Από τη Γάζα στην Αίγυπτο: Η “διπλωματία των δικτύων” του Ντόναλντ Τραμπ

Η πολυμερής σύνοδος κορυφής για τη Γάζα που συγκαλεί ο Ντόναλντ Τραμπ στη Σαρμ ελ-Σέιχ δεν είναι μια ακόμη ειρηνευτική πρωτοβουλία. Αντίθετα, αποτελεί το πρώτο δείγμα μιας νέας αμερικανικής στρατηγικής, όπου η σκληρή ισχύς δίνει τη θέση της στη “διπλωματία των δεσμεύσεων” – στη δύναμη της οικονομίας, της επιρροής και της διαμεσολάβησης.
Ο Τραμπ επιδιώκει να επιβληθεί όχι μέσω στρατιωτικής επιβολής, αλλά μέσω ενός πλέγματος σχέσεων και συμφερόντων που υφαίνει γύρω από την αμερικανική ηγεσία. Από τη Γάζα ως την Ασία, οικοδομεί ένα δίκτυο δεσμεύσεων με τη μορφή “hub and spoke diplomacy”: οι Ηνωμένες Πολιτείες ως κεντρικός κόμβος και οι υπόλοιπες χώρες ως περιφερειακοί εταίροι που συνδέονται απευθείας με την Ουάσινγκτον.

Η Σαρμ ελ-Σέιχ επιλέχθηκε προσεκτικά. Η Αίγυπτος του Αμπντέλ Φατάχ αλ-Σίσι είναι αποδεκτή τόσο από το Ισραήλ όσο και από τη Χαμάς, λειτουργώντας ως ουδέτερος κόμβος σε μια εύφλεκτη περιοχή. Η σύνθεση της συνόδου –με τη συμμετοχή χωρών όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιαπωνία, η Ινδία, το Κατάρ και η Τουρκία– δείχνει τη φιλοδοξία της Ουάσινγκτον να μετατρέψει την κρίση της Γάζας σε παγκόσμιο πεδίο συναίνεσης υπό αμερικανική καθοδήγηση.
Κάθε κράτος συμμετέχει με διαφορετικά κίνητρα: οικονομικά, πολιτικά ή ανθρωπιστικά. Όμως η συμμετοχή τους τα δεσμεύει σε ένα κοινό πλαίσιο, σχεδιασμένο από τις ΗΠΑ. Ο Τραμπ δεν θέλει να είναι ο χρηματοδότης της ανοικοδόμησης, αλλά ο συντονιστής της. Δημιουργώντας ένα διεθνές ταμείο ανασυγκρότησης για τη Γάζα, επιτυγχάνει δύο στόχους: μοιράζει το κόστος και ενισχύει τη δέσμευση των συμμετεχόντων. Όσο περισσότερες χώρες εμπλέκονται, τόσο πιο δύσκολο θα είναι να αποτύχει η συμφωνία.

Πρόκειται για μια ιδιαίτερη εκδοχή της “network diplomacy”. Σε αντίθεση με τη θεσμική, πολυμερή προσέγγιση που περιγράφουν θεωρητικοί όπως ο Joseph Nye ή η Anne-Marie Slaughter, η “εκδοχή Τραμπ” είναι προσωποπαγής και συναλλακτική. Δεν λειτουργεί μέσω διεθνών οργανισμών, αλλά μέσω προσωπικών σχέσεων και άμεσων ανταλλαγών. Είναι μια “personalized network diplomacy”, όπου ο ίδιος ο ηγέτης είναι ο κεντρικός κόμβος γύρω από τον οποίο κινούνται οι υπόλοιποι.
Η διπλωματία αυτή δεν απορρίπτει τη σκληρή ισχύ· τη χρησιμοποιεί ως υπόμνηση πίεσης. Όμως προβάλλει την εικόνα μιας “Αμερικής της ειρήνης και των συμφωνιών”, αντί της “Αμερικής του πολέμου”. Για το εσωτερικό κοινό, είναι αφήγημα επιτυχίας χωρίς απώλειες· για τη διεθνή σκηνή, μια προσπάθεια επανατοποθέτησης των ΗΠΑ ως δύναμης συντονισμού και σταθερότητας.

Αν πετύχει, η Σαρμ ελ-Σέιχ θα σηματοδοτήσει το πρώτο βήμα ενός νέου μοντέλου αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, βασισμένου στη δικτύωση ισχύος και όχι στη στρατιωτική κατοχή. Αν αποτύχει, θα μείνει ως ένα πείραμα: μια απόπειρα να υφανθεί ένας “ιστός ειρήνης” σε έναν κόσμο που εξακολουθεί να λειτουργεί με τα αντανακλαστικά του πολέμου.

Διαβάστε ακόμη

Σχόλια