Το κλαρίνο που δεν έσβησε ποτέ

Το Σάββατο, σήκωσε το κλαρίνο του προς τον ουρανό. «Αυτό είναι το τελευταίο», μου είπε. Και έπαιξε μέσα στα μάτια μου. Φαινότανε από το παράθυρο του πέμπτου ορόφου του θεραπευτηρίου το στάδιο «Ειρήνης και φιλίας». Η θάλασσα βούιξε, τα δέντρα έσκυψαν, τα πουλιά σίγησαν. Την επόμενη έφυγε. Έγινε ο Πέτρος των ουρανών. Κυριακή ήταν. Λες και ο ουρανός του έδωσε την άδεια να φύγει. Και έφυγε… αλλά η Ήπειρος δεν τον άφησε. Τον κράτησε στους ήχους της.
*
Τον άκουγα από μικρός, πίσω απ’ τα παραθύρια, όταν στις πλατείες σήκωνε το βράχο του τόπου μου στους ώμους του και τον έκανε μελωδία. Δεν έπαιζε, έλεγε. Δεν φυσούσε, ανάσταινε. Όταν έφυγε, νόμισα πως σίγησε το μοιρολόι του τόπου. Αλλά όχι. Ένας ήχος που κόπηκε απότομα, αλλά εκείνο το κλαρίνο αντηχεί ακόμη.
*
Κανείς από εμάς δεν θέλει να πιστέψει ότι θα ’ρθει πανηγύρι χωρίς τον Πετρολούκα.
Δεν ήταν ήχος, ήταν προσευχή.
Εκείνο το μοιρολόι θα ήθελα να το ακούσω από την αρχή. Να παίζει το δάκρυ μου για την απώλεια και του δικού μου πατέρα.
*
Αν η Ήπειρος θα ήταν φύλο άρρεν, θα ήθελα να είχε το πρόσωπο του Πετρολούκα. Ζαρωμένο απ’ τον χρόνο, φωτισμένο απ’ τη μουσική, και βαθύ σαν τη χαράδρα του Βίκου. Ένας ολόκληρος τόπος. Ένας τόπος γεμάτο ήχους. Δεν πέθανε. Επέστρεψε στο σώμα της Ηπείρου, απ’ όπου πάντα ανήκε.
*
Τώρα πια θα στέκεται δίπλα-δίπλα με τον Ρούντα, τον Τάσο Χαλκιά, τον γιο του, με όλα τα κλαρίνα του τόπου μου.
Να παίζουνε για τον αδελφό μου, για την μάνα μου, για τον πατέρα σου , για όλους τους Αγγέλους μαζί. Αν ακούσετε κάποιους ήχους τα μεσάνυχτα, να ξέρετε, για όλους εσάς θα είναι.
*
Δεν μιλούσε πολύ. Όταν κοιτούσε, ένιωθες το βάρος του τόπου. Κουβαλούσε στα μάτια του όλα τα βουνά της πατρίδας μας. Όταν χαμογελούσε, ήταν σαν να έσπαγε η πέτρα. Κι από μέσα της έβγαινε μουσική. Τέτοιος ήταν. Πετρολούκας : Πέτρα και Λουλούδι μαζί.
*
Μ’ άκουσε μια μέρα ο εγγονός μου να ακούω Πετρολούκα. Μου λέει: «Παππού, ποιος παίζει τόσο όμορφα;». Του λέω: «Ένας που τώρα είναι στον ουρανό». Σώπασε. Και μου είπε: «Μα παίζει ακόμα». Ναι, παίζει ακόμα. Όσο τον ακούμε, ζει. Και θα ζει.
*
Δεν ήθελε λουλούδια. Μόνο το κλαρίνο του ήθελε δίπλα. Σαν να του έλεγαν: «Δεν σου το παίρνουμε. Στο επόμενο πανηγύρι, θα σε περιμένει». Και κάπου μέσα μου νιώθω πως θα το ξαναπιάσει. Όχι εδώ. Αλλά κάπου που δεν τελειώνει ο ήχος.
********
Απόσπασμα από το μυθιστόρημά : Δώδεκα απόστολοι. Του Βασίλη Κ. Παππά

Διαβάστε ακόμη

Σχόλια