Για δεκαετίες, η Αλβανία του Ενβέρ Χότζα και αργότερα του Ραμίζ Αλία υπήρξε ένα από τα πιο απομονωμένα και κλειστά κράτη στον κόσμο. Η πλήρης ρήξη με τη Δύση, αλλά και με πρώην συμμάχους του σοσιαλιστικού μπλοκ, δημιούργησε μια οικονομία αυτάρκειας μόνο κατ’ όνομα. Πίσω από τη βιτρίνα της ιδεολογικής καθαρότητας, το καθεστώς αντιμετώπιζε οξύτατη έλλειψη συναλλάγματος, πρώτων υλών και βασικών αγαθών.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, άρχισαν να εμφανίζονται —κυρίως μέσα από μεταγενέστερες μαρτυρίες και έρευνες— αναφορές για παράλληλα, μυστικά κανάλια εμπορίου, με βασικό γεωγραφικό άξονα την Αδριατική και κύριο «συνομιλητή» την Ιταλία.Από τη δεκαετία του 1970, υπάρχουν ενδείξεις ότι η αλβανική ακτογραμμή χρησιμοποιήθηκε σε δίκτυα λαθρεμπορίου, κυρίως τσιγάρων, καυσίμων και βιομηχανικών προϊόντων. Η Ιταλία —και ειδικότερα οι νότιες περιοχές όπου δρούσαν οργανώσεις όπως η Camorra και αργότερα η Sacra Corona Unita— αποτέλεσε φυσικό προορισμό.
Ορισμένες μαρτυρίες πρώην ναυτικών και αξιωματούχων αναφέρουν ότι το αλβανικό κράτος γνώριζε την ύπαρξη αυτών των δικτύων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν τα αντιμετώπιζε απλώς ως εγκληματική απειλή, αλλά ως ανεπίσημη πηγή εισοδήματος ή συναλλάγματος. Το γεγονός ότι η οικονομία ήταν απολύτως συγκεντρωτική σημαίνει πως τέτοιες δραστηριότητες δύσκολα θα μπορούσαν να λειτουργήσουν χωρίς την ανοχή —τουλάχιστον— κρατικών μηχανισμών.
Εδώ πρέπει να γίνει μια κρίσιμη διάκριση. Δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι ο ίδιος ο Ενβέρ Χότζα ή ο Ραμίζ Αλία συμμετείχαν προσωπικά ή λειτουργούσαν ως «εγκέφαλοι» λαθρεμπορίου. Ωστόσο, το καθεστώς που οι ίδιοι ηγούνταν:
- έλεγχε απόλυτα το κράτος, το εμπόριο και τις μεταφορές,
- χρησιμοποιούσε μυστικές υπηρεσίες για επιχειρήσεις εκτός επίσημων καναλιών,
- και είχε ζωτική ανάγκη από ξένο συνάλλαγμα.
Κάποιες μεταγενέστερες αποκαλύψεις, κυρίως από πρώην αξιωματούχους ή ανεξάρτητα αρχεία, κάνουν λόγο για εμπόριο όπλων και μυστικές ροές χρημάτων, με αντάλλαγμα μετρητά ή τεχνολογικό εξοπλισμό. Οι πληροφορίες αυτές παραμένουν αμφιλεγόμενες, καθώς δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ πλήρως από διεθνή δικαστήρια ή επίσημες έρευνες, αλλά επανέρχονται συχνά στον δημόσιο διάλογο.
Η έλλειψη πλήρους ανοίγματος των αρχείων στην Αλβανία μετά το 1991 συνέβαλε στο να παραμείνει το θέμα θολό, αφήνοντας χώρο τόσο σε τεκμηριωμένες υποψίες όσο και σε υπερβολές.
Με την πτώση του καθεστώτος, πολλά από τα παλιά δίκτυα —νόμιμα και παράνομα— διαλύθηκαν ή μετασχηματίστηκαν. Την ίδια στιγμή, η Αλβανία βρέθηκε σε βαθιά κρίση και το οργανωμένο έγκλημα άνθισε. Στην Ιταλία, τη δεκαετία του 1990, άρχισαν να εμφανίζονται ισχυρές αλβανικές εγκληματικές ομάδες, συχνά σε συνεργασία με την ιταλική μαφία.
Αν και δεν μπορεί να αποδειχθεί άμεση συνέχεια από την εποχή Χότζα–Αλία, είναι σαφές ότι η εμπειρία των μυστικών διαδρομών, της παρανομίας και της σιωπής δεν ξεκίνησε από το μηδέν.
Διαβάστε ακόμη

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών