορθόδοξου Ελληνισµού. 

Η απελευθέρωση µιας µικρής γωνιάς της Ελληνικής γης δεν µπορούσε να ικανοποιήσει τους εθνικούς πόθους του ελληνικού λαού που το µεγαλύτερο µέρος του παρέµεινε υπόδουλο για περίπου έναν αιώνα και κάποιες περιοχές ακόµα και σήµερα, αν και οι τελευταίες συµµετείχαν στον Αγώνα της Ελευθερίας µε λογίους, εµπόρους και χιλιάδες πολεµιστών. Από αυτούς ορισµένοι είναι γνωστοί, αλλά οι περισσότεροι 45 παραµένουν άγνωστοι διότι δεν ανήκουν στην ελεύθερη Ελλάδα, σύµφωνα µε το αντιπατριωτικό ∆ιάταγµα του 1843 περί αυτοχθόνων και ετεροχθόνων, που χώρισε τους Έλληνες σε δυο κατηγορίες και εξακολουθεί υφιστάµενο κάτω από διαφορετική πλευρά ως σήµερα, µε αποτέλεσµα την µη δηµιουργική εξέλιξη στα πρώτα βήµατα και συνέχεια στην ανάπτυξη του Ελληνικού κράτους. 

Από τις αρχές του 1821 και µέχρι την απελευθέρωση το 1912 στην Ήπειρο διορίστηκαν, παύθηκαν και µετατέθηκαν διάφοροι οθωµανοί πασάδες, κάποιοι από αυτούς ήταν καλοπροαίρετοι και φιλήσυχοι και κάποιοι καταπίεζαν αφόρητα το χριστιανικό στοιχείο. 

Στο µεταίχµιο του 18ου και 19ου αι. έχουµε τις προσωπικές µαρτυρίες πολλών ευρωπαίων περιηγητών που περιόδευαν στην ενιαία Ήπειρο, οι οποίοι καταθέτουν τις µαρτυρίες τους, για την κατάσταση που επικρατούσε την περίοδο εκείνη στις τουρκοκρατούµενες περιοχές. Για την περίοδο της Τουρκοκρατίας θα αναφερθούµε σε κάθε θεµατική ενότητα ξεχωριστά. Οι ενότητες αυτές δεν µπορούσαν να έχουν πλήρη αυτονοµία µεταξύ τους αλλά σε αρκετά σηµεία η κάθε µία από αυτές διεισδύει στην άλλη. Αυτό έγινε διότι η συγκεκριµένη έρευνα προορίζεται πρώτον για τους ελληνόφωνους και αλβανόφωνους ελληνικούς πληθυσµούς της επαρχίας ∆ρυϊνουπόλεως, νυν Αργυροκάστρου, οι οποίοι αποµονωµένοι σχεδόν όλον τον 20ον αι. από την ελληνική παιδεία και επηρεασµένοι από την αλβανική προπαγάνδα, ξεκινώντας από την παιδεία, µέχρι τα γηρατειά τους δεν έχουν την ευκαιρία να αντιληφθούν την πραγµατικότητα για να υπερασπίζονται µε γνώση και θάρρος τα δίκαιά τους. Και δεύτερον για τους έλληνες της ελεύθερης Ελλάδας και του απόδηµου ελληνισµού, διότι εκτός από µια µερίδα οι υπόλοιποι δεν γνώριζαν και ούτε τους ενδιαφέρει αν υπάρχει η συγκεκριµένη επαρχία, το µόνο τους ενδιαφέρον είναι η καλοπέραση και ως προτέρηµα η προβολή της ανεπάρκειάς τους.

Πηγή: Διατριβή επί Διδακτορία της Ευτυχίας Παππά με τίτλο "Η Επαρχία Δρυϊνουπόλεως της Β. Ηπείρου κατά τη νεότερη περίοδο (Τουρκοκρατία, 20ος αιώνας)".

Διαβάστε ακόμη:

Σχόλια