Σχωριάδες Πωγωνίου: Ένα χωριό, μια Αδελφότητα, μια ολόκληρη ιστορία – Οι άνθρωποι που έφυγαν στην ξενιτιά, αλλά δεν ξέχασαν ποτέ τον τόπο τους
Υπάρχουν χωριά που η ιστορία τα προσπέρασε χωρίς να αφήσει μεγάλα μνημεία και εντυπωσιακά ίχνη. Και υπάρχουν χωριά που, πίσω από τα πέτρινα σπίτια, τις εκκλησίες και τα παλιά τοπωνύμια, κρύβουν μια ιστορία πολύ μεγαλύτερη από το μέγεθός τους. Οι Σχωριάδες του Πωγωνίου ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία.
Εδώ, η ιστορία δεν γράφτηκε μόνο με πολέμους και πολιτικές ανατροπές. Γράφτηκε με τον μόχθο των ανθρώπων, με το σφυρί του σιδερά, με το άροτρο του γεωργού, με τα γράμματα του σχολείου, με τις καμπάνες της Παναγίας και –πάνω απ’ όλα– με τα βήματα των ανθρώπων που έφυγαν στην ξενιτιά.
Και το πιο εντυπωσιακό είναι πως, όσο μακριά κι αν ταξίδεψαν οι Σχωριαδίτες, δεν έπαψαν να θεωρούν το χωριό τους δικό τους χρέος.
Απόδειξη αποτελεί μια ιστορία που ξεκινά ήδη από το 1769. Τότε, οι ξενιτεμένοι Σχωριαδίτες της Κωνσταντινούπολης ίδρυσαν την Αδελφότητα «Η Γέννηση της Θεοτόκου». Μια Αδελφότητα που δεν έμεινε στα χαρτιά, αλλά συνδέθηκε με την οικονομική στήριξη του χωριού, την κοινωνική προστασία των ανθρώπων του και, σύμφωνα με την παράδοση και τα στοιχεία της κοινότητας, με μια από τις σημαντικότερες πράξεις στην ιστορία των Σχωριάδων: την προσπάθεια απελευθέρωσης της γης του χωριού από το ιμπλιάκι. Αυτή είναι η ιστορία των Σχωριάδων.
ΑΠΟ ΠΟΥ ΠΗΡΑΝ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥΣ;
Το όνομα Σχωριάδες συνδέεται, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, με το επώνυμο μιας μεγάλης οικογένειας ή φυλής, των Σχωριάδων. Υπάρχει όμως και μια δεύτερη ερμηνεία. Σύμφωνα με αυτήν, η ονομασία σχετίζεται με την αρχαία λέξη «σκωρία», δηλαδή τη σκουριά.
Η ερμηνεία αυτή συνδέεται με ένα από τα παλαιότερα επαγγέλματα των κατοίκων: το επάγγελμα του σιδερά. Οι Σχωριαδίτες δούλευαν το σίδερο και, μέσα στα καμίνια και στα εργαστήριά τους, έρχονταν καθημερινά σε επαφή με τη σκουριά του μετάλλου. Έτσι, ακόμη και η πιθανή ετυμολογία του ονόματος μοιάζει να αποτυπώνει κάτι από τη ζωή των παλαιότερων κατοίκων: τη δουλειά, τη φωτιά, το μέταλλο και τον καθημερινό αγώνα για επιβίωση.
Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ
Στην καρδιά της παλιάς κοινότητας βρισκόταν η εκκλησία του Γενεθλίου της Θεοτόκου. Ο ναός ήταν θολωτός και πάνω από τη θύρα του υπήρχε λίθινη πλάκα με την επιγραφή: «Κηπριαν..1793»
Η παρουσία του ναού και η αφιέρωσή του στο Γενέθλιο της Θεοτόκου δεν είναι ένα απλό εκκλησιαστικό στοιχείο. Η Παναγία ήταν δεμένη με τη συλλογική ζωή των Σχωριάδων και, αιώνες αργότερα, η ίδια αναφορά θα εμφανιζόταν ξανά στην ιστορία της διασποράς τους.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Αδελφότητα που δημιούργησαν οι ξενιτεμένοι Σχωριαδίτες στην Κωνσταντινούπολη το 1769 έφερε το όνομα: «Η Γέννηση της Θεοτόκου».
Το χωριό, η εκκλησία, η Αδελφότητα και οι ξενιτεμένοι συνδέονταν έτσι με έναν κοινό συμβολισμό.
ΤΟ 1769 – ΟΙ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΙ ΟΡΓΑΝΩΝΟΝΤΑΙ
Το 1769 αποτελεί σταθμό στην ιστορία των Σχωριάδων. Οι Σχωριαδίτες που είχαν εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη δημιούργησαν την Αδελφότητα Σχωριαδιτών «Η Γέννηση της Θεοτόκου». Σύμφωνα με τους κώδικες και τα αρχεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, η Αδελφότητα τελούσε υπό την προστασία του Πατριαρχείου. Για την εποχή, η ίδρυση μιας τέτοιας οργανωμένης αδελφότητας δεν ήταν μια τυπική πράξη.
Ήταν ένας τρόπος να παραμείνει ενωμένη μια κοινότητα που άρχιζε να αποκτά δύο πατρίδες στην καθημερινότητά της: τον τόπο όπου γεννήθηκε και τον τόπο όπου εργάστηκε.
Οι ξενιτεμένοι είχαν ανάγκη ο ένας τον άλλον. Αλλά και το χωριό είχε ανάγκη τους ξενιτεμένους. Η Αδελφότητα ανέλαβε να καλύψει αυτήν ακριβώς την ανάγκη.
Στήριξη των οικογενειών.
Οικονομική βοήθεια.
Κοινοτικά έργα.
Φιλανθρωπία.
Βοήθεια στους νεοφερμένους της ξενιτιάς μέχρι να μπορέσουν να σταθούν στα πόδια τους. Και, πάνω απ’ όλα, στήριξη της ιδιαίτερης πατρίδας.
Η ΜΕΓΑΛΗ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΓΗΣ
Κάπου εδώ η ιστορία των Σχωριάδων αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Γιατί η Αδελφότητα δεν περιορίστηκε στην κοινωνική αλληλεγγύη. Σύμφωνα με την παράδοση της κοινότητας και τα στοιχεία που έχουν διασωθεί, οι Σχωριαδίτες της Κωνσταντινούπολης συνέβαλαν με διαμεσολαβήσεις και οικονομική βοήθεια στην προσπάθεια εξαγοράς του ιμπλικιού των Σχωριάδων.
Το ιμπλιάκι αποτελούσε μια ιδιαίτερη μορφή ιδιοκτησίας γης που συνδεόταν με τη μετάβαση εκτάσεων από την κατοχή τσιφλικάδων ή πασάδων σε ιδιωτική ή κρατική οθωμανική περιουσία.
Η γη ήταν δύναμη. Και για τους ανθρώπους ενός χωριού, η δυνατότητα να αποκτήσουν την κυριότητα της γης τους σήμαινε κάτι πολύ περισσότερο από μια οικονομική συναλλαγή.
Σήμαινε ασφάλεια, αυτονομία και μέλλον. Οι ξενιτεμένοι Σχωριαδίτες έβαλαν χρήματα που είχαν κερδίσει μακριά από τον τόπο τους για να βοηθήσουν τον τόπο που είχαν αφήσει πίσω.
Η ξενιτιά μετατράπηκε σε κεφάλαιο για την πατρίδα. Και αυτό ίσως είναι ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της ιστορίας του χωριού.
Η ΓΗ ΠΟΥ ΤΡΟΦΟΔΟΤΟΥΣΕ ΤΗΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ
Οι Σχωριάδες δεν ήταν μόνο ένας τόπος κατοικίας. Ήταν μια αγροτική κοινότητα με σημαντική καλλιεργήσιμη γη. Σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων και τα στοιχεία του βιβλίου «Τα τοπωνύμια» του Συνδέσμου Συνταξιούχων Ελληνοδασκάλων, πριν από την ένταξη στο συνεταιριστικό σύστημα καταγράφονται:
περίπου 250 στρέμματα στην περιοχή Πάρα,
225 στρέμματα λιβάδια,
406 στρέμματα ποτιστικής γης,
448 στρέμματα γύρω από το χωριό,
και 136 στρέμματα πέρα από το Μιτσούρκο.
Οι εκτάσεις αυτές δεν ήταν απλώς αριθμοί. Ήταν χωράφια που καλλιεργούσαν οικογένειες, λιβάδια που συνδέονταν με την κτηνοτροφία και γη που αποτελούσε τη βάση της τοπικής οικονομίας.
Γι’ αυτό και η υπόθεση της ιδιοκτησίας είχε τόσο μεγάλη σημασία.
Η ΞΕΝΙΤΙΑ ΑΔΕΙΑΖΕ ΤΟ ΧΩΡΙΟ – ΑΛΛΑ ΤΟ ΚΡΑΤΟΥΣΕ ΖΩΝΤΑΝΟ
Στα τέλη του 19ου αιώνα αρχίζει ένα νέο, δραματικό κεφάλαιο. Η φτώχεια και η αναζήτηση καλύτερης ζωής οδηγούν όλο και περισσότερους Σχωριαδίτες μακριά από τον τόπο τους. Τα στοιχεία του 1913 είναι αποκαλυπτικά. Από τους 130 εγγεγραμμένους άνδρες, μόλις 18 παρέμεναν μόνιμα στο χωριό.
Οι 96 βρίσκονταν στην ξενιτιά, ενώ άλλοι 16 είχαν επισκεφθεί προσωρινά τις Σχωριάδες και επρόκειτο να επιστρέψουν στον τόπο μετανάστευσής τους. Με άλλα λόγια, η ξενιτιά είχε γίνει πλέον τρόπος ζωής.
Και οι προορισμοί ήταν πολλοί. Πρώτη η Κωνσταντινούπολη.
Ακολουθούσαν η Αμερική, η Αλεξάνδρεια, η Οδησσός, η Θεσσαλονίκη, η Αθήνα, ο Πειραιάς και το Αργυρόκαστρο. Η Κωνσταντινούπολη υπήρξε για πολλές οικογένειες το πρώτο μεγάλο μεταναστευτικό κέντρο. Κάποιοι Σχωριαδίτες πήραν μαζί τους τις οικογένειές τους. Άλλοι άφηναν προσωρινά γυναίκες και παιδιά στο χωριό. Άλλοι επέστρεφαν μετά από χρόνια. Και κάποιοι έμεναν για πάντα μακριά. Όμως το νήμα με τις Σχωριάδες δεν κοβόταν.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ
Οι αναταράξεις των αρχών του 20ού αιώνα άλλαξαν ξανά τη ζωή των Σχωριαδιτών.
Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1919-1922, πολλοί από όσους είχαν εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη εγκατέλειψαν την πόλη. Για όσους επέστρεψαν, οι δρόμοι οδηγούσαν και πάλι προς την Ελλάδα και το χωριό. Όμως ένα νέο μεταναστευτικό κύμα είχε ήδη ανοίξει. Η Αμερική. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1930, πολλοί Σχωριαδίτες είχαν μεταναστεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Και, όπως είχε συμβεί και στην Κωνσταντινούπολη, αρκετοί αργότερα πήραν μαζί τους τις οικογένειές τους. Η μετανάστευση είχε πλέον περάσει από γενιά σε γενιά. Για πολλές οικογένειες είχε γίνει ο μοναδικός δρόμος προς την οικονομική αποκατάσταση. Η επιτυχία ενός ανθρώπου στην Αμερική δεν αφορούσε μόνο τον ίδιο. Αφορούσε το σπίτι που θα χτιζόταν στο χωριό.
Το χωράφι που θα αγοραζόταν. Την οικογένεια που θα στηριζόταν. Το σχολείο. Την εκκλησία. Την κοινότητα.
ΕΝΑ ΧΩΡΙΟ ΠΟΥ ΜΕΓΑΛΩΝΕ
Κι όμως, παρά τη μαζική μετανάστευση, οι Σχωριάδες δεν έμειναν ένα μικρό χωριό. Τα δημογραφικά στοιχεία παρουσιάζουν μια ενδιαφέρουσα εικόνα.
Το 1880 καταγράφονται 480 κάτοικοι.
Το 1913 ο αριθμός ανεβαίνει στους 560.
Και το 1927 φτάνει τους 751.
Πίσω από αυτούς τους αριθμούς βρίσκεται μια ολόκληρη κοινωνία. Οικογένειες πολυμελείς. Παιδιά. Γεωργοί. Κτηνοτρόφοι. Τεχνίτες. Σιδεράδες. Δάσκαλοι. Ιερείς. Και άνδρες που έλειπαν για χρόνια στην Κωνσταντινούπολη, την Αμερική ή αλλού. Οι Σχωριάδες ήταν ένας τόπος που μπορούσε ταυτόχρονα να αδειάζει και να μεγαλώνει.
ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΠΡΙΝ ΑΠΟ 150 ΧΡΟΝΙΑ
Η ιστορία ενός χωριού δεν μετριέται μόνο με τον πληθυσμό του. Μετριέται και με το σχολείο του.
Και οι Σχωριάδες είχαν σχολείο ήδη από το 1874. Το σχολικό έτος 1893-1894 λειτουργούσε δημοτικό σχολείο με 36 μαθητές και έναν δάσκαλο. Σε μια εποχή κατά την οποία η πρόσβαση στη μόρφωση δεν ήταν αυτονόητη, η λειτουργία σχολείου αποτελεί σημαντικό στοιχείο της κοινωνικής και πνευματικής ζωής της κοινότητας. Για τους ανθρώπους των Σχωριάδων η παιδεία δεν ήταν πολυτέλεια. Ήταν επένδυση στο μέλλον. Και αυτό είναι ένα ακόμη κοινό χαρακτηριστικό της ηπειρωτικής παράδοσης: οι κοινότητες που στερούνταν πλούτου προσπαθούσαν να αποκτήσουν κάτι που θεωρούσαν ανεκτίμητο – γράμματα για τα παιδιά τους.
ΣΧΩΡΙΑΔΕΣ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΤΟΠΟΥ ΠΟΥ ΔΕΝ ΞΕΧΑΣΤΗΚΕ
Σήμερα, όταν κοιτάζει κανείς τις Σχωριάδες, είναι εύκολο να δει απλώς ένα ακόμη χωριό του Πωγωνίου. Η ιστορία όμως λέει κάτι διαφορετικό. Πίσω από το όνομα βρίσκονται γενιές ανθρώπων. Πίσω από την εκκλησία του Γενεθλίου της Θεοτόκου βρίσκεται η θρησκευτική και κοινοτική παράδοση. Πίσω από το σχολείο του 1874 βρίσκεται η αγωνία μιας κοινωνίας να μορφώσει τα παιδιά της. Πίσω από τους αριθμούς των απογραφών βρίσκονται οικογένειες. Και πίσω από τους εκατοντάδες ξενιτεμένους βρίσκονται άνθρωποι που έφυγαν, αλλά δεν έπαψαν να κοιτούν προς το χωριό. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Αδελφότητα του 1769. Για περισσότερους από δύο αιώνες, η ιστορία της συνδέθηκε με την ιδέα ότι η ξενιτιά δεν σημαίνει απαραίτητα εγκατάλειψη της πατρίδας.
Οι Σχωριαδίτες μπορούσαν να βρίσκονται στην Κωνσταντινούπολη ή στην Αμερική και ταυτόχρονα να θεωρούν τις Σχωριάδες δική τους υπόθεση. Και ίσως αυτή να είναι η πιο δυνατή εικόνα που αφήνει πίσω της η ιστορία του χωριού: Άνθρωποι που έφυγαν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, αλλά δεν έφυγαν ποτέ πραγματικά από τον τόπο τους.
Έφυγαν για να ζήσουν. Δούλεψαν για να προκόψουν. Έκαναν περιουσίες. Έφτιαξαν οικογένειες. Αλλά ένα κομμάτι από όσα κέρδισαν επέστρεφε πάντα πίσω. Στις Σχωριάδες. Στη γη. Στην εκκλησία.
Στο σχολείο. Στην κοινότητα. Και στην ιστορία που άφησαν πίσω τους. Γιατί η ιστορία των Σχωριάδων δεν είναι μόνο η ιστορία ενός χωριού του Πωγωνίου. Είναι η ιστορία μιας κοινότητας που έμαθε να επιβιώνει μακριά από τον τόπο της, χωρίς ποτέ να πάψει να ανήκει σε αυτόν.
Εδώ, η ιστορία δεν γράφτηκε μόνο με πολέμους και πολιτικές ανατροπές. Γράφτηκε με τον μόχθο των ανθρώπων, με το σφυρί του σιδερά, με το άροτρο του γεωργού, με τα γράμματα του σχολείου, με τις καμπάνες της Παναγίας και –πάνω απ’ όλα– με τα βήματα των ανθρώπων που έφυγαν στην ξενιτιά.
Και το πιο εντυπωσιακό είναι πως, όσο μακριά κι αν ταξίδεψαν οι Σχωριαδίτες, δεν έπαψαν να θεωρούν το χωριό τους δικό τους χρέος.
Απόδειξη αποτελεί μια ιστορία που ξεκινά ήδη από το 1769. Τότε, οι ξενιτεμένοι Σχωριαδίτες της Κωνσταντινούπολης ίδρυσαν την Αδελφότητα «Η Γέννηση της Θεοτόκου». Μια Αδελφότητα που δεν έμεινε στα χαρτιά, αλλά συνδέθηκε με την οικονομική στήριξη του χωριού, την κοινωνική προστασία των ανθρώπων του και, σύμφωνα με την παράδοση και τα στοιχεία της κοινότητας, με μια από τις σημαντικότερες πράξεις στην ιστορία των Σχωριάδων: την προσπάθεια απελευθέρωσης της γης του χωριού από το ιμπλιάκι. Αυτή είναι η ιστορία των Σχωριάδων.
ΑΠΟ ΠΟΥ ΠΗΡΑΝ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥΣ;
Το όνομα Σχωριάδες συνδέεται, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, με το επώνυμο μιας μεγάλης οικογένειας ή φυλής, των Σχωριάδων. Υπάρχει όμως και μια δεύτερη ερμηνεία. Σύμφωνα με αυτήν, η ονομασία σχετίζεται με την αρχαία λέξη «σκωρία», δηλαδή τη σκουριά.
Η ερμηνεία αυτή συνδέεται με ένα από τα παλαιότερα επαγγέλματα των κατοίκων: το επάγγελμα του σιδερά. Οι Σχωριαδίτες δούλευαν το σίδερο και, μέσα στα καμίνια και στα εργαστήριά τους, έρχονταν καθημερινά σε επαφή με τη σκουριά του μετάλλου. Έτσι, ακόμη και η πιθανή ετυμολογία του ονόματος μοιάζει να αποτυπώνει κάτι από τη ζωή των παλαιότερων κατοίκων: τη δουλειά, τη φωτιά, το μέταλλο και τον καθημερινό αγώνα για επιβίωση.
Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ
Στην καρδιά της παλιάς κοινότητας βρισκόταν η εκκλησία του Γενεθλίου της Θεοτόκου. Ο ναός ήταν θολωτός και πάνω από τη θύρα του υπήρχε λίθινη πλάκα με την επιγραφή: «Κηπριαν..1793»
Η παρουσία του ναού και η αφιέρωσή του στο Γενέθλιο της Θεοτόκου δεν είναι ένα απλό εκκλησιαστικό στοιχείο. Η Παναγία ήταν δεμένη με τη συλλογική ζωή των Σχωριάδων και, αιώνες αργότερα, η ίδια αναφορά θα εμφανιζόταν ξανά στην ιστορία της διασποράς τους.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Αδελφότητα που δημιούργησαν οι ξενιτεμένοι Σχωριαδίτες στην Κωνσταντινούπολη το 1769 έφερε το όνομα: «Η Γέννηση της Θεοτόκου».
Το χωριό, η εκκλησία, η Αδελφότητα και οι ξενιτεμένοι συνδέονταν έτσι με έναν κοινό συμβολισμό.
ΤΟ 1769 – ΟΙ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΙ ΟΡΓΑΝΩΝΟΝΤΑΙ
Το 1769 αποτελεί σταθμό στην ιστορία των Σχωριάδων. Οι Σχωριαδίτες που είχαν εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη δημιούργησαν την Αδελφότητα Σχωριαδιτών «Η Γέννηση της Θεοτόκου». Σύμφωνα με τους κώδικες και τα αρχεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, η Αδελφότητα τελούσε υπό την προστασία του Πατριαρχείου. Για την εποχή, η ίδρυση μιας τέτοιας οργανωμένης αδελφότητας δεν ήταν μια τυπική πράξη.
Ήταν ένας τρόπος να παραμείνει ενωμένη μια κοινότητα που άρχιζε να αποκτά δύο πατρίδες στην καθημερινότητά της: τον τόπο όπου γεννήθηκε και τον τόπο όπου εργάστηκε.
Οι ξενιτεμένοι είχαν ανάγκη ο ένας τον άλλον. Αλλά και το χωριό είχε ανάγκη τους ξενιτεμένους. Η Αδελφότητα ανέλαβε να καλύψει αυτήν ακριβώς την ανάγκη.
Στήριξη των οικογενειών.
Οικονομική βοήθεια.
Κοινοτικά έργα.
Φιλανθρωπία.
Βοήθεια στους νεοφερμένους της ξενιτιάς μέχρι να μπορέσουν να σταθούν στα πόδια τους. Και, πάνω απ’ όλα, στήριξη της ιδιαίτερης πατρίδας.
Η ΜΕΓΑΛΗ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΓΗΣ
Κάπου εδώ η ιστορία των Σχωριάδων αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Γιατί η Αδελφότητα δεν περιορίστηκε στην κοινωνική αλληλεγγύη. Σύμφωνα με την παράδοση της κοινότητας και τα στοιχεία που έχουν διασωθεί, οι Σχωριαδίτες της Κωνσταντινούπολης συνέβαλαν με διαμεσολαβήσεις και οικονομική βοήθεια στην προσπάθεια εξαγοράς του ιμπλικιού των Σχωριάδων.
Το ιμπλιάκι αποτελούσε μια ιδιαίτερη μορφή ιδιοκτησίας γης που συνδεόταν με τη μετάβαση εκτάσεων από την κατοχή τσιφλικάδων ή πασάδων σε ιδιωτική ή κρατική οθωμανική περιουσία.
Η γη ήταν δύναμη. Και για τους ανθρώπους ενός χωριού, η δυνατότητα να αποκτήσουν την κυριότητα της γης τους σήμαινε κάτι πολύ περισσότερο από μια οικονομική συναλλαγή.
Σήμαινε ασφάλεια, αυτονομία και μέλλον. Οι ξενιτεμένοι Σχωριαδίτες έβαλαν χρήματα που είχαν κερδίσει μακριά από τον τόπο τους για να βοηθήσουν τον τόπο που είχαν αφήσει πίσω.
Η ξενιτιά μετατράπηκε σε κεφάλαιο για την πατρίδα. Και αυτό ίσως είναι ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της ιστορίας του χωριού.
Η ΓΗ ΠΟΥ ΤΡΟΦΟΔΟΤΟΥΣΕ ΤΗΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ
Οι Σχωριάδες δεν ήταν μόνο ένας τόπος κατοικίας. Ήταν μια αγροτική κοινότητα με σημαντική καλλιεργήσιμη γη. Σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων και τα στοιχεία του βιβλίου «Τα τοπωνύμια» του Συνδέσμου Συνταξιούχων Ελληνοδασκάλων, πριν από την ένταξη στο συνεταιριστικό σύστημα καταγράφονται:
περίπου 250 στρέμματα στην περιοχή Πάρα,
225 στρέμματα λιβάδια,
406 στρέμματα ποτιστικής γης,
448 στρέμματα γύρω από το χωριό,
και 136 στρέμματα πέρα από το Μιτσούρκο.
Οι εκτάσεις αυτές δεν ήταν απλώς αριθμοί. Ήταν χωράφια που καλλιεργούσαν οικογένειες, λιβάδια που συνδέονταν με την κτηνοτροφία και γη που αποτελούσε τη βάση της τοπικής οικονομίας.
Γι’ αυτό και η υπόθεση της ιδιοκτησίας είχε τόσο μεγάλη σημασία.
Η ΞΕΝΙΤΙΑ ΑΔΕΙΑΖΕ ΤΟ ΧΩΡΙΟ – ΑΛΛΑ ΤΟ ΚΡΑΤΟΥΣΕ ΖΩΝΤΑΝΟ
Στα τέλη του 19ου αιώνα αρχίζει ένα νέο, δραματικό κεφάλαιο. Η φτώχεια και η αναζήτηση καλύτερης ζωής οδηγούν όλο και περισσότερους Σχωριαδίτες μακριά από τον τόπο τους. Τα στοιχεία του 1913 είναι αποκαλυπτικά. Από τους 130 εγγεγραμμένους άνδρες, μόλις 18 παρέμεναν μόνιμα στο χωριό.
Οι 96 βρίσκονταν στην ξενιτιά, ενώ άλλοι 16 είχαν επισκεφθεί προσωρινά τις Σχωριάδες και επρόκειτο να επιστρέψουν στον τόπο μετανάστευσής τους. Με άλλα λόγια, η ξενιτιά είχε γίνει πλέον τρόπος ζωής.
Και οι προορισμοί ήταν πολλοί. Πρώτη η Κωνσταντινούπολη.
Ακολουθούσαν η Αμερική, η Αλεξάνδρεια, η Οδησσός, η Θεσσαλονίκη, η Αθήνα, ο Πειραιάς και το Αργυρόκαστρο. Η Κωνσταντινούπολη υπήρξε για πολλές οικογένειες το πρώτο μεγάλο μεταναστευτικό κέντρο. Κάποιοι Σχωριαδίτες πήραν μαζί τους τις οικογένειές τους. Άλλοι άφηναν προσωρινά γυναίκες και παιδιά στο χωριό. Άλλοι επέστρεφαν μετά από χρόνια. Και κάποιοι έμεναν για πάντα μακριά. Όμως το νήμα με τις Σχωριάδες δεν κοβόταν.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ
Οι αναταράξεις των αρχών του 20ού αιώνα άλλαξαν ξανά τη ζωή των Σχωριαδιτών.
Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1919-1922, πολλοί από όσους είχαν εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη εγκατέλειψαν την πόλη. Για όσους επέστρεψαν, οι δρόμοι οδηγούσαν και πάλι προς την Ελλάδα και το χωριό. Όμως ένα νέο μεταναστευτικό κύμα είχε ήδη ανοίξει. Η Αμερική. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1930, πολλοί Σχωριαδίτες είχαν μεταναστεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Και, όπως είχε συμβεί και στην Κωνσταντινούπολη, αρκετοί αργότερα πήραν μαζί τους τις οικογένειές τους. Η μετανάστευση είχε πλέον περάσει από γενιά σε γενιά. Για πολλές οικογένειες είχε γίνει ο μοναδικός δρόμος προς την οικονομική αποκατάσταση. Η επιτυχία ενός ανθρώπου στην Αμερική δεν αφορούσε μόνο τον ίδιο. Αφορούσε το σπίτι που θα χτιζόταν στο χωριό.
Το χωράφι που θα αγοραζόταν. Την οικογένεια που θα στηριζόταν. Το σχολείο. Την εκκλησία. Την κοινότητα.
ΕΝΑ ΧΩΡΙΟ ΠΟΥ ΜΕΓΑΛΩΝΕ
Κι όμως, παρά τη μαζική μετανάστευση, οι Σχωριάδες δεν έμειναν ένα μικρό χωριό. Τα δημογραφικά στοιχεία παρουσιάζουν μια ενδιαφέρουσα εικόνα.
Το 1880 καταγράφονται 480 κάτοικοι.
Το 1913 ο αριθμός ανεβαίνει στους 560.
Και το 1927 φτάνει τους 751.
Πίσω από αυτούς τους αριθμούς βρίσκεται μια ολόκληρη κοινωνία. Οικογένειες πολυμελείς. Παιδιά. Γεωργοί. Κτηνοτρόφοι. Τεχνίτες. Σιδεράδες. Δάσκαλοι. Ιερείς. Και άνδρες που έλειπαν για χρόνια στην Κωνσταντινούπολη, την Αμερική ή αλλού. Οι Σχωριάδες ήταν ένας τόπος που μπορούσε ταυτόχρονα να αδειάζει και να μεγαλώνει.
ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΠΡΙΝ ΑΠΟ 150 ΧΡΟΝΙΑ
Η ιστορία ενός χωριού δεν μετριέται μόνο με τον πληθυσμό του. Μετριέται και με το σχολείο του.
Και οι Σχωριάδες είχαν σχολείο ήδη από το 1874. Το σχολικό έτος 1893-1894 λειτουργούσε δημοτικό σχολείο με 36 μαθητές και έναν δάσκαλο. Σε μια εποχή κατά την οποία η πρόσβαση στη μόρφωση δεν ήταν αυτονόητη, η λειτουργία σχολείου αποτελεί σημαντικό στοιχείο της κοινωνικής και πνευματικής ζωής της κοινότητας. Για τους ανθρώπους των Σχωριάδων η παιδεία δεν ήταν πολυτέλεια. Ήταν επένδυση στο μέλλον. Και αυτό είναι ένα ακόμη κοινό χαρακτηριστικό της ηπειρωτικής παράδοσης: οι κοινότητες που στερούνταν πλούτου προσπαθούσαν να αποκτήσουν κάτι που θεωρούσαν ανεκτίμητο – γράμματα για τα παιδιά τους.
ΣΧΩΡΙΑΔΕΣ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΤΟΠΟΥ ΠΟΥ ΔΕΝ ΞΕΧΑΣΤΗΚΕ
Σήμερα, όταν κοιτάζει κανείς τις Σχωριάδες, είναι εύκολο να δει απλώς ένα ακόμη χωριό του Πωγωνίου. Η ιστορία όμως λέει κάτι διαφορετικό. Πίσω από το όνομα βρίσκονται γενιές ανθρώπων. Πίσω από την εκκλησία του Γενεθλίου της Θεοτόκου βρίσκεται η θρησκευτική και κοινοτική παράδοση. Πίσω από το σχολείο του 1874 βρίσκεται η αγωνία μιας κοινωνίας να μορφώσει τα παιδιά της. Πίσω από τους αριθμούς των απογραφών βρίσκονται οικογένειες. Και πίσω από τους εκατοντάδες ξενιτεμένους βρίσκονται άνθρωποι που έφυγαν, αλλά δεν έπαψαν να κοιτούν προς το χωριό. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Αδελφότητα του 1769. Για περισσότερους από δύο αιώνες, η ιστορία της συνδέθηκε με την ιδέα ότι η ξενιτιά δεν σημαίνει απαραίτητα εγκατάλειψη της πατρίδας.
Οι Σχωριαδίτες μπορούσαν να βρίσκονται στην Κωνσταντινούπολη ή στην Αμερική και ταυτόχρονα να θεωρούν τις Σχωριάδες δική τους υπόθεση. Και ίσως αυτή να είναι η πιο δυνατή εικόνα που αφήνει πίσω της η ιστορία του χωριού: Άνθρωποι που έφυγαν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, αλλά δεν έφυγαν ποτέ πραγματικά από τον τόπο τους.
Έφυγαν για να ζήσουν. Δούλεψαν για να προκόψουν. Έκαναν περιουσίες. Έφτιαξαν οικογένειες. Αλλά ένα κομμάτι από όσα κέρδισαν επέστρεφε πάντα πίσω. Στις Σχωριάδες. Στη γη. Στην εκκλησία.
Στο σχολείο. Στην κοινότητα. Και στην ιστορία που άφησαν πίσω τους. Γιατί η ιστορία των Σχωριάδων δεν είναι μόνο η ιστορία ενός χωριού του Πωγωνίου. Είναι η ιστορία μιας κοινότητας που έμαθε να επιβιώνει μακριά από τον τόπο της, χωρίς ποτέ να πάψει να ανήκει σε αυτόν.
Διαβάστε ακόμη

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών