Στις 28 Οκτωβρίου 1974 γράφτηκε μία από τις πιο σιωπηρά δραματικές σελίδες της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας. Ήταν η ημέρα που πραγματοποιήθηκε η τελευταία ανταλλαγή αιχμαλώτων μεταξύ των δύο πλευρών, λίγο μετά την τουρκική εισβολή. Το τελευταίο λεωφορείο που μετέφερε Ελληνοκύπριους αιχμαλώτους εισήλθε στον χώρο υποδοχής της Ξενοδοχειακής Σχολής Λευκωσίας, ανάβοντας για κάποιους το φως της λύτρωσης, αλλά για άλλους σβήνοντας οριστικά την ελπίδα της επιστροφής των δικών τους.
Γύρω από το σημείο υποδοχής είχαν συγκεντρωθεί οικογένειες, μάνες, πατέρες, σύζυγοι, παιδιά. Κρατούσαν στα χέρια τους φωτογραφίες, αντί μιας υπόσχεσης. Με κομμένη την ανάσα παρακολουθούσαν τους αιχμαλώτους να κατεβαίνουν από το λεωφορείο, αναζητώντας στα πρόσωπά τους κάποιο γνώρισμα, μια οικεία ματιά. Για πολλούς, η καρδιά ελάφρυνε· για άλλους όμως, η στιγμή αυτή σήμανε την αρχή του ατέλειωτου Γολγοθά. Εκεί, όπου τελείωνε ο κατάλογος των αιχμαλώτων, άρχιζε ο ακόμη μακρύτερος των αγνοουμένων.
Η εφημερίδα “Ο Φιλελεύθερος” την επομένη, στις 29 Οκτωβρίου, περιέγραφε σκηνές αρχαίας τραγωδίας. Εικόνες ξέφρενης χαράς μπλέκονταν με το βουβό κλάμα όσων αποχωρούσαν με την ψυχή βαριά. Δεν είχαν δει τον άνθρωπό τους να κατεβαίνει από το λεωφορείο. Έφευγαν με τη φωτογραφία ακόμη σφιχτά στο χέρι και με την ίδια αναπάντητη ερώτηση στα χείλη: «Μήπως τον είδατε;»
Μέχρι τότε, σύμφωνα με τη συμφωνία Κληρίδη – Ντενκτάς, είχαν απελευθερωθεί 2.448 Ελληνοκύπριοι και 3.319 Τουρκοκύπριοι αιχμάλωτοι. Όμως, οι 251 που απελευθερώθηκαν εκείνη την τελευταία ημέρα, επισφράγισαν και το τέλος της ελπίδας για όσους δεν γύρισαν ποτέ. Η Πολιτεία άρχισε να καταγράφει επίσημα τους αγνοουμένους. Οι οικογένειές τους ξεκίνησαν έναν δρόμο δύσκολο, ανάμεσα σε κρατικούς φακέλους χωρίς απαντήσεις, μαρτυρίες μισές, σιωπές γεμάτες πόνο.
Πολλοί συγγενείς “έφυγαν” πριν μάθουν την αλήθεια. Άλλοι παρέλαβαν, δεκαετίες μετά, λίγα οστά για ταφή. Κάποιοι περιμένουν ακόμη, αρνούμενοι να υποστείλουν τη φωτογραφία από τα χέρια τους, από τις ψυχές τους. Η ιστορία των αγνοουμένων παραμένει πενήντα χρόνια μετά, μια πληγή που δεν κλείνει. Δεν αφορά μόνο όσους έζησαν τότε τα γεγονότα, αλλά ολόκληρη την κυπριακή κοινωνία που συνεχίζει να αναζητά απαντήσεις.
Η χθεσινή επέτειος δεν ήταν απλώς μια υπενθύμιση του παρελθόντος. Ήταν ένα κάλεσμα μνήμης και ευθύνης προς τους ζωντανούς. Για όσους γύρισαν, κουβαλώντας σιωπηλές κραυγές, και για όσους δεν κατέβηκαν ποτέ από το τελευταίο λεωφορείο.
Γύρω από το σημείο υποδοχής είχαν συγκεντρωθεί οικογένειες, μάνες, πατέρες, σύζυγοι, παιδιά. Κρατούσαν στα χέρια τους φωτογραφίες, αντί μιας υπόσχεσης. Με κομμένη την ανάσα παρακολουθούσαν τους αιχμαλώτους να κατεβαίνουν από το λεωφορείο, αναζητώντας στα πρόσωπά τους κάποιο γνώρισμα, μια οικεία ματιά. Για πολλούς, η καρδιά ελάφρυνε· για άλλους όμως, η στιγμή αυτή σήμανε την αρχή του ατέλειωτου Γολγοθά. Εκεί, όπου τελείωνε ο κατάλογος των αιχμαλώτων, άρχιζε ο ακόμη μακρύτερος των αγνοουμένων.
Η εφημερίδα “Ο Φιλελεύθερος” την επομένη, στις 29 Οκτωβρίου, περιέγραφε σκηνές αρχαίας τραγωδίας. Εικόνες ξέφρενης χαράς μπλέκονταν με το βουβό κλάμα όσων αποχωρούσαν με την ψυχή βαριά. Δεν είχαν δει τον άνθρωπό τους να κατεβαίνει από το λεωφορείο. Έφευγαν με τη φωτογραφία ακόμη σφιχτά στο χέρι και με την ίδια αναπάντητη ερώτηση στα χείλη: «Μήπως τον είδατε;»
Μέχρι τότε, σύμφωνα με τη συμφωνία Κληρίδη – Ντενκτάς, είχαν απελευθερωθεί 2.448 Ελληνοκύπριοι και 3.319 Τουρκοκύπριοι αιχμάλωτοι. Όμως, οι 251 που απελευθερώθηκαν εκείνη την τελευταία ημέρα, επισφράγισαν και το τέλος της ελπίδας για όσους δεν γύρισαν ποτέ. Η Πολιτεία άρχισε να καταγράφει επίσημα τους αγνοουμένους. Οι οικογένειές τους ξεκίνησαν έναν δρόμο δύσκολο, ανάμεσα σε κρατικούς φακέλους χωρίς απαντήσεις, μαρτυρίες μισές, σιωπές γεμάτες πόνο.
Πολλοί συγγενείς “έφυγαν” πριν μάθουν την αλήθεια. Άλλοι παρέλαβαν, δεκαετίες μετά, λίγα οστά για ταφή. Κάποιοι περιμένουν ακόμη, αρνούμενοι να υποστείλουν τη φωτογραφία από τα χέρια τους, από τις ψυχές τους. Η ιστορία των αγνοουμένων παραμένει πενήντα χρόνια μετά, μια πληγή που δεν κλείνει. Δεν αφορά μόνο όσους έζησαν τότε τα γεγονότα, αλλά ολόκληρη την κυπριακή κοινωνία που συνεχίζει να αναζητά απαντήσεις.
Η χθεσινή επέτειος δεν ήταν απλώς μια υπενθύμιση του παρελθόντος. Ήταν ένα κάλεσμα μνήμης και ευθύνης προς τους ζωντανούς. Για όσους γύρισαν, κουβαλώντας σιωπηλές κραυγές, και για όσους δεν κατέβηκαν ποτέ από το τελευταίο λεωφορείο.
Διαβάστε ακόμη

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών