Η σημερινή σύγκρουση στη Βουλή δεν ήταν απλώς μια ακόμη έντονη στιγμή πολιτικής αντιπαράθεσης. Ήταν μια αποκαλυπτική εικόνα του τρόπου με τον οποίο η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη επιλέγει να διαχειρίζεται την πίεση: όχι με απαντήσεις, αλλά με αποφυγή, ειρωνεία και μετατόπιση ευθυνών.
Απέναντι στο αίτημα για εκλογές που έθεσε ο Νίκος Ανδρουλάκης, ο πρωθυπουργός δεν μπήκε στην ουσία. Δεν εξήγησε γιατί η χώρα δεν χρειάζεται άμεση προσφυγή στις κάλπες σε μια περίοδο έντονων θεσμικών αμφισβητήσεων. Αντίθετα, επέλεξε να απαντήσει με σκωπτικά σχόλια περί «ονείρων» και πολιτικής αδυναμίας της αντιπολίτευσης. Μια στάση που ίσως εξυπηρετεί την επικοινωνία, αλλά σίγουρα δεν υπηρετεί τη δημοκρατική λογοδοσία.
Το ίδιο μοτίβο επαναλήφθηκε και στα κρίσιμα ζητήματα. Για το σκάνδαλο των αγροτικών επιδοτήσεων, η κυβέρνηση κατέφυγε στο γνώριμο επιχείρημα της «διαχρονικότητας». Όμως η επίκληση των λαθών του παρελθόντος δεν απαντά στο ερώτημα του παρόντος: τι έκανε – ή τι δεν έκανε – η σημερινή κυβέρνηση για να αποτρέψει την επανάληψή τους;
Ακόμη πιο προβληματική ήταν η στάση στο ζήτημα του κράτους δικαίου και των υποκλοπών. Εκεί όπου θα περίμενε κανείς σαφείς δεσμεύσεις και εξηγήσεις, κυριάρχησε η απόρριψη των κατηγοριών ως υπερβολικών ή κακόβουλων. Η τακτική αυτή, όμως, δεν κλείνει τα ζητήματα· τα αφήνει να αιωρούνται, ενισχύοντας τη δυσπιστία.
Η απάντηση του πρωθυπουργού στην υπόθεση εκβιασμού – «δεν εκβιαζόμαστε από κανέναν» – μπορεί να ακούγεται κατηγορηματική, αλλά παραμένει επιφανειακή. Σε μια δημοκρατία, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η διάψευση, αλλά η πλήρης διαφάνεια. Και αυτή απουσίαζε.
Την ίδια στιγμή, η επιλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη να στραφεί σε προσωπικές αιχμές, ακόμη και προς άλλους πολιτικούς αρχηγούς, ενισχύει την εικόνα μιας εξουσίας που αισθάνεται πιεσμένη και αντιδρά αμυντικά. Όταν η πολιτική αντιπαράθεση κατεβαίνει σε αυτό το επίπεδο, δεν πρόκειται απλώς για «σκληρό ροκ». Πρόκειται για υποβάθμιση του ίδιου του θεσμικού ρόλου του πρωθυπουργού.
Η κυβέρνηση φαίνεται να επενδύει σε μια στρατηγική πόλωσης: όσο πιο έντονη η σύγκρουση, τόσο περισσότερο συσπειρώνεται η εκλογική της βάση. Ωστόσο, αυτή η τακτική έχει όρια. Διότι κάθε φορά που αποφεύγεται η ουσία, κάθε φορά που ένα σοβαρό ζήτημα μετατρέπεται σε επικοινωνιακή αψιμαχία, φθείρεται κάτι βαθύτερο: η εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η αντιπολίτευση, βεβαίως, δεν είναι άμοιρη ευθυνών για την ένταση των τόνων. Όμως η ευθύνη της κυβέρνησης είναι μεγαλύτερη. Όχι μόνο επειδή κατέχει την εξουσία, αλλά επειδή οφείλει να δίνει το παράδειγμα θεσμικής σοβαρότητας.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή μιας κυβέρνησης που, αντί να απαντά πειστικά στις κατηγορίες, επιλέγει να τις αποδομεί επικοινωνιακά. Μιας κυβέρνησης που δείχνει περισσότερο πρόθυμη να κερδίσει την εντύπωση της στιγμής, παρά να δώσει ουσιαστικές απαντήσεις.
