Αμφιλεγόμενη παραχώρηση ο αυτοκινητόδρομος Thumane – Kashar: σκιές, αυξημένο κόστος και έρευνες από τη SPAK
Ο αυτοκινητόδρομος Θουμάνη – Κασάρ αποτελεί ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα έργα παραχώρησης στην Αλβανία, εγείροντας σοβαρά ερωτήματα για τη νομιμότητα των διαδικασιών, τη διαφάνεια των οικονομικών στοιχείων και την προστασία του δημόσιου συμφέροντος. Το έργο ξεκίνησε το 2018, όταν η εταιρεία Gener 2 του επιχειρηματία Μπασκίμ Ουλάι κατέθεσε «αυτόκλητη πρόταση» (unsolicited offer) και στη συνέχεια εξασφάλισε το έργο μέσω του συστήματος μπόνους βαθμολογίας, μια πρακτική που έχει επικριθεί έντονα για τον περιορισμό του πραγματικού ανταγωνισμού.
Παρά το γεγονός ότι η τελική σύμβαση παραχώρησης δεν υπογράφηκε αρχικά από το Υπουργείο Υποδομών, η υπόθεση κατέληξε στο Εφετείο. Η απόφαση του Εφετείου χρησιμοποιήθηκε ως νομικό έρεισμα για την υπογραφή της σύμβασης, χωρίς όμως η υπουργός Μπελίντα Μπαλλούκου να ασκήσει αναίρεση στο Ανώτατο Δικαστήριο. Σύμφωνα με επικριτές, αυτή η επιλογή συνιστά μια αμφίβολη νομική και πολιτική τακτική, η οποία απέφυγε την άμεση ευθύνη και ταυτόχρονα ευνόησε τον παραχωρησιούχο.
Ιδιαίτερα προβληματική θεωρείται και η σημαντική αύξηση του κόστους του έργου. Ενώ αρχικά ο προϋπολογισμός ανερχόταν στα 270 εκατομμύρια ευρώ, μεταγενέστερες αποφάσεις της Αλβανικής Αρχής Οδών (ARRSH) και του Υπουργείου Υποδομών ανέβασαν το κόστος στα 330 εκατομμύρια ευρώ. Η διαφορά των 60 εκατομμυρίων ευρώ έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, καθώς θεωρείται ότι δημιουργεί περιθώρια για αδικαιολόγητα οφέλη εις βάρος του κρατικού προϋπολογισμού.
Ακόμη πιο ανησυχητικά είναι τα στοιχεία για τα μακροπρόθεσμα έσοδα της παραχώρησης. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, ο παραχωρησιούχος αναμένεται να εισπράξει περίπου 1,3 δισεκατομμύρια ευρώ σε βάθος 35 ετών, ποσό κατά περίπου 500 εκατομμύρια υψηλότερο από τις αρχικές προβλέψεις. Κομβικό ρόλο σε αυτό παίζει η αλλαγή της διάρκειας της σύμβασης από 13 σε 35 χρόνια, απόφαση που –κατά ειδικούς– ενδέχεται να προσέφερε στον Μπασκίμ Ουλάι επιπλέον κέρδη ύψους μισού δισεκατομμυρίου ευρώ.
Τα οικονομικά στοιχεία της εταιρείας G2 Infra ενισχύουν περαιτέρω τις υποψίες. Παρά τα υψηλά έσοδα από τα διόδια και άλλα παραχωρημένα έργα, οι ισολογισμοί των τελευταίων ετών εμφανίζουν ελάχιστα κέρδη. Για το 2024, δηλώθηκαν κέρδη περίπου 4,5 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ και τα έτη 2022 και 2023 χαρακτηρίζονται από «συμβολικά» αποτελέσματα. Αυτή η αντίφαση μεταξύ εσόδων και δηλωμένων κερδών έχει οδηγήσει σε καταγγελίες για πιθανή χειραγώγηση οικονομικών στοιχείων, με στόχο τη μείωση φορολογικών υποχρεώσεων και την απόκρυψη πραγματικών ωφελειών.
Υπό το βάρος αυτών των καταγγελιών, η Ειδική Εισαγγελία κατά της Διαφθοράς και του Οργανωμένου Εγκλήματος (SPAK) έχει ξεκινήσει έρευνες, προχωρώντας σε κατασχέσεις εγγράφων και ανακρίσεις στελεχών που υπέγραψαν ή τροποποίησαν τη σύμβαση. Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκονται τόσο οι αλλαγές στους οικονομικούς όρους όσο και ενδεχόμενες πράξεις ή παραλείψεις κρατικών αξιωματούχων του Υπουργείου Υποδομών και της ARRSH, οι οποίοι φέρονται να ενήργησαν προς όφελος του ιδιώτη επενδυτή.
Παρότι ο αυτοκινητόδρομος έχει ήδη δοθεί στην κυκλοφορία, η πλήρης δημοσιοποίηση των οικονομικών στοιχείων, όπως προβλέπεται από τη νομοθεσία, δεν έχει πραγματοποιηθεί. Τα μέσα ενημέρωσης επισημαίνουν ότι οι τροποποιήσεις της σύμβασης και η περιορισμένη διαφάνεια στα πραγματικά έσοδα δημιουργούν σοβαρά εμπόδια στον δημόσιο έλεγχο. Την ίδια στιγμή, η οικογένεια Ουλάι φαίνεται να έχει επωφεληθεί από την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου και άλλες επενδύσεις, ανεβάζοντας το κεφάλαιο της Gener 2 στα 120 εκατομμύρια ευρώ, σε πλήρη αντίθεση με τα χαμηλά κέρδη που δηλώνονται επίσημα.
Η υπόθεση Θουμάνη – Κασάρ δεν αφορά μόνο ένα οδικό έργο, αλλά αναδεικνύει ευρύτερα ζητήματα διακυβέρνησης, λογοδοσίας και σχέσεων κράτους–ολιγαρχών, τα οποία συνεχίζουν να δοκιμάζουν την αξιοπιστία των θεσμών και την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Παρά το γεγονός ότι η τελική σύμβαση παραχώρησης δεν υπογράφηκε αρχικά από το Υπουργείο Υποδομών, η υπόθεση κατέληξε στο Εφετείο. Η απόφαση του Εφετείου χρησιμοποιήθηκε ως νομικό έρεισμα για την υπογραφή της σύμβασης, χωρίς όμως η υπουργός Μπελίντα Μπαλλούκου να ασκήσει αναίρεση στο Ανώτατο Δικαστήριο. Σύμφωνα με επικριτές, αυτή η επιλογή συνιστά μια αμφίβολη νομική και πολιτική τακτική, η οποία απέφυγε την άμεση ευθύνη και ταυτόχρονα ευνόησε τον παραχωρησιούχο.
Ιδιαίτερα προβληματική θεωρείται και η σημαντική αύξηση του κόστους του έργου. Ενώ αρχικά ο προϋπολογισμός ανερχόταν στα 270 εκατομμύρια ευρώ, μεταγενέστερες αποφάσεις της Αλβανικής Αρχής Οδών (ARRSH) και του Υπουργείου Υποδομών ανέβασαν το κόστος στα 330 εκατομμύρια ευρώ. Η διαφορά των 60 εκατομμυρίων ευρώ έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, καθώς θεωρείται ότι δημιουργεί περιθώρια για αδικαιολόγητα οφέλη εις βάρος του κρατικού προϋπολογισμού.
Ακόμη πιο ανησυχητικά είναι τα στοιχεία για τα μακροπρόθεσμα έσοδα της παραχώρησης. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, ο παραχωρησιούχος αναμένεται να εισπράξει περίπου 1,3 δισεκατομμύρια ευρώ σε βάθος 35 ετών, ποσό κατά περίπου 500 εκατομμύρια υψηλότερο από τις αρχικές προβλέψεις. Κομβικό ρόλο σε αυτό παίζει η αλλαγή της διάρκειας της σύμβασης από 13 σε 35 χρόνια, απόφαση που –κατά ειδικούς– ενδέχεται να προσέφερε στον Μπασκίμ Ουλάι επιπλέον κέρδη ύψους μισού δισεκατομμυρίου ευρώ.
Τα οικονομικά στοιχεία της εταιρείας G2 Infra ενισχύουν περαιτέρω τις υποψίες. Παρά τα υψηλά έσοδα από τα διόδια και άλλα παραχωρημένα έργα, οι ισολογισμοί των τελευταίων ετών εμφανίζουν ελάχιστα κέρδη. Για το 2024, δηλώθηκαν κέρδη περίπου 4,5 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ και τα έτη 2022 και 2023 χαρακτηρίζονται από «συμβολικά» αποτελέσματα. Αυτή η αντίφαση μεταξύ εσόδων και δηλωμένων κερδών έχει οδηγήσει σε καταγγελίες για πιθανή χειραγώγηση οικονομικών στοιχείων, με στόχο τη μείωση φορολογικών υποχρεώσεων και την απόκρυψη πραγματικών ωφελειών.
Υπό το βάρος αυτών των καταγγελιών, η Ειδική Εισαγγελία κατά της Διαφθοράς και του Οργανωμένου Εγκλήματος (SPAK) έχει ξεκινήσει έρευνες, προχωρώντας σε κατασχέσεις εγγράφων και ανακρίσεις στελεχών που υπέγραψαν ή τροποποίησαν τη σύμβαση. Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκονται τόσο οι αλλαγές στους οικονομικούς όρους όσο και ενδεχόμενες πράξεις ή παραλείψεις κρατικών αξιωματούχων του Υπουργείου Υποδομών και της ARRSH, οι οποίοι φέρονται να ενήργησαν προς όφελος του ιδιώτη επενδυτή.
Παρότι ο αυτοκινητόδρομος έχει ήδη δοθεί στην κυκλοφορία, η πλήρης δημοσιοποίηση των οικονομικών στοιχείων, όπως προβλέπεται από τη νομοθεσία, δεν έχει πραγματοποιηθεί. Τα μέσα ενημέρωσης επισημαίνουν ότι οι τροποποιήσεις της σύμβασης και η περιορισμένη διαφάνεια στα πραγματικά έσοδα δημιουργούν σοβαρά εμπόδια στον δημόσιο έλεγχο. Την ίδια στιγμή, η οικογένεια Ουλάι φαίνεται να έχει επωφεληθεί από την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου και άλλες επενδύσεις, ανεβάζοντας το κεφάλαιο της Gener 2 στα 120 εκατομμύρια ευρώ, σε πλήρη αντίθεση με τα χαμηλά κέρδη που δηλώνονται επίσημα.
Η υπόθεση Θουμάνη – Κασάρ δεν αφορά μόνο ένα οδικό έργο, αλλά αναδεικνύει ευρύτερα ζητήματα διακυβέρνησης, λογοδοσίας και σχέσεων κράτους–ολιγαρχών, τα οποία συνεχίζουν να δοκιμάζουν την αξιοπιστία των θεσμών και την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Διαβάστε ακόμη
* Η UNESCO ζητά την παύση των έργων στο Αργυρόκαστρο - Προσπάθεια παραπλάνησης από την κυβέρνηση Ράμα

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών