Βορειοηπειρώτες πολιτικοί φυγάδες στην Ελλάδα (1945-1990) Μέρος 4ο

Σταύρος Γ. ΝΤΑΓΙΟΣ
Διδάκτωρ Ιστορίας

Τυπικές διαδικασίες υποδοχής
Μετά την είσοδο στην ελληνική επικράτεια και την αμελλητί εμφάνισή τους ενώπιον των αποσπασμάτων προκαλύψεως ή των σταθμών χωροφυλακής, οι φυγάδες –νηστικοί και αφυδατωμένοι οι περισσότεροι– σιτίζονταν και οδηγούντο σε πρόχειρους χώρους κράτησης και φιλοξενίας. Στη συνέχεια, μεταφέρονταν σε κέντρα ανάκρισης φυγάδων (ΚΑΦ) και, συγχρόνως, διατασσόταν η μεταγωγή τους σε ανάλογα κοινόβια. Η μεταγωγή από τα κέντρα ή τους σταθμούς της χωροφυλακής διενεργείτο από οπλίτες των κέντρων αλλοδαπών, τους οποίους διέθετε το ίδιο το κέντρο και, κατ’ ακολουθίαν, τακτοποιούσαν τα συνοδευτικά έγγραφά τους. Στους φυγάδες παρείχετο τροφοδοσία για 3-4 μέρες, καθώς η μεταγωγή διενεργείτο σιδηροδρομικώς ή ατμοπλοϊκώς από τη Θεσσαλονίκη, ή οδικώς από τα Ιωάννινα. Η συνήθης διαδρομή των πολιτικών φυγάδων ήταν από τα σύνορα προς το Γενικό Κέντρο Αλλοδαπών Μακεδονίας Θράκης (ή, αναλόγως, αλλαχού), από εκεί στη Διοίκηση Μεταγωγών Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια προς τους κατά τόπους καταυλισμούς, ανάλογα με τα πρώτα συμπεράσματα που εξάγοντο κατά την αρχική εξέταση/ανάκριση του φυγά.

Αρχικά, στους πρόσφυγες των ανατολικών χωρών δεν παρέχοντο ταξιδιωτικά έγγραφα ή άδεια διαμονής, αλλά καταχωρούντο χαρακτηριζόμενοι ως πολιτικοί φυγάδες και απολάμβαναν τα δικαιώματα που προέβλεπε η Συνθήκη της Γενεύης (1951) ή άλλες διεθνείς συμβάσεις. Το καθεστώς αυτό ίσχυε και σε άλλες χώρες του δυτικού κόσμου. Για τους Βορειοηπειρώτες υπήρχε κάποια διαφοροποίηση.

Στη συνέχεια, οι φυγάδες υπόκειντο στη διαδικασία της σήμανσης (δακτυλοσκόπηση), φωτογραφίζονταν στις κατά τόπους υποδιευθύνσεις εγκληματολογικών υπηρεσιών και υποβάλλονταν στην προβλεπόμενη υγειονομική εξέταση (εξέταση αίματος), για την οποία έκαστος έφερε σχετικό σημείωμα. Οι υπηρεσίες αλλοδαπών θεωρούσαν τους Αλβανούς του Κοσόβου Γιουγκοσλάβους πολίτες αλβανικής καταγωγής –που τέτοιοι ήταν– και τους κατέτασσαν με τον αριθμό 22, τους δε Αλβανούς της Αλβανίας με τον αριθμό 26. Οι Βορειοηπειρώτες δεν κατατάσσονταν στην κατηγορία αυτή.

Αποκατάσταση και περίθαλψη
Η Ελλάδα μετά τον πόλεμο διεκδικούσε την ένωση των Δωδεκανήσων (μελλοντικά και της Κύπρου) με την υπόλοιπη Ελλάδα, τη διευθέτηση των ελληνοβουλγαρικών συνόρων και την απόκτηση της Βορείου Ηπείρου. Μετά την ένωση των Δωδεκανήσων η απόκτηση της Βορείου Ηπείρου έμοιαζε εύκολη, αλλά δεν ήταν. Παρότι η χώρα εξήλθε χειμασμένη από την κατοχή και απώλεσε ουσιώδη διπλωματικά κεφάλαια κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου (1946-1949), σύμπασα η κοινωνία των πολιτών και η προπαγάνδα επιδόθηκαν σε πλειοδοτικές εθνικές παροχές με στομφώδεις δηλώσεις, καλλιεργώντας κλίμα εθνικής έξαρσης και ψυχικής μεταρσίωσης, η οποία, όμως, προσέκρουε στον σκεπτικισμό και στις αντιδράσεις των συμμάχων, Βρετανών και Αμερικανών, οι οποίοι επιθυμούσαν μία Αλβανία μη κομμουνιστική, αλλά ανεξάρτητη και ακέραιη. Εν ολίγοις, δεν συμφωνούσαν με τη σκέψη της αλλαγής του υπάρχοντος εδαφικού καθεστώτος μεταξύ των δύο χωρών. Όλο αυτό αποτελούσε σχήμα οξύμωρο για τους Βορειοηπειρώτες πολιτικούς φυγάδες: από τη μία η αγάπη του ελληνικού λαού και από την άλλη η δυστοκία της ελληνικής πολιτείας να τους βοηθήσει στη σισύφεια προσπάθεια της αποκατάστασης. Και στη μέση οι επιδιώξεις και οι σχεδιασμοί των βορειοηπειρωτικών συλλόγων, οι οποίοι δεν συνάδαν με τις πολιτικές, διπλωματικές και γεωπολιτικές εξελίξεις, αλλά την περίοδο εκείνη –περίοδο εθνικής ανάτασης– κανείς δεν θα αποτολμούσε να αποκηρύξει τις εθνικές αξιώσεις για τη Βόρειο Ήπειρο και να παραβάλει το βορειοηπειρωτικό ζήτημα όπως επέτασσαν οι δυτικοί μας σύμμαχοι. Πόσω μάλλον οι βορειοηπειρωτικοί σύλλογοι, οι οποίοι σχεδίαζαν να χρησιμοποιήσουν παντί τρόπω τους φυγάδες, εκτός από τις τεράστιες προσπάθειες για την περίθαλψη και αποκατάστασή τους

Οι Βορειοηπειρώτες πρόσφυγες διαχυθήκαν σε όλη την ελληνική επικράτεια, αλλά υπό την πίεση των σωματείων, η πλειοψηφία τους παρέμεινε στα Γιάννενα και τη Θεσπρωτία, ιδίως όσοι δεν είχαν συγγενικά πρόσωπα να τους υποστηρίξουν. Οι δύο βασικοί χώροι φιλοξενίας και εγκατάστασης υπήρξαν η Πέρδικα και η Ρίζιανη της Θεσπρωτίας στις εγκαταλελειμμένες μουσουλμανικές περιουσίες και στη συνέχεια αναγγέλθηκε η διανομή γεωργικού κλήρου, αλλά δεν υλοποιήθηκε ποτέ, λόγω της αντίδρασης των τοπικών πολιτευτών, οι οποίοι αντιδρούσαν κατά των επιδομάτων των Βορειοηπειρωτών που «ακόπως αποκτούν», όπως χαρακτηριστικά ανέφεραν. Αυτό προκάλεσε την αγανάκτηση των Βορειοηπειρωτών, οι οποίοι «θέλουν λίγες ελιές και χωράφι να ζουν, καθώς η εγκατάστασή τους εκεί είναι προσωρινή έως την απελευθέρωση της πατρίδας τους για να εξασφαλισθούν τα στοιχειώδη μέσα διαβίωσής τους», επέμεναν απελπισμένοι οι ταγοί των συλλόγων.

Ήδη από το 1945 είχε συγκροτηθεί στην Κέρκυρα η «Εθνική Ένωση Προσφύγων Βορειοηπειρωτών» υπό τους Εμμανουήλ Ρέτζου, Σταύρου Κόκκαλη και Σ. Παππά και την ίδια σχεδόν εποχή παρόμοια επιτροπή λειτουργούσε και στα Ιωάννινα υπό τον Λευτέρη Γκουβέλη.

Από το 1949 φιλοξενήθηκαν στην παιδούπολη «Αγία Ελένη» στα Ιωάννινα ανήλικα ασυνόδευτα βορειοηπειρωτόπουλα όπως και στην παιδούπολη «Απόστολος Παύλος» των Αθηνών μαζί με άλλους ελληνόπαιδες, θύματα του Εμφυλίου, υπό τη μέριμνα της βασίλισσας Φρειδερίκης

Το φθινόπωρο του 1953 εγκαινιάστηκε νηπιοκομικός σταθμός στο νησί των Ιωαννίνων για την προστασία της νηπιακής ηλικίας των Βορειοηπειρωτών, ο οποίος ήταν πίστωση της Παγκόσμιας Ένωσης Εκκλησιών, ενώ άλλο συσσίτιο που εγκαινιάστηκε την ίδια εποχή ήταν δωρεά του Πανοσολ. Πρωτοσύγκελου Χρυσοστόμου.

Τα βασικά προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι Βορειοηπειρώτες πολιτικοί φυγάδες ήταν η στεγαστική, επαγγελματική και αστική αποκατάσταση, η επέκταση του αγροτικού εποικισμού, η περίθαλψη των ανέργων και των απόρων, η ανάγκη εξεύρεσης εργασίας, η επανόρθωση των αδικιών όσον αφορά τους επικοισθέντες στον προσφυγικό καταυλισμό της Πέρδικας, η οριστική ρύθμιση του συνταξιοδοτικού ζητήματος των Βορειοηπειρωτών δασκάλων, η λήψη μέτρων υπέρ των Βορειοηπειρωτών μαθητών και σπουδαστών, η τακτοποίηση των θεμάτων που αφορούσαν τους Βορειοηπειρώτες αυτοκινητιστές και άλλα θέματα σχετιζόμενα με άλλες ειδικές κατηγορίες Βορειοηπειρωτών φυγάδων.

Ύστερα από αλλεπάλληλα υπομνήματα, αποφασίσθηκε να καταργηθούν οι λυόμενες κατασκευές προσφυγικές εγκαταστάσεις των Ιωαννίνων και να βρεθούν άλλες στεγαστικές λύσεις, όπως προσωρινή στέγαση σε οικήματα μισθωμένα από το δημόσιο.

Βορειοηπειρώτες βρέθηκαν και σε στρατόπεδα συγκέντρωσης όπου είχαν αποκατασταθεί και εγκατασταθεί Αλβανοί πολιτικοί φυγάδες όπως στο Στρατόπεδο της Σύρου, ο αριθμός των οποίων ανερχόταν σε 100 άτομα. Βορειοηπειρώτες πολιτικοί φυγάδες βρέθηκαν στον Αϊ-Στράτη, στη Μακρόνησο και αλλαχού.

Η εικόνα στους βορειοηπειρωτικούς προσφυγικούς καταυλισμούς δεν ήταν καλύτερη από τα υπόλοιπα προσφυγικά κοινόβια, αν εξαιρέσουμε κάποια σχετική ελευθερία κινήσεων και την ευκολότερη κοινωνική τους ένταξη, λόγω της γνώσης της γλώσσας, παρόλες τις κοπιώδεις προσπάθειες των ελληνικών αρχών. Η στεγαστική και επαγγελματική τους αποκατάσταση αποδεικνυόταν εξίσου οδυνηρή όσο και των υπολοίπων πολιτικών φυγάδων που φιλοξενούσε η χώρα.

Τα βορειοηπειρωτικά έντυπα ανέφεραν ότι περί των 6.000 Βορειοηπειρωτών πολιτικών φυγάδων είχαν καταφύγει στην Ελλάδα μεταπολεμικά ως πολιτικοί φυγάδες και εγένοντο εγκαρδίως δεκτοί με τα γλίσχρα μέσα που διέθετε η χώρα υπό τις γνωστές τραγικές συνθήκες, στις οποίες βρέθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η φυγή των Βορειοηπειρωτών, όμως, δεν θεωρείτο προσφυγικό ζήτημα, αλλά πρωτίστως εθνικό. Συνεπώς, τόνιζαν τα βορειοηπειρωτικά έντυπα, η Ελλάδα έπρεπε να επιδείξει τη μητρική στοργή για την περίθαλψη των τέκνων της, για να μην καταφύγουν πέραν των ωκεανών, αλλά να μείνουν πλησίον στην ιδιαίτερη πατρίδα τους, για να επιστρέψουν εκεί με την πρώτη ευκαιρία. Και ως πρώτη ευκαιρία νοείτο η εδαφική ένωση της διχοτομημένης περιοχής με τον μητροπολιτικό κορμό, σύμφωνα με την αντίληψη της εποχής.

Για λόγους πολιτικών σκοπιμοτήτων και προφανούς προσπορισμού ύστερα από αδιανόητη εισήγηση μιας πτέρυγας των βορειοηπειρωτικών σωματείων οι Βορειοηπειρώτες αποκλείσθηκαν κατά την πρώτη φάση από τα προνόμια των διεθνών προγραμμάτων περίθαλψης “εκτοπισμένων πληθυσμών” (“displaced persons”), με το αιτιολογικό ότι το βορειοηπειρωτικό αποτελούσε υπόθεση sui generis και θα επιλυόταν σύντομα, λόγω της διεθνούς θέσης του(!). Η καιροσκοπική αυτή προσέγγιση ‒που είχε ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό των φυγάδων από τη Βόρειο Ήπειρο‒ τους στέρησε τα οικονομικά πλεονεκτήματα, αλλά και τις διευκολύνσεις μετανάστευσης σε υπερπόντιες χώρες, προκαλώντας τεράστια δυσαρέσκεια, αναστάτωση και νευρικότητα στους κόλπους των Βορειοηπειρωτών προσφύγων, οι οποίοι ανέμεναν να μεταναστεύουν στις ΗΠΑ και την Αυστραλία, όπου θα τους υποδέχονταν οι οικείοι τους. Συγχρόνως, η ανεξήγητη αυτή πρακτική ανάγκασε μέρος Βορειοηπειρωτών σε άλλες χώρες ‒επί παραδείγματι στην Αίγυπτο‒ να ζητήσουν δικαιολογητικά από το αλβανικό προξενείο εκεί, αποποιούμενοι τη βορειοηπειρωτική ιδιότητα –ή και δηλώνοντας Αλβανοί– προκείμενου να πετύχουν τη μετανάστευση.

Στη συνέχεια, όμως, οι ταγοί των σωματείων αναθεώρησαν την πολιτική τους καθώς η προοπτική της λύσης που οραματίζονταν έμοιαζε μακρινή και οι προσμονές ανεδαφικές, και με διαβήματα και πρόσθετες εξηγήσεις, μερικές κατηγορίες Βορειοηπειρωτών –άλλα όχι όλοι– έγιναν δεκτοί στο αμερικανικό μεταναστευτικό πρόγραμμα του 1953.

Η αντίθετη πτέρυγα που δεν συμφωνούσε με την αρχική εισήγηση και οι βορειοηπειρωτικές εφημερίδες τόνιζαν ότι, σε σχέση με άλλους πρόσφυγες, οι Βορειοηπειρώτες δεν τύγχαναν της ίδιας προστασίας, αδικούντο κατάφορα, διότι για τους αλλοδαπούς (και δη τους Αλβανούς) προνοούσαν οι διεθνείς και οι φιλανθρωπικές οργανώσεις, ενώ οι Βορειοηπειρώτες είχαν αφεθεί στο έλεος της μοίρας τους. Παρέλειπαν, όμως, ότι το πρόβλημα είχαν προκαλέσει οι ίδιοι, με την βερμπαλιστική, υποσχετική, εμμονική αλλά εν τέλει μυωπική –πολλές φορές– πλειοδοσία τους. Βραδύτερα, το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, το οποίο υπαγόταν στο Αμερικανό Πρόγραμμα Προσφύγων, εκδήλωνε ίση μεταχείριση των Βορειοηπειρωτών με όλους τους αλλοδαπούς. Το πρόγραμμα αυτό παρείχε δωρεάν παροχή των ναύλων μετανάστευσης, χορήγηση δωρεάν ιματισμού, ειδών διατροφής, φαρμακευτική περίθαλψη και επαγγελματική αποκατάσταση.

Τα γεγονότα της Ουγγαρίας (το 1956) υποχρέωσαν το Αμερικανικό Πρόγραμμα να αναθεωρήσει και πάλι τους σχεδιασμούς του αποκλείοντας για ακόμα μια φορά τους φυγάδες Βορειοηπειρώτες από τα ευεργετικά μεταναστευτικά προγράμματα. Οι ηγήτορές τους αυτή τη φορά απευθύνθηκαν στην Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους πρόσφυγες, η οποία σε συνεννόηση με την Ελλάδα θα ανέπτυσσε πρόγραμμα για την επαγγελματική τοπική και στεγαστική αποκατάσταση των Βορειοηπειρωτών.

Η κίνηση αυτή προκαλούσε δικαιολογημένη οργή στους αδικημένους Βορειοηπειρώτες πολιτικούς φυγάδες. Η Ελλάδα παρείχε πολιτικό άσυλο σε αλλοδαπούς, υποβαλλόμενη σε οικονομικές θυσίες. Αλλά είχε ακαταμάχητο δικαίωμα να απαιτήσει από τον ΟΗΕ να παράσχει μεταχείριση στους Βορειοηπειρώτες, τουλάχιστον ίση με την παρεχόμενη προς τους αλλοδαπούς. Να μην φέρει επ’ ώμου μόνη της το βάρος των Βορειοηπειρωτών, αλλά να ζητήσει διεθνή βοήθεια και για τους Βορειοηπειρώτες, τους οποίους έως τότε περιέθαλπε μόνη της, τόνιζαν με διάχυτη πικρία οι εφημερίδες της βορειοηπειρωτικής ομογένειας σε Ιωάννινα και Αθήνα.

Οι εφημερίδες τόνιζαν με θλίψη ότι οι Βορειοηπειρώτες κατέφθαναν γυμνοί και πεινασμένοι στις παραμεθοριακές επαρχίες, όπως και οι υπόλοιποι Αλβανοί διά δύσβατων ορεινών διαβάσεων τη νύχτα, μέσα στο ψύχος και υπό τον τρόμο των αλβανών φυλάκων. Οι αρχές παρείχαν πρώτες βοήθειες σε τροφή (καθώς περνούσαν μέρες νηστικοί), ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και ρουχισμό. Αυτό γινόταν ‒άλλα όχι πάντα‒ υπό την αιγίδα του Γραφείου του Αμερικανικού Προγράμματος Προστασίας Προσφύγων και την αυθόρμητη συμπαράσταση του Κλιμακίου του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών των Ιωαννίνων, ενώ η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ενέπιπτε στη δικαιοδοσία του Υπουργείου Πρόνοιας.

Στους Βορειοηπειρώτες των καταυλισμών εκδίδονταν Δελτία Τροφίμων διά των οποίων εφοδιάζονταν με ιματισμό και ρούχα ή, ελλείψει αυτών, επεδείκνυαν Βεβαίωση Απορίας εκδιδόμενη από το Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας. Εν ολίγοις, οι φυγάδες της Βορείου Ηπείρου ζούσαν υπό την ελεημοσύνη των καλών προθέσεων των κυβερνητικών τιτλούχων.

Ο Μητροπολίτης Αργυροκάστρου Παντελεήμων χαρακτήριζε τους Βορειοηπειρώτες περιφρονημένους, παρότι χαρακτηρίζονταν από σύνεση και σεμνότητα και όχι από ραγιαδισμό και δουλικότητα οι οποίοι παραμένουν γνήσιοι πατριώτες και αφοσιωμένοι στην υπόθεση της ελευθερίας. Όλοι αυτοί, επεσήμανε, καταφεύγουν στη μητέρα πατρίδα «για να υποστούν αγόγγυστα τη μοίρα του υποδεέστερου πρόσφυγα», αλλά επειδή χαρακτηρίζονται από «έμμονη πατριδολατρία», δεν τους επιτρέπεται η έκφραση οιουδήποτε παραπόνου. Είναι περήφανοι για την «ιδιαίτερη καταγωγή τους».

Οι Βορειοηπειρώτες πολιτικοί φυγάδες, σύμφωνα με το σκεπτικό του, διέφεραν από τις άλλες κατηγορίες προσφύγων, γιατί η αιτία που τους αναγκάζει να καταφύγουν στη μητέρα πατρίδα ήταν αποκλειστικά η εθνική τους δράση, ως αντιστάθμισμα ενός ανώφελου θανάτου από το καθεστώς των Τιράνων. Η καταφυγή τους στην πατρίδα ήταν όχι το σωτήριο καταφύγιο για μια ήσυχη και χωρίς εφιάλτες ζωή, αλλά μια λύση που θα τους έδινε τα φτερά και τη δυνατότητα για μια καινούρια πορεία στον ακατάπαυστο αγώνα για τη λευτεριά της σκλάβας τους πατρίδας. Το μαχητικό, όμως, πνεύμα του, το οποίο προσέδιδε στους Βορειοηπειρώτες, δεν ήταν και τόσο αρεστό στους διεθνείς οργανισμούς, οι σχεδιασμοί των οποίων περί του αμετάβλητου των συνόρων παρέμεναν αμετακίνητοι.

Συνεπώς, σε αυτό τον κυκεώνα σχεδιασμών, πολιτικών επιδιώξεων, στυγνής ιδιοτέλειας και ματαιόδοξων φιλοδοξιών, οι Βορειοηπειρώτες πολιτικοί φυγάδες εξακολουθούσαν, έως αργά, να βιώνουν μια ιδιόρρυθμη άδικη και άνιση αντιμετώπιση, εγκαταλελειμμένοι από τους διεθνείς οργανισμούς. Οι πιέσεις των σωματείων και των συλλόγων κατέστησαν φορτικές και για τον λόγο αυτό η κυβέρνηση των συνταγματαρχών, παρότι είχε αλώσει τα περισσότερα βορειοηπειρωτικά σωματεία, τον Αύγουστο του 1973 εξέδωσε Υπουργική Απόφαση –ο υπουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών της κυβέρνησης, Ιωάννης Λαδάς– περί επέκτασης της κοινωνικής προστασίας σε ομάδες προσφύγων και ομογενών. Η απόφαση αυτή συμπεριλάμβανε, εκτός των Βορειοηπειρωτών, και τους πρόσφυγες και ομογενείς που, μετά από τις διώξεις που υπέστησαν, εγκατέλειπαν την Κωνσταντινούπολη, την Ίμβρο και την Τένεδο, καθώς και τους ομογενείς από την Αίγυπτο, λόγω των πολιτικών αλλαγών στη χώρα και των μεταρρυθμίσεων που εισήγαγε από το 1956 έως το 1970 ο πρόεδρος Γκαμάλ Άμπντελ Νάσερ (Gamal Abdel Nasser). Στην Υπουργική Απόφαση, οι πρόσφυγες και ομογενείς διαχωρίζονταν ανάλογα με τη χώρα προέλευσης, ενώ και οι Κύπριοι συγκαταλέγονταν στην κατηγορία των ομογενών.

Η αλβανική κομμουνιστική προπαγάνδα εκμεταλλεύτηκε τις δυσχέρειες αυτές και το 1947 η ελληνόφωνη εφημερίδα «Λαϊκό Βήμα» κατηγορούσε ευθέως την Ελλάδα για τον τρόπο υποδοχής, περίθαλψης και αποκατάστασης τον Βορειοηπειρωτών, οι οποίοι είχαν παρασυρθεί, σύμφωνα με την εφημερίδα, και είχαν καταφύγει στην Ελλάδα το 1944-1945. Η εφημερίδα ανέφερε ότι οι ξενόδουλη κυβέρνηση του ελληνικού μοναρχοφασισμού συλλαμβάνει και εκτοπίζει τους μειονοτικούς δημοκράτες, συγκεκριμένα μνημόνευε ότι 25 μειονοτικοί δημοκράτες είχαν εξοριστεί σε διάφορα μέρη της χώρας και ξεχώριζε την υπόθεση του Γιώργου Κουτσουμπίνα, ο οποίος είχε πέσει και αυτός θύμα του ελληνικού μοναρχοφασισμού και που, παρότι ο ίδιος ήταν εμποτισμένος με σοβινιστική δηλητήριο, μοίραζε προκηρύξεις του ΕΑΜ στα Ιωάννινα και γι αυτό εξορίστηκε. Σύμφωνα πάντα με την εφημερίδα, οι ελληνικές αρχές εξανάγκαζαν τους μειονοτικούς να καταταγούν στις τάξεις του Εθνικού Στρατού μαχόμενοι κατά του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος, συγκεκριμένα κλήθηκαν υπ’ όπλα 150 καταταγέντες, αλλά οι 80 είχαν ήδη λιποτακτήσει. Οι πληροφορίες της εφημερίδας ελέγχονται υποβολιμαίες και ψευδείς καθώς την περίοδο εκείνη ο Γιώργος Κουτσουμπίνας, πρώην γραμματέας του ελληνικού προξενείου Αγίων Σαράντα, αποτελούσε μαύρο πανί για τις αλβανικές αρχές, καθώς εμφανιζόταν δραστήριος στους κύκλους του βορειοηπειρωτικού συλλόγου των Ιωαννίνων. Στη δίκη των κατηγορούμενων Βορειοηπειρωτών Αθανασίου Λιάκου του Κώστα και Αθανασίου Μάνου του Γιώργη ενώπιον του Στρατοδικείου Αργυρόκαστρου την 13ηςΔεκεμβρίου 1947 αμφότεροι κατηγορούμενοι για πολιτικά αδικήματα αναφερόταν ότι ο Γιώργος Κουτσουμπίνας ως πολιτικός φυγάς στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στα Ιωάννινα κατέβαλε άοκνες προσπάθειες για να εξυφάνει κατασκοπευτικό δίκτυο και να έρθει σε επαφή με Βορειοηπειρώτες ακραιφνείς πατριώτες εναπομείναντες στα χωριά της Δρόπολης και να οργανώσει ανατρεπτικό πραξικόπημα με απώτερο στόχο την απόσπαση της Βορείου Ηπείρου.

(Συνεχίζεται)

Διαβάστε ακόμη

Σχόλια