Η διπλωματία των «ήρεμων νερών» και ο κίνδυνος της σιωπής

Η πρόσφατη ενημέρωση του Κοινοβουλίου από τον πρωθυπουργό για την εξωτερική πολιτική και άμυνα προσέφερε ένα σαφές περίγραμμα του κυβερνητικού αφηγήματος: μια Ελλάδα ισχυρή, αξιόπιστη και σεβαστή διεθνώς, προσηλωμένη στο Διεθνές Δίκαιο και στα «ήρεμα νερά» της Ανατολικής Μεσογείου.
Όμως πίσω από τη ρητορική ψυχραιμίας αναδύεται μια πιο σύνθετη εικόνα: μείγμα επιτυχιών, ασάφειας και επικοινωνιακού εξωραϊσμού. Η ελληνική διπλωματία δείχνει να κινείται ανάμεσα στην επιθυμία σταθερότητας και στον φόβο ανάληψης πρωτοβουλιών. Μια πολιτική που εύκολα μπορεί να μετατραπεί από στρατηγική αυτοπεποίθησης σε πολιτική σιωπηρής υποχώρησης.

Στα θετικά σημεία της κυβερνητικής πολιτικής συγκαταλέγεται η πρόοδος στα εξοπλιστικά προγράμματα. Η Πολεμική Αεροπορία διαθέτει ήδη 24 Rafale, 42 F-16 Viper και προγραμματίζει 83 ως το 2027, ενώ η παραλαβή 20 F-35 από το 2028 είναι ρεαλιστική. Η πρώτη φρεγάτα Belharra αναμένεται το 2025 και το συνολικό 12ετές επενδυτικό πρόγραμμα των 28 δισ. ευρώ αποτυπώνει βούληση ενίσχυσης της αποτρεπτικής ικανότητας.
Η αναφορά στην τεχνητή νοημοσύνη και στα μη επανδρωμένα συστήματα δείχνει κατανόηση των νέων προκλήσεων ισχύος. Ωστόσο, μένει ανοιχτό το ζήτημα της εγχώριας συμμετοχής της αμυντικής βιομηχανίας, καθώς και της δυνατότητας η χώρα να μετατραπεί από καταναλωτή ασφάλειας σε παραγωγό τεχνολογικής ισχύος.

Η κυβέρνηση προβάλλει τη σημαντική μείωση των τουρκικών παραβιάσεων ως ένδειξη «ηρεμίας». Πράγματι, οι υπερπτήσεις από επανδρωμένα αεροσκάφη έχουν μειωθεί, όμως οι παραβιάσεις από μη επανδρωμένα UAVs αυξάνονται.
Η αποσιώπηση αυτής της διάστασης συνιστά επικοινωνιακό ρεαλισμό, αλλά στρατηγική αυταπάτη. Διεθνώς, η στάση αυτή εκλαμβάνεται ως αποδοχή ενός status quo χαμηλής έντασης, που νομιμοποιεί σταδιακά την τουρκική παρουσία στον εναέριο χώρο του Αιγαίου. Είναι η γνωστή τακτική της «σιωπηρής προσαρμογής» — η σταδιακή αποδοχή της παρανομίας ως κανονικότητας.
Πιο προβληματικό, όμως, είναι ότι ο πρωθυπουργός απέφυγε να αναφερθεί ρητά σε δύο πάγιες ελληνικές θέσεις:
  • Το κυριαρχικό δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ., και
  • Την απειλή πολέμου (casus belli) που εξακολουθεί να υφίσταται στο τουρκικό δίκαιο.
Η αποσιώπηση αυτών των ζητημάτων δεν είναι αθώα: ενισχύει την εικόνα μιας χώρας που επιλέγει την «ηρεμία» αντί της νομικής και πολιτικής αυτοπεποίθησης.

Η παρουσίαση των Θαλάσσιων Πάρκων και του Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού ως καθαρά περιβαλλοντικών πρωτοβουλιών αποσιωπά τη γεωπολιτική τους διάσταση. Σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές οδηγίες (MSP), τα σχέδια αυτά εκτείνονται σε περιοχές ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας, δηλαδή σε πεδία υπό αμφισβήτηση.
Αντιθέτως, η Τουρκία έχει ήδη υποβάλει διεθνώς χάρτες θαλάσσιου σχεδιασμού, ακόμη και σε περιοχές που θεωρεί «τουρκική υφαλοκρηπίδα». Όταν η Αθήνα περιορίζεται στη «λογική του περιβάλλοντος», στέλνει μήνυμα απροθυμίας άσκησης κυριαρχικών δικαιωμάτων. Ένας διπλωματικός αυτοπεριορισμός που γίνεται αντιληπτός από την Άγκυρα ως ένδειξη αδυναμίας, όχι ωριμότητας.

Η κυβέρνηση υπερηφανεύεται ότι έχει αποκαταστήσει δίαυλους και με τη Βεγγάζη και με την Τρίπολη, όμως αποφεύγει οποιαδήποτε αναφορά στο τουρκο-λιβυκό Μνημόνιο του 2019, το οποίο η Ελλάδα θεωρεί άκυρο.
Η διπλωματική «ευγένεια» έχει το τίμημά της: δημιουργεί την εντύπωση ότι η Αθήνα είναι έτοιμη να συζητήσει χωρίς προϋποθέσεις με μια χώρα που εξακολουθεί να στηρίζει μια ανυπόστατη συμφωνία με την Τουρκία. Αν η Ελλάδα δεν διεκδικήσει την ακύρωση του Μνημονίου στα διεθνή φόρα, ποιος θα το κάνει; Η σιωπή, εδώ, ισοδυναμεί με παθητική αποδοχή.

Η πολιτική της «επαναπροσέγγισης» κορυφώθηκε με το πρόγραμμα express visa για Τούρκους πολίτες στα νησιά του Αιγαίου. Παρά τη θετική οικονομική διάσταση, πρόκειται για χειρονομία χωρίς αντίκρισμα.
Η Άγκυρα εξακολουθεί να αμφισβητεί την ελληνική κυριαρχία σε νησιά, να πραγματοποιεί υπερπτήσεις και να προωθεί το αφήγημα περί «τουρκικών μειονοτήτων». Εντούτοις, η Αθήνα προχωρά μονομερώς σε μέτρα φιλίας χωρίς καμία ανταπόδοση. Πρόκειται για διπλωματία καλών προθέσεων, αλλά χωρίς διπλωματικό ισοζύγιο.

Η παρουσίαση της Ελλάδας ως «παρόχου ενεργειακής ασφάλειας» για τα Βαλκάνια είναι στρατηγικά εύστοχη, αλλά αριθμητικά διογκωμένη. Ο όγκος των 17 δισ. κυβικών μέτρων φυσικού αερίου που, σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, «περνούν» από τη χώρα, αντιστοιχεί σε δυνητική δυναμικότητα και όχι σε πραγματικές ροές.
Η Ελλάδα πράγματι εξελίσσεται σε σημαντικό ενεργειακό κόμβο, ωστόσο η υπερβολή αυτή δείχνει μια τάση να στηριχθεί το αφήγημα της «ισχύος μέσω ανάπτυξης» σε προσδοκίες παρά σε δεδομένα. Μια πολιτική εικόνας που μπορεί να εντυπωσιάζει, αλλά δύσκολα αντέχει στον έλεγχο της πραγματικότητας.

Η συνολική εικόνα που προκύπτει είναι ενός ρεαλισμού που ακουμπά τα όρια του φόβου. Ο ρεαλισμός στη διπλωματία δεν είναι παθητικότητα· είναι συνειδητή επιλογή δράσης μέσα στα όρια του εφικτού. Όταν όμως η νηφαλιότητα μετατρέπεται σε δισταγμό, τότε δεν έχουμε ρεαλισμό αλλά αμυντικό αναχωρητισμό.
Η «πολιτική των ήρεμων νερών» εξυπηρετεί βραχυπρόθεσμα τη σταθερότητα, αλλά ενέχει τον κίνδυνο υποχώρησης του ελληνικού πλαισίου αναφοράς: της βούλησης να προβάλλουμε νομικά, διπλωματικά και πολιτικά τις πάγιες θέσεις μας. Η συνεχής επιθυμία για αποφυγή έντασης, όσο ευγενής κι αν είναι, οδηγεί τελικά σε θόλωση της ταυτότητας και των συμφερόντων μας.

Η Ελλάδα πράγματι οφείλει να είναι πυλώνας σταθερότητας. Όμως η σταθερότητα δεν σημαίνει ακινησία. Χρειάζεται ενεργό διπλωματία, σαφήνεια στόχων και συνέπεια λόγων. Η πολιτική των «ήρεμων νερών» μπορεί εύκολα να εξελιχθεί σε πολιτική «χαμηλών κυμάτων» που σιγά-σιγά μας καταπνίγουν, αφήνοντας χώρο σε άλλους να ορίσουν το πλαίσιο.
Η πραγματική ειρήνη δεν επιτυγχάνεται με σιωπή, αλλά με καθαρή φωνή και σταθερή στάση. Αν η Ελλάδα θέλει να είναι σεβαστή, πρέπει να πάψει να φοβάται να μιλήσει. Γιατί η διπλωματία δεν είναι τέχνη αποφυγής, αλλά τέχνη ισορροπίας και αποφασιστικότητας.

Διαβάστε ακόμη

👉Ακολουθήστε μας στο twitter 

Σχόλια