Και αυτό, μακροπρόθεσμα, είναι ίσως το μεγαλύτερο πολιτικό της πρόβλημα. Γιατί η φθορά δεν έρχεται πάντα από τα σκάνδαλα. Έρχεται και από την αίσθηση ότι, όταν τίθενται κρίσιμα ερωτήματα, η εξουσία δεν απαντά – απλώς αποφεύγει.
Απέναντι στο αίτημα για εκλογές που έθεσε ο Νίκος Ανδρουλάκης, ο πρωθυπουργός δεν μπήκε στην ουσία. Δεν εξήγησε γιατί η χώρα δεν χρειάζεται άμεση προσφυγή στις κάλπες σε μια περίοδο έντονων θεσμικών αμφισβητήσεων. Αντίθετα, επέλεξε να απαντήσει με σκωπτικά σχόλια περί «ονείρων» και πολιτικής αδυναμίας της αντιπολίτευσης. Μια στάση που ίσως εξυπηρετεί την επικοινωνία, αλλά σίγουρα δεν υπηρετεί τη δημοκρατική λογοδοσία.
Το ίδιο μοτίβο επαναλήφθηκε και στα κρίσιμα ζητήματα. Για το σκάνδαλο των αγροτικών επιδοτήσεων, η κυβέρνηση κατέφυγε στο γνώριμο επιχείρημα της «διαχρονικότητας». Όμως η επίκληση των λαθών του παρελθόντος δεν απαντά στο ερώτημα του παρόντος: τι έκανε – ή τι δεν έκανε – η σημερινή κυβέρνηση για να αποτρέψει την επανάληψή τους;
Ακόμη πιο προβληματική ήταν η στάση στο ζήτημα του κράτους δικαίου και των υποκλοπών. Εκεί όπου θα περίμενε κανείς σαφείς δεσμεύσεις και εξηγήσεις, κυριάρχησε η απόρριψη των κατηγοριών ως υπερβολικών ή κακόβουλων. Η τακτική αυτή, όμως, δεν κλείνει τα ζητήματα· τα αφήνει να αιωρούνται, ενισχύοντας τη δυσπιστία.
Η απάντηση του πρωθυπουργού στην υπόθεση εκβιασμού – «δεν εκβιαζόμαστε από κανέναν» – μπορεί να ακούγεται κατηγορηματική, αλλά παραμένει επιφανειακή. Σε μια δημοκρατία, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η διάψευση, αλλά η πλήρης διαφάνεια. Και αυτή απουσίαζε.
Την ίδια στιγμή, η επιλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη να στραφεί σε προσωπικές αιχμές, ακόμη και προς άλλους πολιτικούς αρχηγούς, ενισχύει την εικόνα μιας εξουσίας που αισθάνεται πιεσμένη και αντιδρά αμυντικά. Όταν η πολιτική αντιπαράθεση κατεβαίνει σε αυτό το επίπεδο, δεν πρόκειται απλώς για «σκληρό ροκ». Πρόκειται για υποβάθμιση του ίδιου του θεσμικού ρόλου του πρωθυπουργού.
Η κυβέρνηση φαίνεται να επενδύει σε μια στρατηγική πόλωσης: όσο πιο έντονη η σύγκρουση, τόσο περισσότερο συσπειρώνεται η εκλογική της βάση. Ωστόσο, αυτή η τακτική έχει όρια. Διότι κάθε φορά που αποφεύγεται η ουσία, κάθε φορά που ένα σοβαρό ζήτημα μετατρέπεται σε επικοινωνιακή αψιμαχία, φθείρεται κάτι βαθύτερο: η εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η αντιπολίτευση, βεβαίως, δεν είναι άμοιρη ευθυνών για την ένταση των τόνων. Όμως η ευθύνη της κυβέρνησης είναι μεγαλύτερη. Όχι μόνο επειδή κατέχει την εξουσία, αλλά επειδή οφείλει να δίνει το παράδειγμα θεσμικής σοβαρότητας.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή μιας κυβέρνησης που, αντί να απαντά πειστικά στις κατηγορίες, επιλέγει να τις αποδομεί επικοινωνιακά. Μιας κυβέρνησης που δείχνει περισσότερο πρόθυμη να κερδίσει την εντύπωση της στιγμής, παρά να δώσει ουσιαστικές απαντήσεις.
Και αυτό, μακροπρόθεσμα, είναι ίσως το μεγαλύτερο πολιτικό της πρόβλημα. Γιατί η φθορά δεν έρχεται πάντα από τα σκάνδαλα. Έρχεται και από την αίσθηση ότι, όταν τίθενται κρίσιμα ερωτήματα, η εξουσία δεν απαντά – απλώς αποφεύγει.
Διαβάστε ακόμη

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών