Μαρία Σπετσαρία Λαμποβιτιάδη - 100 χρόνια από τη γέννησή της και 77 χρόνια μετά την εκτέλεσή της

Γράφει ο Τηλέμαχος Λαχανάς

Μια «ηρωίδα» μάνα που ο Ανδριάντας ή οι Προτομή της έπρεπε από το Υπουργείο Αμύνης της Ελλάδας να είχε στηθεί και στις δυο γείτονες πατρίδες, στην Αθήνα, στους Αμπελόκηπους, και στο χωριό του άντρα της, στην Δούβιανη της Κάτω Δρόπολης! Γιατί όχι στην Δούβιανη και η προτομή του άντρα της, του Γρηγόρη; Έλληνας ήταν και όπως η Μαρία και αυτός μαζί της, πρόσφερε στον Ελληνικό Στρατό, όσο παρέμεινε στο Αργυρόκαστρο! 
Μια «ηρωίδα μάνα», η οποία μετά την συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς και την υποχώρηση του ελληνικού στρατού από τα πάτρια εδάφη, παρόλο η Μαρία στρατευμένη Ελληνίδα, παρέμεινε στο Αργυρόκαστρο δίπλα στον σύζυγό της, ενώνοντας στα πιστεύω του και τα δικά της πιστεύω! Άλλο αν το επιχείρημα ανεκπλήρωτο, καθώς μετά την υποχώρηση του ελληνικού στρατού οι περιοχές μας βρέθηκαν υπό διπλή κατοχή. Από την μια οι δυο συγκρουόμενες αλβανικές παρατάξεις, το «Εθνικό Μέτωπο» και το «Ε.Α.Μ.» Αλβανίας, και από την άλλη, η Κοινότητάς μας υπό το σαράκι του διχασμού, αγιάτρευτη πληγή!

Ποια η καταγωγή της Μαρίας; Είχε γεννηθεί το 1926 στους Αμπελόκηπους της Αθήνας, από οικογένεια που κατάγονταν από τον Μύτικα Αιτολοακαρνανίας. Σε ποιο σχολείο πήγαινε όμως και ποιες οι συμμαθήτριές της; ποια η σχολή που διδάχτηκε να χειρίζεται ασυρμάτους και πως είναι δυνατόν να μη αναφέρεται σε αρχεία του Υπουργείου Αμύνης;
Προσπαθώ να φανταστώ την γενναιότητα της, πως ένα 20χρονο κορίτσι στρατεύτηκε στις γραμμές του Ελληνικού Στρατού και με όπλο τον ασύρματο έφθασε μέχρι το Αργυρόκαστρο, όπου στο υπόγειο του σπιτιού του μετέπειτα άντρα της, του Γρηγόρη, έδιναν κι έπαιρναν πληροφορίες με τον ασύρματο, μέχρι που ο Ελληνικός στρατός, υπό το βάρος της συνθηκολόγησης υποχώρησε, ενώ η Μαρία παρέμεινε δίπλα στον Γρηγόρη, αγωνίστρια και αυτή για την επίλυση του Βορειοηπειρωτικού ζητήματος!

Θυσιάστηκε ο Γρηγόρης αλλά γιατί η Μσρία; Την ίδια μέρα που το στημένο δικαστήριο αποφάσισε την εκτέλεση του άντρα της, η Μαρία. όντας με τον γιο της αγκαλιά, ήταν παρόν στο δικαστήριο και έβλεπε τον άντρα της ζωντανό νεκρό. Την ίδια μέρα μαζί με τον 3χρονο γιο της, οδηγήθηκε εξορία στην κωμόπολη της Μεμαλίας, πόλη κτισμένη δίπλα στο ορυχείο του πετροκάρβουνου.
Άγνωστη η περιοχή, Τόσκηδες και Λιάπηδες οι κάτοικοι, λαός εχθρικός από ιστορικές μνήμες! Μάλιστα εχθρικός και απέναντι στην Μαρία και το μωρό της, σαν αυτή να τους είχε κάνει κακό, σαν αυτή θα ήταν ο κίνδυνος για τη χώρα τους!
Εξορία λοιπόν σε εχθρικό περιβάλλον, χωρίς να γνώριζε τη γλώσσα τους, έχοντας όμως και άλλα μέτωπα ανοιχτά! Την πείνα, την μοναξιά, το κρύο κ.λ.π., ανοιχτό μέτωπο και με τους δήμιους της δικτατορίας, καθώς ήξερε ότι μέχρι να ανακάλυπταν ποιοι ήταν οι συνεργάτες του άντρα της δεν θα εφησύχαζαν! Προς τι όλο αυτό το μίσος από συντοπίτες του άντρα της; Γιατί διψούσαν να πιουν αίμα από τα αδέρφια τους; Εξίσωση που κανένας δεν τόλμησε να την θέση προς επίλυση!

Ανοιχτό μέτωπο λοιπόν με τους νέους δυνάστες! Δε χρειάστηκε πολύς καιρός για να δραστηριοποιηθούν, καθώς βρέθηκε ο κατάλληλος άνθρωπος, στον οποίο εμπιστεύτηκαν την παγίδευση της Μαρίας! Ένας οδηγός από χωριό του Δελβίνου, ο οποίος μετέφερε μεν πετροκάρβουνο, από την Μεμαλία στους Αγίους Σαράντα, αλλά ήταν χαφιές της ασφάλειας! Οπότε μια τυχαία συνάντηση στο εστιατόριο του ορυχείου, μια καλημέρα (δήθεν) με επιφύλαξη, πότε κανένα καρβέλι, πότε λίγο γάλα, κανένα αυγό, κανένα όσπριο ή λαχανικό κ.λ.π., η παγίδα στήθηκε, καθώς η Μαρία πείστηκε ότι ο οδηγός ήταν καλόψυχος. Ποιος δεν θα έπεφτε σε τέτοια καλοστημένη παγίδα, όταν σε πλησιάζει άνθρωπος που μιλάει την γλώσσα σου, που πηγαίνω έρχεται στην πατρίδα σου, που προσποιείται ότι σε λυπάται αφάνταστα, που αφήνει να εννοηθεί ότι μπορούσε να σε φυγαδεύσει και στην Ελλάδα; Θα την φυγάδευε στην Ελλάδα!
Ο οδηγός λοιπόν, με τις δήθεν επιφυλάξεις του, αναπτέρωσε τις ελπίδες της Μαρίας, μέχρι σημείο που δελεασμένη του πρότεινε ότι θα τον ξεπληρώσει με χρυσά, καθώς ο άντρας της τα είχε κρυμμένα στο πατρικό του, στην Δούβιανη. Αγωνιούσε μεν αλλά ήρθε η μέρα που ο οδηγός (δήθεν) ήταν έτοιμος να την φυγαδεύσει!

Αργά το απόγευμα μιας αυγουστιάτικης μέρας, αφού έδωσε το παρών στην αστυνομία της πόλης, όπως ήταν υποχρεωμένη πρωί και βράδυ, ανέβηκε με το γιο της στο φορτηγό και ο οδηγός την κάλυψε με μουσαμά. Σταμάτησαν κάτω από το χωριό του άντρα της, πήγε μέχρι το πατρικό και πήρε το βαλιτσάκι με τα χρυσά, τα μοίρασε με τον οδηγό, υποτίθεται την αμοιβή του, και συνέχισαν το ταξίδι.
Όταν έφθασαν αργά τα μεσάνυχτα σε ακριτικό χωριό του Θεολόγου, ανηφόρησαν σε μονοπάτι, όπου οι «ασφαλίτες» είχαν υποδείξει στον οδηγό, και μπροστά τους μια κατοικία, ένα στημένο φυλάκιο. Σημαίες ελληνικές, τρεις αξιωματικοί, φορεμένοι με ελληνικές στολές (εννοείται ασφαλίτες μειονοτικοί από τα χωριά του Δελβίνου), το καλωσόρισμα, ο ενθουσιασμός κ.λ.π. η Μαρία πίστεψε ότι πάτησε σε ελληνικό έδαφος. Έσκυψε και φίλησε το χώμα, έκανε τον σταυρό της ευλαβικά και …έτοιμη να ομολογήσει τα πάντα! Οι «ασφαλίτες» (δήθεν περίεργοι) την ρωτούσαν διακριτικά, ενώ αυτή ομολογούσε τα βασανιστήρια και την καταδίκη του Γρηγόρη, καθώς και τον δικό της Γολγοθά. Αυθόρμητη μεν η ομολογία της, αλλά οι «ασφαλίτες» δεν άντεξαν. Της ζήτησαν να αποκαλύψει τα μέλη της «ΜΑΒΗ», αυτούς που έρχονταν σε επαφή με τον άντρα της. Τότε η Μαρία, από τον τρόπο που μιλούσαν ελληνικά και τον τρόπο που την ρωτούσαν, ψυλλιάστηκε. Κατάλαβε ότι είχε να κάνει με καλοστημένη παγίδα! Δυστυχώς ήταν αργά να επανορθώσει, καθώς οι ασφαλίτες της πέρασαν χειροπέδες και ευθύς με τον οδηγό την συνόδευσαν στην φυλακή του Δελβίνου. Στην φυλακή που ανέμενε τα βασανιστήρια των δήμιων, κάποιοι και από ελληνοχώρια του Δελβίνου!

Θα μπορούσε να αποφύγει τα βασανιστήρια, αλλά έπρεπε να τους δώσει τα ονόματα αυτών που έρχονταν σε επαφή με τον άντρα της. Δεν θα το έκανε όμως! Εκτός του ότι είχε ορκιστεί στον άντρα της, δεν θα γίνονταν η αιτία να ξεκληριστούν και άλλες οικογένειες! Αντί αυτού, όπως θα το έπραττε κάθε Ελληνίδα Μητυκιώτισσα, μη προβλέποντας τι είδους μαρτύρια αναμένονταν, προτίμησε να τα υποστεί! Κλεισμένη σε ένα από τα κελιά της φυλακής του Δελβίνου, τρεις ολόκληρους μήνες ανακρίσεις και ακατονόμαστα βασανιστήρια! Την έπαιρναν από τον γιο της, αν και ο 3χρονος Γιώργος πνίγονταν από τους λυγμούς, την πήγαιναν σε άλλο κελί και ανακρίσεις… Δεν ξέρω τίποτε τους απαντούσε αυτή, οπότε και τα βασανιστήρια! Ασελγούσαν και οι τρεις στο εξασθενημένο κορμάκι της, δυο την κρατούσαν και ο τρίτος ασελγούσε, νόμιζαν ότι θα της έκαμπταν το ηθικό. Πεπεισμένοι ότι αδίκως προσπαθούσαν, συνέχιζαν με βρασμένα αυγά κάτω από τις αμασκάλες, έσβηναν αναμμένα τσιγάρα στο σώμα της, της παραμόρφωσαν το πρόσωπο κ.α., μαρτύρια που δάκρυζε όταν μου τα διηγούνταν ο Γιώργος, μαρτύρια όπως του τα είχε διηγηθεί άνθρωπος που τότε υπηρετούσε στις φυλακές του Δελβίνου!
Ποιοι ήταν οι βασανιστές όμως; Μονοτικοί ασφαλίτες, αν είχαν μειονοτικά γονίδια! Ούρλιαζε η Μαρία, ζητoύσε βοήθεια από τη μάνα της, φώναζε τον Γρηγόρη της, παρακαλούσε τον Θεό να την πάρει και να προστατεύσει τον μονάκριβο γιο της! Αν ο Θεός άκουγε τις κραυγές της, μέσα από τις φυλακές του διαβόλου! Ευτυχώς που έχανε τις αισθήσεις, οπότε οι δήμιοι αναγκάζονταν να την επιστρέψουν στο κελί της, παρηγοριά και αυτό, καθώς ηρεμούσε τον γιο της!

Τρεις ολόκληρους μήνες απάνθρωπα τα βασανιστήρια, πόσο θα μπορούσε να αντέξει; Απεβίωσε μια από τις νύχτες του Οκτώβρη του 1949! Ξεψύχησε στο κελί της, έχοντας τον 6χρονο γιο αγκαλιά. Τον είχε κλείσει μέσα στα νεκρά χέρια της! Την κουβάλησαν νυχτιάτικα μέσα σε μια κουβέρτα και την έθαψαν κάτω από μια ελιά, χωρίς να αφήσουν κάτω της σημάδια! Είχε τελειώσει όμως αυτό το απάνθρωπο μαρτύριο; Όχι! Έπρεπε να αποκρύψουν κάθε στοιχείο που θα τους ενοχοποιούσε στις συνειδήσεις των ανθρώπων, έπρεπε το όνομά της να μην αναφέρεται σε κανένα αλβανικό αρχείο! Οπότε στα δικά τους αρχεία αναφέρθηκε ως φυγάς, είχε δραπετεύσει στην πατρίδα της, στην Ελλάδα! Χρόνια μετά τον εκδημοκρατισμό ο γιος της άνοιξε δικαστήριο, όπου βάση απόφασης ενσωματώθηκε στο μητρώο της οικογένειας! Ευτυχώς για τον Γιώργο, όταν επικεφαλής του Γενικού Συμβουλίου της ΟΜΟΝΟΙΑΣ, κάποιος που γνώριζε τα πάντα, καθώς δούλευε στην καταραμένη φυλακή επικοινώνησε μαζί του και του ομολόγησε τα πάντα!

Ο Γιώργος έψαξε και δικαιώθηκε! Μάζεψε τα σκόρπια κόκαλά της, τα ταυτοποίησε με DNA, όπως του πατέρα του πριν μήνες, και τα τοποθέτησε στον ίδιο τάφο, στον Άγιο Βλάση κάτω από το χωριό τους. Παρηγοριά μεν, καθώς βρήκε τα οστά των αγαπημένων του, κάτι που ούτε πρόκειται για αρκετές οικογένειες, όπου οι «δικοί» τους καταδικάστηκαν εις θάνατον ή απεβίωσαν στις φυλακές! Άλλο το αν και κατάρρευσε εκείνο το καθεστώς, στις ψυχές τους δύσκολα επουλώνονται αυτές οι πληγές!

Διαβάστε ακόμη

Σχόλια