Η Ελληνική Επανάσταση δεν γεννήθηκε μόνο μέσα στη φωτιά και το αίμα, αλλά και μέσα στα χρέη. Από τα πρώτα της βήματα, η εξεγερμένη Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με μια αδήριτη πραγματικότητα: χωρίς χρήμα, καμία επανάσταση δεν μπορεί να σταθεί. Όπλα, εφόδια, μισθοί, διοίκηση, στόλος· όλα απαιτούσαν ρευστό. Και έτσι, σχεδόν ταυτόχρονα με την εθνική αφύπνιση, γεννήθηκε και ο δανεισμός — ένα βάρος που θα συνόδευε το ελληνικό κράτος από τη γέννησή του μέχρι σήμερα.
Τα δύο μεγάλα δάνεια της Ανεξαρτησίας (1824 και 1825), συνολικού ονομαστικού ύψους 2,8 εκατομμυρίων λιρών, παρουσιάστηκαν ως σωτήρια. Στην πράξη όμως αποτέλεσαν μια από τις πιο σκοτεινές σελίδες της οικονομικής και πολιτικής μας ιστορίας. Οι όροι τους ήταν επαχθείς, οι μεσάζοντες πολυάριθμοι, οι προμήθειες εξοντωτικές και η διαχείριση – στην καλύτερη περίπτωση – χαοτική, στη χειρότερη σκανδαλώδη.
Από το δεύτερο δάνειο των 2 εκατομμυρίων λιρών, που υπογράφηκε στο Λονδίνο το 1825, στην Ελλάδα έφτασε τελικά ένα ελάχιστο κλάσμα. Μετά τις κρατήσεις, τα χρεολύσια, τις προμήθειες τραπεζιτών και «φιλελλήνων», τις αμφίβολες αγορές πλοίων και τους μισθούς ξένων αξιωματικών, το πραγματικό ποσό που ωφέλησε τον Αγώνα ήταν σχεδόν συμβολικό. Κι όμως, το σύνολο του χρέους έμεινε ακέραιο – και βαριά υποθήκη στο μέλλον του νέου κράτους.
Εμβληματική είναι η περίπτωση του Αλέξανδρου Κοντόσταυλου, τραπεζίτη και πολιτικού, που εμπλέκεται τόσο στα δάνεια όσο και στη ναυπήγηση πλοίων. Κατηγορήθηκε για διασπάθιση, αλλά ουδέποτε τιμωρήθηκε ουσιαστικά. Αντίθετα, ανέλαβε καίρια αξιώματα, διετέλεσε υπουργός Οικονομικών και πρόεδρος της Βουλής, πεθαίνοντας πλούσιος και καταξιωμένος. Το μήνυμα ήταν σαφές ήδη από τότε: η διαπλοκή όχι μόνο δεν τιμωρείται, αλλά επιβραβεύεται.
Ανάλογα απογοητευτική υπήρξε και η συμβολή ορισμένων «φιλελλήνων». Ο ναύαρχος Τόμας Κόχραν, με βαρύ παρελθόν χρηματιστηριακής απάτης, εισέπραξε δεκάδες χιλιάδες λίρες, ανέλαβε την αρχηγία του στόλου, προχώρησε σε τυχοδιωκτικές επιχειρήσεις με βαριές απώλειες και τελικά εγκατέλειψε την Ελλάδα κρυφά, αφήνοντας πίσω του κατεστραμμένα πλοία και νεκρούς. Παρ’ όλα αυτά, το όνομά του κοσμεί ακόμη δρόμους ελληνικών πόλεων.
Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται με τραπεζίτες, στρατιωτικούς συμβούλους, επιτροπές, μεσολαβητές. Χρήματα που προορίζονταν για την Επανάσταση κατέληξαν σε τσέπες ιδιωτών, ενώ ο λαός συνέχιζε να πολεμά σχεδόν ξυπόλητος. Το αποτέλεσμα; Η Ελλάδα γεννήθηκε με χρέος που ξεπερνούσε το 120% του τότε ΑΕΠ της — ένα ποσοστό που θα μας φαινόταν τραγικά οικείο σχεδόν δύο αιώνες αργότερα.
Πολλοί ιστορικοί, ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, όπως ο Ανδρέας Ανδρεάδης, χαρακτήρισαν τα δάνεια αυτά ουσιαστικά παράνομα: άδικοι όροι, απουσία πραγματικής κρατικής κυριαρχίας, εκβιαστική εκμετάλλευση μιας χώρας που αγωνιζόταν να υπάρξει. Και όμως, οι Μεγάλες Δυνάμεις ουδέποτε δέχθηκαν ουσιαστική αναδιάρθρωση ή διαγραφή. Το χρέος έγινε εργαλείο ελέγχου.
Από τότε μέχρι σήμερα, η ιστορία επαναλαμβάνεται με διαφορετικούς πρωταγωνιστές αλλά με το ίδιο σενάριο: δάνεια επί Όθωνα, πτώχευση επί Τρικούπη, εξαρτήσεις στον Μεσοπόλεμο, μεταπολεμικός δανεισμός, και στις μέρες μας μνημόνια, τρόικες και «θεσμοί». Η Ελλάδα σπάνια δανείστηκε για να αναπτυχθεί· συχνότερα δανειζόταν για να επιβιώσει — και συχνά για να πληρώσει παλαιότερα δάνεια.
Η τραγική ειρωνεία είναι ότι οι πραγματικοί χαμένοι δεν ήταν ποτέ οι δανειστές ούτε οι μεσάζοντες. Ήταν ο λαός. Όπως θα έλεγε και ο Μπέρτολντ Μπρεχτ, ο πεινασμένος που αρπάζει μια μπουκιά στιγματίζεται, ενώ ο χορτάτος κλέφτης περνά αλώβητος. Κι έτσι, από τη γέννησή της, η Ελλάδα έμαθε να ζει με δανεικά, αλλά και με μια βαθιά, δομική αδικία.
Η κατανόηση αυτής της ιστορίας δεν είναι απλώς άσκηση μνήμης. Είναι αναγκαία προϋπόθεση για να σπάσει κάποτε ο φαύλος κύκλος. Γιατί ένα κράτος που γεννήθηκε χρεωμένο, δύσκολα θα γίνει πραγματικά ελεύθερο αν δεν κοιτάξει κατάματα τα χρέη — όχι μόνο τα οικονομικά, αλλά και τα πολιτικά και ηθικά.
Τα δύο μεγάλα δάνεια της Ανεξαρτησίας (1824 και 1825), συνολικού ονομαστικού ύψους 2,8 εκατομμυρίων λιρών, παρουσιάστηκαν ως σωτήρια. Στην πράξη όμως αποτέλεσαν μια από τις πιο σκοτεινές σελίδες της οικονομικής και πολιτικής μας ιστορίας. Οι όροι τους ήταν επαχθείς, οι μεσάζοντες πολυάριθμοι, οι προμήθειες εξοντωτικές και η διαχείριση – στην καλύτερη περίπτωση – χαοτική, στη χειρότερη σκανδαλώδη.
Από το δεύτερο δάνειο των 2 εκατομμυρίων λιρών, που υπογράφηκε στο Λονδίνο το 1825, στην Ελλάδα έφτασε τελικά ένα ελάχιστο κλάσμα. Μετά τις κρατήσεις, τα χρεολύσια, τις προμήθειες τραπεζιτών και «φιλελλήνων», τις αμφίβολες αγορές πλοίων και τους μισθούς ξένων αξιωματικών, το πραγματικό ποσό που ωφέλησε τον Αγώνα ήταν σχεδόν συμβολικό. Κι όμως, το σύνολο του χρέους έμεινε ακέραιο – και βαριά υποθήκη στο μέλλον του νέου κράτους.
Εμβληματική είναι η περίπτωση του Αλέξανδρου Κοντόσταυλου, τραπεζίτη και πολιτικού, που εμπλέκεται τόσο στα δάνεια όσο και στη ναυπήγηση πλοίων. Κατηγορήθηκε για διασπάθιση, αλλά ουδέποτε τιμωρήθηκε ουσιαστικά. Αντίθετα, ανέλαβε καίρια αξιώματα, διετέλεσε υπουργός Οικονομικών και πρόεδρος της Βουλής, πεθαίνοντας πλούσιος και καταξιωμένος. Το μήνυμα ήταν σαφές ήδη από τότε: η διαπλοκή όχι μόνο δεν τιμωρείται, αλλά επιβραβεύεται.
Ανάλογα απογοητευτική υπήρξε και η συμβολή ορισμένων «φιλελλήνων». Ο ναύαρχος Τόμας Κόχραν, με βαρύ παρελθόν χρηματιστηριακής απάτης, εισέπραξε δεκάδες χιλιάδες λίρες, ανέλαβε την αρχηγία του στόλου, προχώρησε σε τυχοδιωκτικές επιχειρήσεις με βαριές απώλειες και τελικά εγκατέλειψε την Ελλάδα κρυφά, αφήνοντας πίσω του κατεστραμμένα πλοία και νεκρούς. Παρ’ όλα αυτά, το όνομά του κοσμεί ακόμη δρόμους ελληνικών πόλεων.
Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται με τραπεζίτες, στρατιωτικούς συμβούλους, επιτροπές, μεσολαβητές. Χρήματα που προορίζονταν για την Επανάσταση κατέληξαν σε τσέπες ιδιωτών, ενώ ο λαός συνέχιζε να πολεμά σχεδόν ξυπόλητος. Το αποτέλεσμα; Η Ελλάδα γεννήθηκε με χρέος που ξεπερνούσε το 120% του τότε ΑΕΠ της — ένα ποσοστό που θα μας φαινόταν τραγικά οικείο σχεδόν δύο αιώνες αργότερα.
Πολλοί ιστορικοί, ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, όπως ο Ανδρέας Ανδρεάδης, χαρακτήρισαν τα δάνεια αυτά ουσιαστικά παράνομα: άδικοι όροι, απουσία πραγματικής κρατικής κυριαρχίας, εκβιαστική εκμετάλλευση μιας χώρας που αγωνιζόταν να υπάρξει. Και όμως, οι Μεγάλες Δυνάμεις ουδέποτε δέχθηκαν ουσιαστική αναδιάρθρωση ή διαγραφή. Το χρέος έγινε εργαλείο ελέγχου.
Από τότε μέχρι σήμερα, η ιστορία επαναλαμβάνεται με διαφορετικούς πρωταγωνιστές αλλά με το ίδιο σενάριο: δάνεια επί Όθωνα, πτώχευση επί Τρικούπη, εξαρτήσεις στον Μεσοπόλεμο, μεταπολεμικός δανεισμός, και στις μέρες μας μνημόνια, τρόικες και «θεσμοί». Η Ελλάδα σπάνια δανείστηκε για να αναπτυχθεί· συχνότερα δανειζόταν για να επιβιώσει — και συχνά για να πληρώσει παλαιότερα δάνεια.
Η τραγική ειρωνεία είναι ότι οι πραγματικοί χαμένοι δεν ήταν ποτέ οι δανειστές ούτε οι μεσάζοντες. Ήταν ο λαός. Όπως θα έλεγε και ο Μπέρτολντ Μπρεχτ, ο πεινασμένος που αρπάζει μια μπουκιά στιγματίζεται, ενώ ο χορτάτος κλέφτης περνά αλώβητος. Κι έτσι, από τη γέννησή της, η Ελλάδα έμαθε να ζει με δανεικά, αλλά και με μια βαθιά, δομική αδικία.
Η κατανόηση αυτής της ιστορίας δεν είναι απλώς άσκηση μνήμης. Είναι αναγκαία προϋπόθεση για να σπάσει κάποτε ο φαύλος κύκλος. Γιατί ένα κράτος που γεννήθηκε χρεωμένο, δύσκολα θα γίνει πραγματικά ελεύθερο αν δεν κοιτάξει κατάματα τα χρέη — όχι μόνο τα οικονομικά, αλλά και τα πολιτικά και ηθικά.
Διαβάστε ακόμη

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών