Οι δηλώσεις της βουλευτού Αχαΐας της Νέας Δημοκρατίας, Χριστίνας Αλεξοπούλου, για το κόστος στέγασης των εκπαιδευτικών δεν ήταν απλώς άστοχες. Ήταν αποκαλυπτικές. Αποκαλυπτικές ενός πολιτικού κόσμου που έχει χάσει κάθε επαφή με την κοινωνική πραγματικότητα και αντιμετωπίζει τον μόχθο χιλιάδων εργαζομένων με κυνισμό και περιφρόνηση.
Όταν σε ζωντανή συνέντευξη στο MEGA NEWS, ερωτώμενη πώς μπορεί ένας εκπαιδευτικός με μισθό 800 ευρώ να επιβιώσει πληρώνοντας 400 ευρώ ενοίκιο, απαντά «το τσάμπα πέθανε», δεν πρόκειται για ατυχές λεκτικό ολίσθημα. Πρόκειται για πολιτική στάση. Για μια αντίληψη που θεωρεί την αξιοπρεπή διαβίωση πολυτέλεια και όχι δικαίωμα.
Η αγανάκτηση που προκάλεσαν οι δηλώσεις της ήταν απόλυτα δικαιολογημένη. Γιατί οι εκπαιδευτικοί δεν ζητούν «τσάμπα». Ζητούν να μπορούν να ζουν. Να μη δίνουν τον μισό τους μισθό για ένα δυάρι. Να μην αναγκάζονται να εγκαταλείπουν νησιά και απομακρυσμένες περιοχές επειδή το κράτος τούς στέλνει χωρίς καμία ουσιαστική στήριξη.
Και εδώ γεννάται εύλογα το ερώτημα: από ποια θέση μιλά η κα Αλεξοπούλου;
Η απάντηση βρίσκεται στα επίσημα στοιχεία του πόθεν έσχες της. Εισοδήματα άνω των 35.000 ευρώ ετησίως, 14 ακίνητα σε διάφορες περιοχές της χώρας, καταθέσεις δεκάδων χιλιάδων ευρώ. Μια οικονομική άνεση που απέχει έτη φωτός από την πραγματικότητα ενός νέου εκπαιδευτικού, ενός αναπληρωτή, ενός εργαζόμενου που μετρά τα κέρματα στο τέλος του μήνα.
Δεν πρόκειται για ζήλια. Πρόκειται για ασυμμετρία εξουσίας και εμπειρίας. Όταν κάποιος που ζει με επενδυτικά έσοδα και ακίνητη περιουσία κουνά το δάχτυλο σε ανθρώπους που παλεύουν να πληρώσουν ρεύμα και ενοίκιο, τότε η πολιτική μετατρέπεται σε προσβολή.
Η εικόνα ολοκληρώνεται από το περιστατικό της Λέσβου το 2024, όπου η βουλευτής επέλεξε να μετακινείται με Porsche που της παραχωρήθηκε από επιχειρηματία. Την ώρα που η κυβέρνηση μιλούσε για «σεμνότητα» και «αποφυγή αλαζονείας», κάποιοι επέλεγαν να επιδεικνύουν έναν τρόπο ζωής προκλητικά ξένο προς την κοινωνία που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο μια δήλωση. Είναι μια νοοτροπία. Είναι η κανονικοποίηση της κοινωνικής ανισότητας. Είναι η ιδέα ότι όποιος δεν τα βγάζει πέρα «απλώς ζητά τσάμπα».
Αλλά η κοινωνία δεν ζητά τσάμπα. Ζητά δικαιοσύνη, αξιοπρέπεια και πολιτικούς που να καταλαβαίνουν — ή έστω να σέβονται — τη ζωή των πολλών.
Και αυτό, όσο κι αν ενοχλεί, δεν έχει πεθάνει.
Όταν σε ζωντανή συνέντευξη στο MEGA NEWS, ερωτώμενη πώς μπορεί ένας εκπαιδευτικός με μισθό 800 ευρώ να επιβιώσει πληρώνοντας 400 ευρώ ενοίκιο, απαντά «το τσάμπα πέθανε», δεν πρόκειται για ατυχές λεκτικό ολίσθημα. Πρόκειται για πολιτική στάση. Για μια αντίληψη που θεωρεί την αξιοπρεπή διαβίωση πολυτέλεια και όχι δικαίωμα.
Η αγανάκτηση που προκάλεσαν οι δηλώσεις της ήταν απόλυτα δικαιολογημένη. Γιατί οι εκπαιδευτικοί δεν ζητούν «τσάμπα». Ζητούν να μπορούν να ζουν. Να μη δίνουν τον μισό τους μισθό για ένα δυάρι. Να μην αναγκάζονται να εγκαταλείπουν νησιά και απομακρυσμένες περιοχές επειδή το κράτος τούς στέλνει χωρίς καμία ουσιαστική στήριξη.
Και εδώ γεννάται εύλογα το ερώτημα: από ποια θέση μιλά η κα Αλεξοπούλου;
Η απάντηση βρίσκεται στα επίσημα στοιχεία του πόθεν έσχες της. Εισοδήματα άνω των 35.000 ευρώ ετησίως, 14 ακίνητα σε διάφορες περιοχές της χώρας, καταθέσεις δεκάδων χιλιάδων ευρώ. Μια οικονομική άνεση που απέχει έτη φωτός από την πραγματικότητα ενός νέου εκπαιδευτικού, ενός αναπληρωτή, ενός εργαζόμενου που μετρά τα κέρματα στο τέλος του μήνα.
Δεν πρόκειται για ζήλια. Πρόκειται για ασυμμετρία εξουσίας και εμπειρίας. Όταν κάποιος που ζει με επενδυτικά έσοδα και ακίνητη περιουσία κουνά το δάχτυλο σε ανθρώπους που παλεύουν να πληρώσουν ρεύμα και ενοίκιο, τότε η πολιτική μετατρέπεται σε προσβολή.
Η εικόνα ολοκληρώνεται από το περιστατικό της Λέσβου το 2024, όπου η βουλευτής επέλεξε να μετακινείται με Porsche που της παραχωρήθηκε από επιχειρηματία. Την ώρα που η κυβέρνηση μιλούσε για «σεμνότητα» και «αποφυγή αλαζονείας», κάποιοι επέλεγαν να επιδεικνύουν έναν τρόπο ζωής προκλητικά ξένο προς την κοινωνία που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο μια δήλωση. Είναι μια νοοτροπία. Είναι η κανονικοποίηση της κοινωνικής ανισότητας. Είναι η ιδέα ότι όποιος δεν τα βγάζει πέρα «απλώς ζητά τσάμπα».
Αλλά η κοινωνία δεν ζητά τσάμπα. Ζητά δικαιοσύνη, αξιοπρέπεια και πολιτικούς που να καταλαβαίνουν — ή έστω να σέβονται — τη ζωή των πολλών.
Και αυτό, όσο κι αν ενοχλεί, δεν έχει πεθάνει.
Διαβάστε ακόμη

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών