Το ζήτημα των ελληνικών «εθνικών διεκδικήσεων» μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αποτέλεσε πεδίο ιδεολογικών, πολιτικών και γεωστρατηγικών συγκρούσεων, τόσο στο εσωτερικό της Ελλάδας όσο και στο ευρύτερο πλαίσιο των μεταπολεμικών ανακατατάξεων. Η περίοδος 1941–1949, που περιλαμβάνει την Κατοχή, την Απελευθέρωση και τον Εμφύλιο Πόλεμο, υπήρξε καθοριστική για τη διαμόρφωση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, αλλά και για την ιδεολογική τοποθέτηση των πολιτικών δυνάμεων σε σχέση με το τι συνιστά «εθνικό συμφέρον».
Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ), το οποίο αναδείχθηκε σε πρωταγωνιστικό πολιτικό και στρατιωτικό φορέα της Αντίστασης, προσέγγισε το ζήτημα των εθνικών διεκδικήσεων από μια εντελώς διαφορετική οπτική σε σχέση με τα παραδοσιακά αστικά κόμματα. Ενώ οι κυβερνήσεις του εξωτερικού (Τσουδερός, Παπανδρέου) και αργότερα της μεταπολεμικής περιόδου διατύπωναν ένα πλαίσιο διεκδικήσεων που στηριζόταν σε αρχές αυτοδιάθεσης, ασφάλειας και διεθνών αναγνωρίσεων, το ΚΚΕ αμφισβήτησε την ίδια τη λογική της εδαφικής επέκτασης και επεδίωξε να εντάξει την Ελλάδα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο βαλκανικής συνεργασίας υπό την ηγεμονία του σοσιαλιστικού στρατοπέδου.
Ο Ιωάννης Κωτούλας, στο έργο του Ιστορία της Ελληνικής Γεωπολιτικής (2021), αναδεικνύει τις αντιφάσεις και τις μετατοπίσεις αυτής της στάσης, παρουσιάζοντας την ιδεολογική και πολιτική πορεία του ΚΚΕ από τη θεωρία των «δύο πόλων» του Νίκου Ζαχαριάδη έως τη σλαβόφιλη προσέγγιση της περιόδου του Εμφυλίου.
1. Το πλαίσιο των εθνικών διεκδικήσεων μετά το 1945
Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, το 1944, το επίσημο ελληνικό κράτος, παρά τα εσωτερικά του προβλήματα, προσπάθησε να διαμορφώσει ένα σαφές πλαίσιο εθνικών διεκδικήσεων. Σύμφωνα με την εγκύκλιο του Υπουργείου Εξωτερικών της 23ης Μαΐου 1945, οι ελληνικές θέσεις βασίζονταν σε τέσσερις αρχές:
α) το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των πληθυσμών (ιδίως σε Δωδεκάνησα, Βόρειο Ήπειρο, Κύπρο),
β) τις διεθνείς συνθήκες και αναγνωρίσεις,
γ) τη στρατιωτική ασφάλεια (ζήτημα Ροδόπης),
δ) την οικονομική ασφάλεια.
Οι διεκδικήσεις αυτές εκφράστηκαν έντονα στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων (1946), όπου η Ελλάδα ζήτησε την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων, της Βορείου Ηπείρου και τμήματος της βουλγαρικής Ροδόπης. Ωστόσο, η εμφύλια σύγκρουση και η ένταση του Ψυχρού Πολέμου μετέβαλαν ριζικά το περιβάλλον.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι θέσεις του ΚΚΕ για το εδαφικό ζήτημα δεν μπορούν να ιδωθούν απομονωμένα αλλά ως αντανάκλαση της συνολικής ιδεολογικής του τοποθέτησης απέναντι στο ελληνικό κράτος, στη Δύση και στη Σοβιετική Ένωση.
2. Η θεωρία των δύο πόλων του Νίκου Ζαχαριάδη
Κατά την πρώτη μεταπολεμική φάση (1944–1946), το ΚΚΕ προσπάθησε να διαμορφώσει μια «ουδετερόφιλη» θέση, γνωστή ως «θεωρία των δύο πόλων». Ο Νίκος Ζαχαριάδης, γενικός γραμματέας του κόμματος, πρότεινε μια εξωτερική πολιτική ισορροπίας μεταξύ του βαλκανικο-ευρωπαϊκού και του μεσογειακού-θαλάσσιου χώρου.
Σε άρθρο του στον Ριζοσπάστη (5 Ιουνίου 1945), ο Ζαχαριάδης υποστήριζε ότι η Ελλάδα, ως γεωγραφικά «διπλή» χώρα —με βαλκανική ενδοχώρα και μεσογειακό χαρακτήρα— όφειλε να αξιοποιήσει τη θέση της για να τηρεί ίσες αποστάσεις από τη Μεγάλη Βρετανία και τη Σοβιετική Ένωση. Η λογική αυτής της στάσης ήταν πολιτικά πραγματιστική: το ΚΚΕ επιδίωκε να αποφύγει την πλήρη ταύτιση με τη Μόσχα, διατηρώντας περιθώρια διαπραγμάτευσης και επιρροής στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Κωτούλας, αυτή η θεωρία υπήρξε σύντομης διάρκειας και εσωτερικά αντιφατική. Το ΚΚΕ δεν είχε τη δυνατότητα να τηρήσει ουδετερότητα σε μια περίοδο όπου οι γεωπολιτικοί πόλοι παγίωναν τα στρατόπεδά τους. Η πραγματικότητα του Ψυχρού Πολέμου και η βρετανική στρατιωτική παρουσία στην Ελλάδα (Δεκέμβριος 1944) κατέστησαν ανεφάρμοστη κάθε ιδέα ισορροπίας.
Ο ίδιος ο Ζαχαριάδης αναγκάστηκε το 1956 να δώσει απολογητικές εξηγήσεις ενώπιον των εκπροσώπων των ανατολικών κομμάτων, υποστηρίζοντας ότι η θεωρία των δύο πόλων ήταν απλώς μια τακτική προσαρμογής στις γεωπολιτικές συνθήκες της εποχής.
3. Η στάση του ΚΚΕ απέναντι στις ελληνικές διεκδικήσεις (1945–1946)
Η 12η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ (Ιούνιος 1945) ανέδειξε τις βασικές αρχές της κομμουνιστικής αντίληψης για τα εθνικά ζητήματα. Το κόμμα, απορρίπτοντας τον «σοβινισμό» της Δεξιάς, δήλωνε ότι η πραγματική εθνική πολιτική θα έπρεπε να στηρίζεται στην ειρηνική συνύπαρξη και συνεργασία των βαλκανικών λαών, με τη στήριξη της Σοβιετικής Ένωσης και της Μεγάλης Βρετανίας.
Το ΚΚΕ πρότεινε τη διεξαγωγή δημοψηφισμάτων για τον καθορισμό του μέλλοντος περιοχών όπως τα Δωδεκάνησα, η Βόρειος Ήπειρος και η Κύπρος. Η θέση αυτή, αν και εμφανιζόταν ως δημοκρατική, ερχόταν σε αντίθεση με την επίσημη ελληνική γραμμή, ιδίως για τα Δωδεκάνησα, όπου η ελληνικότητα του πληθυσμού ήταν αδιαμφισβήτητη. Στην ουσία, η πρόταση αυτή λειτουργούσε αποτρεπτικά για την προώθηση των ελληνικών αιτημάτων, εξυπηρετώντας την επιθυμία του ΚΚΕ να διατηρήσει φιλικές σχέσεις με τα βαλκανικά κομμουνιστικά κράτη.
Αντίθετα, το ΚΚΕ δεν υποστήριξε ενεργά τη διεκδίκηση της Βορείου Ηπείρου, προτιμώντας τη σύσφιξη σχέσεων με την Αλβανία του Ενβέρ Χότζα, ενώ αρνήθηκε να συνταχθεί με τις εθνικές επιδιώξεις κατά της Βουλγαρίας για τη Ροδόπη. Η στάση αυτή ερμηνεύεται όχι ως έλλειψη πατριωτισμού, αλλά ως προτεραιοποίηση της κομμουνιστικής διεθνιστικής αλληλεγγύης έναντι της εθνικής ολοκλήρωσης.
4. Η ιδεολογική στροφή: Από τον ουδετερισμό στη σλαβοφιλία (1946–1949)
Από το 1946 και εξής, το ΚΚΕ εγκαταλείπει οριστικά την πολιτική ουδετερότητας και υιοθετεί ανοιχτά αντιδυτική και φιλοσοβιετική στάση. Η στρατηγική αυτή υπαγορεύθηκε από δύο καθοριστικούς παράγοντες:
Ο Μπαρτζιώτας κατηγορούσε τις ελληνικές κυβερνήσεις ότι προσπαθούσαν να αποκόψουν την Ελλάδα από τον «φυσιολογικό βαλκανικό κορμό» και να την υποτάξουν στα συμφέροντα της Σίτι και της Ουόλ Στρητ. Ο όρος «σλαβικός κίνδυνος», σύμφωνα με αυτόν, δεν ήταν παρά επινόηση της αστικής προπαγάνδας για να δικαιολογήσει τη δυτική εξάρτηση της χώρας.
Στην ίδια γραμμή, η προπαγανδιστική μπροσούρα «Σλαβικός Κίνδυνος ή αμερικανοκρατία και εθνικός φασισμός;» (1947), τυπωμένη πιθανότατα στο Μπούλκες, παρουσιάζει τη σλαβική κοινότητα ως πυρήνα του παγκόσμιου σοσιαλισμού. Ο συγγραφέας μάλιστα επιτίθεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, κατηγορώντας το ότι συνέβαλε στη διαιώνιση της εθνικής διχόνοιας, προβάλλοντας μια σχεδόν θρησκευτικά απογυμνωμένη ιδέα της «βαλκανικής ενότητας».
Η ιδεολογική αυτή αναθεώρηση είχε βαθύτατες συνέπειες. Το ΚΚΕ, μέσα από τη συνεργασία του με τους γιουγκοσλάβους, βούλγαρους και αλβανούς κομμουνιστές, άρχισε να αποδέχεται –έστω έμμεσα– την ύπαρξη μιας «μακεδονικής εθνότητας». Η υποστήριξη του «μακεδονικού ζητήματος» από τον Τίτο, σε συνδυασμό με τις ανάγκες στρατολόγησης και εφοδιασμού του ΔΣΕ, οδήγησαν σε μια επικίνδυνη σύμπλευση, που εκλήφθηκε από το ελληνικό κράτος ως προδοτική.
Ο Κωτούλας, ερμηνεύοντας αυτή τη μεταστροφή, τη συνδέει με τη βαθύτερη γεωπολιτική αντίληψη του ΚΚΕ, το οποίο από θαλάσσιο κράτος ήθελε να μετατρέψει την Ελλάδα σε «χερσαίο κρίκο» του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, αποκομμένη από τον μεσογειακό χώρο που θεωρούσε «ιμπεριαλιστικό».
5. Η αποτυχία της πολιτικής αυτής και οι συνέπειες
Η γραμμή του ΚΚΕ για τα εθνικά ζητήματα κατέληξε σε στρατηγικό αδιέξοδο. Η υπερβολική εξάρτηση από τα βαλκανικά καθεστώτα, η ιδεολογική προσκόλληση στη Μόσχα και κυρίως η υποτίμηση της ελληνικής εθνικής ευαισθησίας οδήγησαν το κόμμα σε πολιτική απομόνωση.
Η αναγνώριση μακεδονικής μειονότητας και οι αναφορές σε πιθανές «παραχωρήσεις» εδαφών προς τους βόρειους γείτονες υπονόμευσαν πλήρως τη νομιμοποίησή του. Μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού (1949), η ρητορική περί «βαλκανικής ενότητας» εγκαταλείφθηκε, ωστόσο το ιδεολογικό αποτύπωμα παρέμεινε: το ΚΚΕ ταύτισε επί δεκαετίες τον πατριωτισμό με τον διεθνισμό, απορρίπτοντας κάθε μορφή εθνικής διεκδίκησης ως αστικό κατάλοιπο.
Η Σοβιετική Ένωση, από τη δεκαετία του 1950, συνέχισε να στηρίζει τις αριστερές πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, εντός και εκτός κοινοβουλίου, με στόχο την ιδεολογική αποδυνάμωση της δυτικής επιρροής. Όπως αναφέρεται στο Mitrokhin Archive (Andrew & Mitrokhin, 1999), η KGB ασχολήθηκε συστηματικά με την πολιτική επιρροή στην Ελλάδα, ιδίως μέσω του ελέγχου των κομμουνιστικών οργανώσεων εξωτερικού.
6. Σχολιασμός – Ερμηνεία
Η στάση του ΚΚΕ απέναντι στις «εθνικές διεκδικήσεις» δεν μπορεί να ερμηνευτεί απλώς ως ιδεολογική εμμονή, αλλά ως έκφραση μιας βαθύτερης σύγκρουσης μεταξύ δύο αντιλήψεων για τον ρόλο της Ελλάδας στον κόσμο.
Από τη μία, η αστική πολιτική παράδοση (Τσουδερός, Παπανδρέου, Μακκάς, Αργυρόπουλος) αντιλαμβανόταν την Ελλάδα ως μεσογειακή δύναμη με δικαίωμα επέκτασης ή επιρροής σε περιοχές ιστορικού ή στρατηγικού ενδιαφέροντος. Από την άλλη, το ΚΚΕ, επηρεασμένο από τον διεθνιστικό μαρξισμό, θεωρούσε τις εδαφικές διεκδικήσεις προϊόν του ιμπεριαλισμού και επικίνδυνη αναβίωση του εθνικισμού που είχε οδηγήσει την Ευρώπη σε δύο πολέμους.
Η αντίθεση αυτή αντικατοπτρίζει δύο διαφορετικές γεωπολιτικές ταυτότητες:
Η αποδοκιμασία των εθνικών διεκδικήσεων από το ΚΚΕ δεν ήταν μόνο απόρροια ιδεολογίας, αλλά και αναγκαιότητας. Η εξάρτηση από τα βόρεια κομμουνιστικά κράτη και η ανάγκη υποστήριξης του ΔΣΕ καθιστούσαν αδύνατη κάθε πολιτική που θα δυσαρεστούσε τον Τίτο ή τον Δημητρώφ. Ωστόσο, αυτή η τακτική είχε τεράστιο πολιτικό κόστος, καθώς αποξένωσε το κόμμα από τον εθνικό κορμό.
Συμπεράσματα
Η ανάλυση των θέσεων του ΚΚΕ για τις εθνικές διεκδικήσεις, όπως παρουσιάζεται στο έργο του Κωτούλα, αναδεικνύει μια από τις πιο χαρακτηριστικές αντιφάσεις της ελληνικής πολιτικής ιστορίας: την προσπάθεια σύνδεσης ενός διεθνιστικού δόγματος με μια εθνική πραγματικότητα που δεν μπορούσε να το δεχθεί.
Το ΚΚΕ, παρότι πρωταγωνιστής στην εθνική Αντίσταση, απέτυχε να μετασχηματίσει αυτό το κεφάλαιο σε μια βιώσιμη πολιτική πρόταση για την Ελλάδα. Η αντίθεσή του στις μεταπολεμικές εθνικές διεκδικήσεις και η υποβάθμιση του ελληνικού εθνικού ζητήματος σε δευτερεύον παράγοντα του βαλκανικού διεθνισμού, το απομάκρυναν από τις ευρύτερες λαϊκές μάζες.
Η γεωπολιτική ερμηνεία του Κωτούλα αποδίδει αυτή την αποτυχία σε μια βαθύτερη ασυμβατότητα: η κομμουνιστική Ελλάδα του Ζαχαριάδη επιδίωκε να γίνει κρίκος της «χερσαίας Ευρασίας», ενώ η ιστορική και πολιτισμική ταυτότητα της χώρας ανήκε στη «θαλάσσια Μεσόγειο».
Έτσι, η στάση του ΚΚΕ απέναντι στις εθνικές διεκδικήσεις δεν ήταν απλώς ένα λάθος πολιτικής τακτικής· ήταν η έκφραση μιας διαφορετικής, ανταγωνιστικής γεωπολιτικής οντολογίας, η οποία δεν κατόρθωσε ποτέ να ριζώσει στον ελληνικό κοινωνικό και πολιτισμικό χώρο.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ), το οποίο αναδείχθηκε σε πρωταγωνιστικό πολιτικό και στρατιωτικό φορέα της Αντίστασης, προσέγγισε το ζήτημα των εθνικών διεκδικήσεων από μια εντελώς διαφορετική οπτική σε σχέση με τα παραδοσιακά αστικά κόμματα. Ενώ οι κυβερνήσεις του εξωτερικού (Τσουδερός, Παπανδρέου) και αργότερα της μεταπολεμικής περιόδου διατύπωναν ένα πλαίσιο διεκδικήσεων που στηριζόταν σε αρχές αυτοδιάθεσης, ασφάλειας και διεθνών αναγνωρίσεων, το ΚΚΕ αμφισβήτησε την ίδια τη λογική της εδαφικής επέκτασης και επεδίωξε να εντάξει την Ελλάδα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο βαλκανικής συνεργασίας υπό την ηγεμονία του σοσιαλιστικού στρατοπέδου.
Ο Ιωάννης Κωτούλας, στο έργο του Ιστορία της Ελληνικής Γεωπολιτικής (2021), αναδεικνύει τις αντιφάσεις και τις μετατοπίσεις αυτής της στάσης, παρουσιάζοντας την ιδεολογική και πολιτική πορεία του ΚΚΕ από τη θεωρία των «δύο πόλων» του Νίκου Ζαχαριάδη έως τη σλαβόφιλη προσέγγιση της περιόδου του Εμφυλίου.
1. Το πλαίσιο των εθνικών διεκδικήσεων μετά το 1945
Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, το 1944, το επίσημο ελληνικό κράτος, παρά τα εσωτερικά του προβλήματα, προσπάθησε να διαμορφώσει ένα σαφές πλαίσιο εθνικών διεκδικήσεων. Σύμφωνα με την εγκύκλιο του Υπουργείου Εξωτερικών της 23ης Μαΐου 1945, οι ελληνικές θέσεις βασίζονταν σε τέσσερις αρχές:
α) το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των πληθυσμών (ιδίως σε Δωδεκάνησα, Βόρειο Ήπειρο, Κύπρο),
β) τις διεθνείς συνθήκες και αναγνωρίσεις,
γ) τη στρατιωτική ασφάλεια (ζήτημα Ροδόπης),
δ) την οικονομική ασφάλεια.
Οι διεκδικήσεις αυτές εκφράστηκαν έντονα στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων (1946), όπου η Ελλάδα ζήτησε την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων, της Βορείου Ηπείρου και τμήματος της βουλγαρικής Ροδόπης. Ωστόσο, η εμφύλια σύγκρουση και η ένταση του Ψυχρού Πολέμου μετέβαλαν ριζικά το περιβάλλον.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι θέσεις του ΚΚΕ για το εδαφικό ζήτημα δεν μπορούν να ιδωθούν απομονωμένα αλλά ως αντανάκλαση της συνολικής ιδεολογικής του τοποθέτησης απέναντι στο ελληνικό κράτος, στη Δύση και στη Σοβιετική Ένωση.
2. Η θεωρία των δύο πόλων του Νίκου Ζαχαριάδη
Κατά την πρώτη μεταπολεμική φάση (1944–1946), το ΚΚΕ προσπάθησε να διαμορφώσει μια «ουδετερόφιλη» θέση, γνωστή ως «θεωρία των δύο πόλων». Ο Νίκος Ζαχαριάδης, γενικός γραμματέας του κόμματος, πρότεινε μια εξωτερική πολιτική ισορροπίας μεταξύ του βαλκανικο-ευρωπαϊκού και του μεσογειακού-θαλάσσιου χώρου.
Σε άρθρο του στον Ριζοσπάστη (5 Ιουνίου 1945), ο Ζαχαριάδης υποστήριζε ότι η Ελλάδα, ως γεωγραφικά «διπλή» χώρα —με βαλκανική ενδοχώρα και μεσογειακό χαρακτήρα— όφειλε να αξιοποιήσει τη θέση της για να τηρεί ίσες αποστάσεις από τη Μεγάλη Βρετανία και τη Σοβιετική Ένωση. Η λογική αυτής της στάσης ήταν πολιτικά πραγματιστική: το ΚΚΕ επιδίωκε να αποφύγει την πλήρη ταύτιση με τη Μόσχα, διατηρώντας περιθώρια διαπραγμάτευσης και επιρροής στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Κωτούλας, αυτή η θεωρία υπήρξε σύντομης διάρκειας και εσωτερικά αντιφατική. Το ΚΚΕ δεν είχε τη δυνατότητα να τηρήσει ουδετερότητα σε μια περίοδο όπου οι γεωπολιτικοί πόλοι παγίωναν τα στρατόπεδά τους. Η πραγματικότητα του Ψυχρού Πολέμου και η βρετανική στρατιωτική παρουσία στην Ελλάδα (Δεκέμβριος 1944) κατέστησαν ανεφάρμοστη κάθε ιδέα ισορροπίας.
Ο ίδιος ο Ζαχαριάδης αναγκάστηκε το 1956 να δώσει απολογητικές εξηγήσεις ενώπιον των εκπροσώπων των ανατολικών κομμάτων, υποστηρίζοντας ότι η θεωρία των δύο πόλων ήταν απλώς μια τακτική προσαρμογής στις γεωπολιτικές συνθήκες της εποχής.
3. Η στάση του ΚΚΕ απέναντι στις ελληνικές διεκδικήσεις (1945–1946)
Η 12η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ (Ιούνιος 1945) ανέδειξε τις βασικές αρχές της κομμουνιστικής αντίληψης για τα εθνικά ζητήματα. Το κόμμα, απορρίπτοντας τον «σοβινισμό» της Δεξιάς, δήλωνε ότι η πραγματική εθνική πολιτική θα έπρεπε να στηρίζεται στην ειρηνική συνύπαρξη και συνεργασία των βαλκανικών λαών, με τη στήριξη της Σοβιετικής Ένωσης και της Μεγάλης Βρετανίας.
Το ΚΚΕ πρότεινε τη διεξαγωγή δημοψηφισμάτων για τον καθορισμό του μέλλοντος περιοχών όπως τα Δωδεκάνησα, η Βόρειος Ήπειρος και η Κύπρος. Η θέση αυτή, αν και εμφανιζόταν ως δημοκρατική, ερχόταν σε αντίθεση με την επίσημη ελληνική γραμμή, ιδίως για τα Δωδεκάνησα, όπου η ελληνικότητα του πληθυσμού ήταν αδιαμφισβήτητη. Στην ουσία, η πρόταση αυτή λειτουργούσε αποτρεπτικά για την προώθηση των ελληνικών αιτημάτων, εξυπηρετώντας την επιθυμία του ΚΚΕ να διατηρήσει φιλικές σχέσεις με τα βαλκανικά κομμουνιστικά κράτη.
Αντίθετα, το ΚΚΕ δεν υποστήριξε ενεργά τη διεκδίκηση της Βορείου Ηπείρου, προτιμώντας τη σύσφιξη σχέσεων με την Αλβανία του Ενβέρ Χότζα, ενώ αρνήθηκε να συνταχθεί με τις εθνικές επιδιώξεις κατά της Βουλγαρίας για τη Ροδόπη. Η στάση αυτή ερμηνεύεται όχι ως έλλειψη πατριωτισμού, αλλά ως προτεραιοποίηση της κομμουνιστικής διεθνιστικής αλληλεγγύης έναντι της εθνικής ολοκλήρωσης.
4. Η ιδεολογική στροφή: Από τον ουδετερισμό στη σλαβοφιλία (1946–1949)
Από το 1946 και εξής, το ΚΚΕ εγκαταλείπει οριστικά την πολιτική ουδετερότητας και υιοθετεί ανοιχτά αντιδυτική και φιλοσοβιετική στάση. Η στρατηγική αυτή υπαγορεύθηκε από δύο καθοριστικούς παράγοντες:
- τη βρετανική (και αργότερα αμερικανική) επέμβαση υπέρ της ελληνικής κυβέρνησης,
- την ανάγκη εξασφάλισης υποστήριξης από τις λαϊκές δημοκρατίες της Βαλκανικής για τον ΔΣΕ.
Ο Μπαρτζιώτας κατηγορούσε τις ελληνικές κυβερνήσεις ότι προσπαθούσαν να αποκόψουν την Ελλάδα από τον «φυσιολογικό βαλκανικό κορμό» και να την υποτάξουν στα συμφέροντα της Σίτι και της Ουόλ Στρητ. Ο όρος «σλαβικός κίνδυνος», σύμφωνα με αυτόν, δεν ήταν παρά επινόηση της αστικής προπαγάνδας για να δικαιολογήσει τη δυτική εξάρτηση της χώρας.
Στην ίδια γραμμή, η προπαγανδιστική μπροσούρα «Σλαβικός Κίνδυνος ή αμερικανοκρατία και εθνικός φασισμός;» (1947), τυπωμένη πιθανότατα στο Μπούλκες, παρουσιάζει τη σλαβική κοινότητα ως πυρήνα του παγκόσμιου σοσιαλισμού. Ο συγγραφέας μάλιστα επιτίθεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, κατηγορώντας το ότι συνέβαλε στη διαιώνιση της εθνικής διχόνοιας, προβάλλοντας μια σχεδόν θρησκευτικά απογυμνωμένη ιδέα της «βαλκανικής ενότητας».
Η ιδεολογική αυτή αναθεώρηση είχε βαθύτατες συνέπειες. Το ΚΚΕ, μέσα από τη συνεργασία του με τους γιουγκοσλάβους, βούλγαρους και αλβανούς κομμουνιστές, άρχισε να αποδέχεται –έστω έμμεσα– την ύπαρξη μιας «μακεδονικής εθνότητας». Η υποστήριξη του «μακεδονικού ζητήματος» από τον Τίτο, σε συνδυασμό με τις ανάγκες στρατολόγησης και εφοδιασμού του ΔΣΕ, οδήγησαν σε μια επικίνδυνη σύμπλευση, που εκλήφθηκε από το ελληνικό κράτος ως προδοτική.
Ο Κωτούλας, ερμηνεύοντας αυτή τη μεταστροφή, τη συνδέει με τη βαθύτερη γεωπολιτική αντίληψη του ΚΚΕ, το οποίο από θαλάσσιο κράτος ήθελε να μετατρέψει την Ελλάδα σε «χερσαίο κρίκο» του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, αποκομμένη από τον μεσογειακό χώρο που θεωρούσε «ιμπεριαλιστικό».
5. Η αποτυχία της πολιτικής αυτής και οι συνέπειες
Η γραμμή του ΚΚΕ για τα εθνικά ζητήματα κατέληξε σε στρατηγικό αδιέξοδο. Η υπερβολική εξάρτηση από τα βαλκανικά καθεστώτα, η ιδεολογική προσκόλληση στη Μόσχα και κυρίως η υποτίμηση της ελληνικής εθνικής ευαισθησίας οδήγησαν το κόμμα σε πολιτική απομόνωση.
Η αναγνώριση μακεδονικής μειονότητας και οι αναφορές σε πιθανές «παραχωρήσεις» εδαφών προς τους βόρειους γείτονες υπονόμευσαν πλήρως τη νομιμοποίησή του. Μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού (1949), η ρητορική περί «βαλκανικής ενότητας» εγκαταλείφθηκε, ωστόσο το ιδεολογικό αποτύπωμα παρέμεινε: το ΚΚΕ ταύτισε επί δεκαετίες τον πατριωτισμό με τον διεθνισμό, απορρίπτοντας κάθε μορφή εθνικής διεκδίκησης ως αστικό κατάλοιπο.
Η Σοβιετική Ένωση, από τη δεκαετία του 1950, συνέχισε να στηρίζει τις αριστερές πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, εντός και εκτός κοινοβουλίου, με στόχο την ιδεολογική αποδυνάμωση της δυτικής επιρροής. Όπως αναφέρεται στο Mitrokhin Archive (Andrew & Mitrokhin, 1999), η KGB ασχολήθηκε συστηματικά με την πολιτική επιρροή στην Ελλάδα, ιδίως μέσω του ελέγχου των κομμουνιστικών οργανώσεων εξωτερικού.
6. Σχολιασμός – Ερμηνεία
Η στάση του ΚΚΕ απέναντι στις «εθνικές διεκδικήσεις» δεν μπορεί να ερμηνευτεί απλώς ως ιδεολογική εμμονή, αλλά ως έκφραση μιας βαθύτερης σύγκρουσης μεταξύ δύο αντιλήψεων για τον ρόλο της Ελλάδας στον κόσμο.
Από τη μία, η αστική πολιτική παράδοση (Τσουδερός, Παπανδρέου, Μακκάς, Αργυρόπουλος) αντιλαμβανόταν την Ελλάδα ως μεσογειακή δύναμη με δικαίωμα επέκτασης ή επιρροής σε περιοχές ιστορικού ή στρατηγικού ενδιαφέροντος. Από την άλλη, το ΚΚΕ, επηρεασμένο από τον διεθνιστικό μαρξισμό, θεωρούσε τις εδαφικές διεκδικήσεις προϊόν του ιμπεριαλισμού και επικίνδυνη αναβίωση του εθνικισμού που είχε οδηγήσει την Ευρώπη σε δύο πολέμους.
Η αντίθεση αυτή αντικατοπτρίζει δύο διαφορετικές γεωπολιτικές ταυτότητες:
- Η «θαλάσσια Ελλάδα», προσανατολισμένη προς τη Μεσόγειο, τη Δύση και το εμπόριο,
- Η «χερσαία Ελλάδα», συνδεδεμένη με τα Βαλκάνια και την ενδοχώρα της Ανατολικής Ευρώπης.
Η αποδοκιμασία των εθνικών διεκδικήσεων από το ΚΚΕ δεν ήταν μόνο απόρροια ιδεολογίας, αλλά και αναγκαιότητας. Η εξάρτηση από τα βόρεια κομμουνιστικά κράτη και η ανάγκη υποστήριξης του ΔΣΕ καθιστούσαν αδύνατη κάθε πολιτική που θα δυσαρεστούσε τον Τίτο ή τον Δημητρώφ. Ωστόσο, αυτή η τακτική είχε τεράστιο πολιτικό κόστος, καθώς αποξένωσε το κόμμα από τον εθνικό κορμό.
Συμπεράσματα
Η ανάλυση των θέσεων του ΚΚΕ για τις εθνικές διεκδικήσεις, όπως παρουσιάζεται στο έργο του Κωτούλα, αναδεικνύει μια από τις πιο χαρακτηριστικές αντιφάσεις της ελληνικής πολιτικής ιστορίας: την προσπάθεια σύνδεσης ενός διεθνιστικού δόγματος με μια εθνική πραγματικότητα που δεν μπορούσε να το δεχθεί.
Το ΚΚΕ, παρότι πρωταγωνιστής στην εθνική Αντίσταση, απέτυχε να μετασχηματίσει αυτό το κεφάλαιο σε μια βιώσιμη πολιτική πρόταση για την Ελλάδα. Η αντίθεσή του στις μεταπολεμικές εθνικές διεκδικήσεις και η υποβάθμιση του ελληνικού εθνικού ζητήματος σε δευτερεύον παράγοντα του βαλκανικού διεθνισμού, το απομάκρυναν από τις ευρύτερες λαϊκές μάζες.
Η γεωπολιτική ερμηνεία του Κωτούλα αποδίδει αυτή την αποτυχία σε μια βαθύτερη ασυμβατότητα: η κομμουνιστική Ελλάδα του Ζαχαριάδη επιδίωκε να γίνει κρίκος της «χερσαίας Ευρασίας», ενώ η ιστορική και πολιτισμική ταυτότητα της χώρας ανήκε στη «θαλάσσια Μεσόγειο».
Έτσι, η στάση του ΚΚΕ απέναντι στις εθνικές διεκδικήσεις δεν ήταν απλώς ένα λάθος πολιτικής τακτικής· ήταν η έκφραση μιας διαφορετικής, ανταγωνιστικής γεωπολιτικής οντολογίας, η οποία δεν κατόρθωσε ποτέ να ριζώσει στον ελληνικό κοινωνικό και πολιτισμικό χώρο.
Διαβάστε ακόμη
* Η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση και η αμερικανική αντίδραση: Το ανεκπλήρωτο όνειρο του Ζαχαριάδη

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών