Η πολιτική σκηνή σε έναν ακόμη κύκλο αποκαλύψεων, παραιτήσεων και… «οικογενειακών λόγων»

Στην Ελλάδα οι πολιτικές παραιτήσεις σπάνια πέφτουν ως κεραυνός εν αιθρία — ακόμη κι όταν παρουσιάζονται έτσι. Η αποχώρηση της Άννας Στρατινάκη από το προσκήνιο, με επίσημη αιτιολογία προσωπικούς λόγους υγείας στην οικογένεια, συνέπεσε χρονικά με νέες αποκαλύψεις και έρευνες γύρω από τη διαχείριση των προγραμμάτων τηλεκατάρτισης της πανδημίας. Και κάπου εκεί, η κοινή γνώμη άρχισε να αναρωτιέται: πρόκειται για απλή σύμπτωση ή για ακόμη ένα επεισόδιο στο γνωστό ελληνικό έργο της πολιτικής «ευθιξίας» που εμφανίζεται μόνο όταν η πίεση γίνεται ασφυκτική;

Το φάντασμα του «σκόιλ ελικίκου» δεν έφυγε ποτέ
Το φιάσκο της τηλεκατάρτισης το 2020 δεν ήταν απλώς μια ιστορία κακής μετάφρασης και γελοίων φράσεων. Ήταν η κορυφή ενός παγόβουνου που αφορούσε τη διαχείριση δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ σε μια περίοδο έκτακτης ανάγκης, με ταχύτατες διαδικασίες και ελάχιστο έλεγχο. Τότε η πολιτική ευθύνη θάφτηκε κάτω από επικοινωνιακές κινήσεις και γρήγορες αποσύρσεις προγραμμάτων. Σήμερα, όμως, φαίνεται ότι οι σκιές εκείνης της περιόδου επιστρέφουν.
Οι έρευνες που βρίσκονται σε εξέλιξη —και πρέπει να τονιστεί ότι δεν υπάρχουν τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις— θέτουν ερωτήματα για τη διαδρομή των χρημάτων και τον ρόλο συγκεκριμένων προσώπων και εταιρειών. Όσο οι αρμόδιες αρχές εξετάζουν τα στοιχεία, η πολιτική διάσταση της υπόθεσης παραμένει ανοιχτή.

Σύγκρουση συμφερόντων ή πολιτική εργαλειοποίηση;
Σε κάθε δημοκρατία, ακόμη και η υποψία σύγκρουσης συμφερόντων αρκεί για να ανοίξει δημόσια συζήτηση. Όταν υψηλόβαθμοι κρατικοί αξιωματούχοι συνδέονται προσωπικά ή επαγγελματικά με επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται σε τομείς όπου διαχειρίζονται κονδύλια, η ανάγκη για πλήρη διαφάνεια γίνεται αυτονόητη.
Αυτό δεν σημαίνει ενοχή. Σημαίνει, όμως, ότι η πολιτική ηγεσία οφείλει να δίνει σαφείς και πειστικές απαντήσεις — όχι μόνο νομικά, αλλά και ηθικά. Διότι η εμπιστοσύνη των πολιτών δεν χτίζεται στα δικαστήρια αλλά στην αίσθηση δικαιοσύνης και καθαρότητας των διαδικασιών.

Το βαθύτερο πρόβλημα: ένα σύστημα που μαθαίνει να ξεχνά
Το πιο ανησυχητικό δεν είναι μια ακόμη υπόθεση που ερευνάται. Είναι η αίσθηση επανάληψης. Πανδημία, έκτακτες διαδικασίες, απευθείας αναθέσεις, εταιρείες-«διάττοντες αστέρες», πολιτικά πρόσωπα που αποχωρούν σιωπηλά όταν η πίεση μεγαλώνει. Το έργο μοιάζει γνώριμο γιατί παίζεται εδώ και χρόνια.
Και κάθε φορά που η συζήτηση εξαντλείται σε προσωπικές κόντρες και κομματικές αντιπαραθέσεις, το ουσιαστικό ερώτημα μένει αναπάντητο: ποιος ελέγχει πραγματικά τη διαχείριση των δημόσιων και ευρωπαϊκών πόρων όταν οι συνθήκες επιβάλλουν ταχύτητα αντί για διαφάνεια;

Η ώρα της πολιτικής λογοδοσίας
Η δικαιοσύνη θα κρίνει αν υπάρχουν ποινικές ευθύνες. Όμως η πολιτική ευθύνη δεν περιμένει δικαστικές αποφάσεις. Χρειάζεται καθαρές απαντήσεις, δημόσια εξήγηση των επιλογών και κυρίως ένα σύστημα που δεν βασίζεται στην ελπίδα ότι η κοινωνία θα ξεχάσει.
Γιατί το πραγματικό σκάνδαλο δεν είναι μόνο αν κάποιοι παρανόμησαν. Είναι αν, για ακόμη μία φορά, η χώρα θα αρκεστεί σε παραιτήσεις «για προσωπικούς λόγους» χωρίς να μάθει ποτέ τι πραγματικά συνέβη. Και αν αυτό συμβεί, τότε το πρόβλημα δεν θα είναι μια υπόθεση — αλλά μια κουλτούρα ατιμωρησίας που επιβιώνει από κρίση σε κρίση.

Διαβάστε ακόμη

Σχόλια