Φλόγες και Σιωπή: Ο Διωγμός των Ελλήνων στην Ανατολική Ρωμυλία το 1906

Ήταν το καλοκαίρι του 1906 όταν η Ανατολική Ρωμυλία, μια περιοχή με βαθιές ελληνικές ρίζες και ιστορία χιλιάδων χρόνων, βρέθηκε στο μάτι μιας οργανωμένης καταιγίδας βίας. Οι ελληνικές κοινότητες της Φιλιππούπολης, της Αγχιάλου, του Στενήμαχου και άλλων πόλεων έζησαν στιγμές τρόμου και καταστροφής, που θύμιζαν προοίμιο των τραγικών γεγονότων που θα ακολούθησαν δεκαετίες μετά στη Μικρά Ασία.

Η Βουλγαρία του τέλους του 19ου αιώνα δεν είχε ξεχάσει το όνειρο της «Μεγάλης Βουλγαρίας». Ο Ιγνάτιεφ, Ρώσος στρατηγός και πανσλαβιστής, είχε αφήσει σαφή οδηγία: η Βουλγαρία του Αγίου Στεφάνου πρέπει να πραγματοποιηθεί. Υπό αυτή τη «σκιώδη κληρονομιά», η Σόφια ίδρυσε το 1893 στη Θεσσαλονίκη το Βουλγαρικό Κομιτάτο, με στόχο την αυτονομία και αργότερα την προσάρτηση περιοχών με ελληνικό πληθυσμό.
Μετά την ήττα της Ελλάδας το 1897, οι βουλγαρικές οργανώσεις ένιωσαν ενθαρρυμένες. Οι Έλληνες της Μακεδονίας και της Θράκης βρέθηκαν αντιμέτωποι με εκβιασμούς, επιθέσεις και ακόμα και θανάσιμες διώξεις, ενώ Ρώσοι και Οθωμανοί συνέβαλαν στη διατήρηση αυτής της ασταθούς ισορροπίας.

Στις 16 Ιουλίου 1906, η Φιλιππούπολη έγινε σκηνικό βίας που δύσκολα ξεχνιέται: 300 οργανωμένοι Βούλγαροι με περίστροφα, ρόπαλα και τσεκούρια ξεχύθηκαν στους δρόμους, λεηλάτησαν ελληνικές εκκλησίες, σχολεία και καταστήματα. Ο αρχιερατικός επίτροπος Φώτιος, μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης, δέχθηκε βίαιη επίθεση και πέταξαν τον τραυματισμένο από τον πρώτο όροφο του Μητροπολιτικού Μεγάρου.
Μερικές εβδομάδες αργότερα, στις 30 Ιουλίου, η Αγχίαλος τυλίχθηκε στις φλόγες. Οι Έλληνες της πόλης, 6.000 στον αριθμό, πολέμησαν για να σώσουν σπίτια και οικογένειες, αλλά οι Βούλγαροι, υποστηριζόμενοι από την αστυνομία, άρχισαν να βάζουν φωτιές με πετρέλαιο. Ο απολογισμός ήταν τραγικός: 79 νεκροί, κυρίως γυναίκες και παιδιά, 1.000 σπίτια και 200 καταστήματα καταστράφηκαν, ενώ σχολεία, η βιβλιοθήκη και η Μητρόπολη έγιναν στάχτη.
Σύμφωνα με μαρτυρίες, οι επιδρομείς αντιμετώπιζαν την ελληνική παρουσία με μίσος και χλευασμό, ενώ οι Βούλγαροι κάτοικοι της πόλης, στην πλειοψηφία τους, παρέμειναν θεατές και συχνά επέκριναν τα γεγονότα.

Όσοι Έλληνες σώθηκαν εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλία και ίδρυσαν νέες πόλεις που έφεραν τα παλιά ονόματα:
Αγχίαλος → Νέα Αγχίαλος
Σωζόπολη → Ευξεινούπολη
Καβακλή → Νέο Καβακλή (Αίγειρος)
Στενήμαχος → Στενήμαχο (Ημαθία)

Η μετοίκηση ήταν επώδυνη: πολλοί πέθαναν λόγω κακών συνθηκών διαβίωσης, ενώ άλλοι επέστρεψαν στους τόπους τους και εκβουλγαρίστηκαν για επιβίωση. Ταυτόχρονα, πάνω από 1.500 ελληνικά τοπωνύμια μετονομάστηκαν από τους Βούλγαρους, διαγράφοντας κάθε ίχνος της ελληνικής κληρονομιάς.

Η Ανατολική Ρωμυλία το 1906 αποδεικνύει πώς οι πολιτικές φιλοδοξίες και οι εθνικιστικές στρατηγικές μπορούν να οδηγήσουν στην βίαιη εξαφάνιση κοινοτήτων. Ο διωγμός, η καταστροφή και ο ξεριζωμός των Ελλήνων άφησαν ανεξίτηλο αποτύπωμα, αλλά η μνήμη και οι παραδόσεις των προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλία κράτησαν ζωντανό το ελληνικό στοιχείο. Οι «νέες πατρίδες» έγιναν το ζωντανό μνημείο μιας κοινότητας που δεν υπέκυψε στη λήθη.

Διαβάστε ακόμη

👉Ακολουθήστε μας στο twitter 

Σχόλια