Το στιγμιότυπο της 31ης Δεκεμβρίου 2025 στο Μέγαρο Μαξίμου, με τα κάλαντα να ψάλλονται –εν μέρει– στα αρβανίτικα, θα μπορούσε να περάσει ως μια γραφική λεπτομέρεια των εορτών. Ωστόσο, όπως συχνά συμβαίνει με τη γλώσσα και τη μνήμη, το «γραφικό» λειτουργεί ως πυροδότης ιστορικών συνειρμών και παλαιών εκκρεμοτήτων. Η απορία της κόρης του Πρωθυπουργού μπροστά σε μια ακατανόητη –για εκείνη– γλώσσα και η εμφανής άνεση του Κυριάκου Μητσοτάκη συνιστούν μια μικρή, αλλά εύγλωττη σκηνή για τη σχέση των σύγχρονων Ελλήνων με ένα κομμάτι της ιστορικής τους πολυγλωσσίας.
Τα αρβανίτικα δεν είναι «ξένη» γλώσσα με την πολιτική έννοια του όρου. Είναι ένα ιδίωμα αλβανικής προέλευσης, εγκατεστημένο στον ελλαδικό χώρο εδώ και αιώνες, άρρηκτα συνδεδεμένο με πληθυσμούς που αυτοπροσδιορίστηκαν –και πολέμησαν– ως Έλληνες. Παρ’ όλα αυτά, η θέση τους στη δημόσια αφήγηση υπήρξε διαχρονικά αμήχανη: ούτε πλήρως αναγνωρισμένα ως πολιτισμική κληρονομιά, ούτε ανοιχτά αποδεκτά ως στοιχείο της εθνικής ιστορίας. Επιβίωσαν κυρίως στο περιθώριο, μέσα από τραγούδια, έθιμα και οικογενειακές μνήμες.
Η ανάμνηση του επεισοδίου του 1987, όπως το καταγράφει ο Αλβανός πρέσβης Ksenofon Nushi στο διπλωματικό του ημερολόγιο και παρουσιάζει σε ανάρτησή του ο ιστορικός Σταύρος Ντάγιος, φωτίζει αυτήν ακριβώς την αμηχανία. Η φερόμενη δήλωση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη ότι η σύζυγός του ήταν «αλβανίδα από την Ύδρα» –και όχι «Αρβανίτισσα»– προκάλεσε την έκπληξη του συνομιλητή του. Είτε η φράση ειπώθηκε ακριβώς έτσι είτε όχι, το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται τόσο στην ακρίβεια των λέξεων όσο στη σύγκρουση των εννοιών.
Για την ελληνική ιστορική εμπειρία, ο όρος «Αρβανίτης» δηλώνει μια ιδιαίτερη πολιτισμική και γλωσσική καταγωγή εντός του ελληνικού έθνους. Για τη διπλωματική και ιδεολογική οπτική της κομμουνιστικής Αλβανίας της δεκαετίας του 1980, ο όρος «Αλβανός» μπορούσε να υπονοεί εθνική συγγένεια και να λειτουργήσει ως εργαλείο πολιτικής ανάγνωσης. Η διαφορά δεν είναι απλώς γλωσσική· είναι βαθιά ιστορική και πολιτική.
Η σύμπτωση των δύο στιγμών –του 1987 και του 2025– μας υπενθυμίζει ότι η γλώσσα δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Φέρει μνήμες, ταυτότητες και φόβους. Το γεγονός ότι σήμερα τα αρβανίτικα ακούγονται στο Μέγαρο Μαξίμου ως εορταστικό τραγούδι και όχι ως αντικείμενο διπλωματικής καχυποψίας δείχνει μια μετατόπιση: από τη σιωπή και την αμηχανία προς μια ήπια, έστω επιφανειακή, αποδοχή.
Το ερώτημα που μένει ανοιχτό για τον ιστορικό δεν είναι αν εξεπλάγη ή όχι ο εκάστοτε Πρωθυπουργός. Είναι αν η ελληνική κοινωνία είναι έτοιμη να δει τις αρβανίτικες, βλάχικες, σλαβόφωνες και άλλες γλωσσικές παραδόσεις όχι ως απειλή ή αμηχανία, αλλά ως αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορικής της συγκρότησης. Διότι μόνο τότε τα κάλαντα στα αρβανίτικα θα πάψουν να προκαλούν απορία και θα λειτουργούν, όπως τους αξίζει, ως φορείς μνήμης και ιστορικής αυτογνωσίας.
Η ανάμνηση του επεισοδίου του 1987, όπως το καταγράφει ο Αλβανός πρέσβης Ksenofon Nushi στο διπλωματικό του ημερολόγιο και παρουσιάζει σε ανάρτησή του ο ιστορικός Σταύρος Ντάγιος, φωτίζει αυτήν ακριβώς την αμηχανία. Η φερόμενη δήλωση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη ότι η σύζυγός του ήταν «αλβανίδα από την Ύδρα» –και όχι «Αρβανίτισσα»– προκάλεσε την έκπληξη του συνομιλητή του. Είτε η φράση ειπώθηκε ακριβώς έτσι είτε όχι, το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται τόσο στην ακρίβεια των λέξεων όσο στη σύγκρουση των εννοιών.
Για την ελληνική ιστορική εμπειρία, ο όρος «Αρβανίτης» δηλώνει μια ιδιαίτερη πολιτισμική και γλωσσική καταγωγή εντός του ελληνικού έθνους. Για τη διπλωματική και ιδεολογική οπτική της κομμουνιστικής Αλβανίας της δεκαετίας του 1980, ο όρος «Αλβανός» μπορούσε να υπονοεί εθνική συγγένεια και να λειτουργήσει ως εργαλείο πολιτικής ανάγνωσης. Η διαφορά δεν είναι απλώς γλωσσική· είναι βαθιά ιστορική και πολιτική.
Η σύμπτωση των δύο στιγμών –του 1987 και του 2025– μας υπενθυμίζει ότι η γλώσσα δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Φέρει μνήμες, ταυτότητες και φόβους. Το γεγονός ότι σήμερα τα αρβανίτικα ακούγονται στο Μέγαρο Μαξίμου ως εορταστικό τραγούδι και όχι ως αντικείμενο διπλωματικής καχυποψίας δείχνει μια μετατόπιση: από τη σιωπή και την αμηχανία προς μια ήπια, έστω επιφανειακή, αποδοχή.
Το ερώτημα που μένει ανοιχτό για τον ιστορικό δεν είναι αν εξεπλάγη ή όχι ο εκάστοτε Πρωθυπουργός. Είναι αν η ελληνική κοινωνία είναι έτοιμη να δει τις αρβανίτικες, βλάχικες, σλαβόφωνες και άλλες γλωσσικές παραδόσεις όχι ως απειλή ή αμηχανία, αλλά ως αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορικής της συγκρότησης. Διότι μόνο τότε τα κάλαντα στα αρβανίτικα θα πάψουν να προκαλούν απορία και θα λειτουργούν, όπως τους αξίζει, ως φορείς μνήμης και ιστορικής αυτογνωσίας.
Διαβάστε ακόμη
👉Ακολουθήστε μας στο twitter

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών