Όταν η ιστορία γίνεται «εορτή»: Ποιον ακριβώς τιμούμε στην Εθνική Ελληνική Μειονότητα;

Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες μια επετειακή εκδήλωση παύει να είναι απλώς μια εκδήλωση μνήμης. Γίνεται πολιτική δήλωση.
Και υπάρχουν περιπτώσεις όπου η δήλωση αυτή δεν αφορά μόνο το παρελθόν, αλλά και το πώς μια κοινωνία αντιλαμβάνεται σήμερα τον εαυτό της, τους νεκρούς της και την ίδια την ιστορική της συνέχεια. Αυτό ακριβώς συμβαίνει όταν θεσμοί της ελληνικής εθνικής μειονότητας συμμετέχουν ή συνδιοργανώνουν εκδηλώσεις που παρουσιάζουν το αλβανικό κομμουνιστικό ΕΑΜ και την παρτιζανική δράση ως ένα ενιαίο, αυτονόητα «εθνικό» κεφάλαιο της ιστορίας των Ελλήνων της περιοχής.
Το ζήτημα δεν είναι αν οι Έλληνες Βορειοηπειρώτες πολέμησαν εναντίον των δυνάμεων του Άξονα. Φυσικά και πολέμησαν.
Το πραγματικό ερώτημα είναι για ποιο πολιτικό και εθνικό μέλλον πίστευαν ότι πολεμούσαν.
Και κυρίως: Ποιοι ήταν εκείνοι που, μετά την απελευθέρωση, βρέθηκαν απέναντί τους;

Από την αντίσταση στην εγκαθίδρυση του καθεστώτος
Η αλβανική Αντίσταση υπήρξε πραγματικό αντιστασιακό κίνημα και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ανατροπή των δυνάμεων κατοχής. Όμως η ιστορική εξέλιξη δεν σταμάτησε στην απελευθέρωση.
Το συνέδριο της Πρεμετής, τον Μάιο του 1944, αποτέλεσε κομβικό σταθμό στην πολιτική συγκρότηση της νέας εξουσίας. Το συνέδριο εξέλεξε το Αντιφασιστικό Εθνικοαπελευθερωτικό Συμβούλιο ως ανώτατο πολιτικό όργανο και τον Ενβέρ Χότζα ως επικεφαλής της προσωρινής κυβερνητικής επιτροπής και αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων.
Επομένως, η εξίσωση: «αντιφασιστική αντίσταση = ελευθερία και κοινωνική δικαιοσύνη = μεταπολεμική δημοκρατία», δεν αποτελεί ιστορική περιγραφή. Αποτελεί ερμηνεία. Και μάλιστα μια ερμηνεία που αγνοεί το τι ακολούθησε.

Για τους Έλληνες της Βορείου Ηπείρου το ζήτημα ήταν ακόμη πιο σύνθετο.
Διότι ένα τμήμα του ελληνικού πληθυσμού που συμμετείχε στην Αντίσταση δεν αντιλαμβανόταν την ένταξή του στον αλβανικό αντιστασιακό χώρο ως παραίτηση από την εθνική του ταυτότητα.
Αντιθέτως, υπήρχε η προσδοκία ότι η μεταπολεμική τάξη πραγμάτων θα έδινε στους λαούς τη δυνατότητα να καθορίσουν το μέλλον τους.
Εδώ εισέρχεται στη συζήτηση ο Χάρτης του Ατλαντικού και η αρχή της αυτοδιάθεσης.
Η προσδοκία πολλών Βορειοηπειρωτών ήταν ότι η θυσία τους εναντίον των δυνάμεων κατοχής δεν θα κατέληγε στην απλή αντικατάσταση μιας ξένης κατοχής από ένα αυταρχικό εσωτερικό καθεστώς.
Και εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της περιόδου.

«Πολεμούμε για να κυματίσει η γαλανόλευκη»
Η φράση αυτή –που αποδίδεται στη συλλογική μνήμη των Βορειοηπειρωτών αγωνιστών– συμπυκνώνει μια ολόκληρη πολιτική προσδοκία.
Δεν πολεμούσαν όλοι οι Έλληνες της περιοχής με την ίδια πολιτική ιδεολογία.
Δεν είχαν όλοι τις ίδιες οργανώσεις.
Δεν είχαν όλοι τις ίδιες αντιλήψεις για το μεταπολεμικό καθεστώς.
Κοινός όμως παρονομαστής για ένα σημαντικό τμήμα του ελληνικού στοιχείου ήταν η επιδίωξη της εθνικής ασφάλειας, της ελευθερίας και της διατήρησης της ελληνικής ταυτότητας.
Γι' αυτό και είναι ιστορικά προβληματικό να παρουσιάζονται σήμερα όλοι συλλήβδην ως απλοί «μαχητές της ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης», με ορολογία που θυμίζει περισσότερο την επίσημη γλώσσα της κομμουνιστικής Αλβανίας παρά την πραγματική πολυπλοκότητα της εποχής.
Και ακόμη περισσότερο προβληματικό είναι να παρουσιάζονται ως «αγωνιστές της πατρίδας μας» χωρίς να διευκρινίζεται ποια ακριβώς πατρίδα εννοείται.
Την Ελλάδα;
Τη Βόρειο Ήπειρο;
Ή την Αλβανία;
Η ιστορική ορολογία δεν είναι λεπτομέρεια.
Είναι πολιτική θέση.

Η Γλύνα δεν μπορεί να μετατραπεί σε «γιορτή ενότητας»
Υπάρχει όμως ένα ακόμη πιο δύσκολο κεφάλαιο.
Η σφαγή της Γλύνας, στις 2 Αυγούστου 1943.
Η τραγωδία της Γλύνας αποτελεί βαθιά χαραγμένη μνήμη στην ιστορική συνείδηση των Ελλήνων της περιοχής. Υπάρχουν μαρτυρίες και ιστορικές αναφορές για την επίθεση εναντίον του χωριού και τη δολοφονία κατοίκων του.
Αυτό ακριβώς κάνει ακόμη πιο προβληματική οποιαδήποτε προσπάθεια να ενταχθεί το γεγονός σε μια απλουστευμένη αφήγηση περί μιας δήθεν αρμονικής και ενιαίας αντιφασιστικής πορείας Ελλήνων και Αλβανών.
Η ιστορία της περιόδου ήταν πολύ πιο σκληρή.
Υπήρχαν ένοπλες συγκρούσεις.
Υπήρχαν πολιτικές αντιπαραθέσεις.
Υπήρχαν εθνικές αντιθέσεις.
Υπήρχαν εγκλήματα.
Και υπήρχαν άνθρωποι που πλήρωσαν με τη ζωή τους τις επιλογές τους.
Αυτά δεν μπορούν να σβήσουν επειδή σήμερα εξυπηρετούν μια πιο «βολική» αφήγηση.
Και τι γίνεται με τους Έλληνες που βρέθηκαν απέναντι στον Χότζα;
Αυτό είναι το μεγάλο κενό στις σημερινές επετείους.
Όταν τιμώνται οι παρτιζάνοι, ποιοι τιμούνται;
Και όταν υψώνονται κόκκινες σημαίες και ακούγονται ύμνοι στην «αντιφασιστική νίκη», ποιος θυμάται τους Έλληνες που αργότερα φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν, εξορίστηκαν ή εκτελέστηκαν από το καθεστώς που οικοδομήθηκε πάνω στην Αντίσταση;

Ποιος μιλά για τον Βασίλη Σαχίνη;
Για τον Τάλλιο;
Για τους Μπολάνο, Κιτσούλη και Γκικόπουλο;
Για τον Θύμιο Λώλη;
Για τον Πάρα;
Για τον Λαμποβιτιάδη;
Για τις οικογένειες που πλήρωσαν βαρύ τίμημα;
Για τους ιερείς και τους χιλιάδες Έλληνες που βρέθηκαν στις φυλακές και τα στρατόπεδα του κομμουνιστικού καθεστώτος;
Αν θέλουμε πραγματικά να μιλήσουμε για ιστορική μνήμη, όλους αυτούς πρέπει να τους χωρέσουμε στην ίδια ιστορία.
Όχι μόνο εκείνους που ταιριάζουν στην επίσημη αφήγηση.

Το Κρά, η Μεμόραχη και η ελληνική πολιτική αυτονομία
Αν οι σημερινοί θεσμοί της ελληνικής μειονότητας θέλουν να οργανώνουν επετειακές εκδηλώσεις για την περίοδο της Κατοχής, τότε οφείλουν να θυμούνται ολόκληρη την ιστορία.
Όχι μόνο την ιστορία του αλβανικού ΕΑΜ.
Αλλά και τις ελληνικές προσπάθειες πολιτικής και στρατιωτικής οργάνωσης.
Τη σύσκεψη του Κρά της 6ης Αυγούστου 1943.
Το συνέδριο της Μεμόραχης της 8ης Αυγούστου.
Τη δημιουργία του Αρχηγείου της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας.
Τις προσπάθειες συγκρότησης αυτόνομου ελληνικού αντιστασιακού χώρου.
Τους ανθρώπους που προσπάθησαν να διασφαλίσουν ότι η συμμετοχή στον αντιστασιακό αγώνα δεν θα σήμαινε εξαφάνιση της ελληνικής εθνικής ταυτότητας.
Αυτή η πλευρά της ιστορίας δεν μπορεί να εξαφανίζεται από τις επίσημες ομιλίες.

Το μεγάλο ερώτημα προς τους σημερινούς θεσμούς
Κανείς δεν ζητά να διαγραφεί η αλβανική Αντίσταση από την ιστορία.
Κανείς δεν ζητά να αμφισβητηθεί η θυσία ανθρώπων που πολέμησαν εναντίον του φασισμού και του ναζισμού.
Αλλά υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στην ιστορική αναγνώριση και στην πολιτική αγιοποίηση.
Και υπάρχει ακόμη μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα στο να τιμάς έναν νεκρό αγωνιστή και στο να υιοθετείς σήμερα την ιδεολογία του καθεστώτος που ακολούθησε.
Η Αλβανία του Ενβέρ Χότζα δεν υπήρξε δημοκρατική συνέχεια της Αντίστασης.
Ήταν ένα από τα πιο σκληρά κομμουνιστικά καθεστώτα της Ευρώπης.
Για δεκαετίες, η ελληνική μειονότητα υπέστη τις συνέπειες αυτής της πολιτικής.
Γι' αυτό και όταν σήμερα εμφανίζονται Έλληνες εκπρόσωποι δίπλα σε εκπροσώπους του παλαιού κομμουνιστικού χώρου, σε εκδηλώσεις όπου η ιστορία παρουσιάζεται μέσα από την επίσημη παρτιζανική μυθολογία, είναι απολύτως θεμιτό να τεθεί το ερώτημα: Τι ακριβώς γιορτάζουμε;

Δεν μπορείς να τιμάς τη μνήμη επιλεκτικά
Η πραγματική ιστορική συμφιλίωση δεν οικοδομείται με τη λήθη.
Ούτε με την επιλεκτική μνήμη.
Δεν μπορείς να μιλάς για «ελευθερία» και ταυτόχρονα να ξεχνάς αυτούς που φυλακίστηκαν επειδή ήταν Έλληνες.
Δεν μπορείς να μιλάς για «κοινωνική δικαιοσύνη» και να αγνοείς τα θύματα των πολιτικών διώξεων.
Δεν μπορείς να τιμάς την Αντίσταση και να αποσιωπάς τις εσωτερικές συγκρούσεις που ακολούθησαν.
Δεν μπορείς να παρουσιάζεις την ελληνική μειονότητα ως ένα απλό παράρτημα της αλβανικής κομμουνιστικής Αντίστασης.
Και κυρίως: δεν μπορείς να ζητάς από τους απογόνους των θυμάτων να γιορτάζουν μαζί με εκείνους που εξακολουθούν να εξωραΐζουν το καθεστώς που καταδίωξε τις οικογένειές τους.

Η ιστορία δεν χρειάζεται κομματικές σημαίες
Η ελληνική μειονότητα έχει ανάγκη από μια νέα σχέση με την ιστορία της.
Μια σχέση απαλλαγμένη από τον φόβο.
Απαλλαγμένη από κομματικές εξαρτήσεις.
Απαλλαγμένη από την ανάγκη να αποδεικνύει διαρκώς ότι είναι «καλός» ή «βολικός» εταίρος της εκάστοτε αλβανικής εξουσίας.
Οι σημερινοί θεσμοί της μειονότητας έχουν κάθε δικαίωμα να συμμετέχουν σε εκδηλώσεις μνήμης.
Αλλά έχουν και μια πολύ μεγαλύτερη υποχρέωση: να μην επιτρέπουν την παραχάραξη της ιστορίας της ίδιας τους της κοινότητας.
Να θυμούνται τη Γλύνα.
Να θυμούνται τα θύματα των πολιτικών διώξεων.
Να θυμούνται τους Έλληνες αντιστασιακούς που δεν έγιναν κομμουνιστές.
Να θυμούνται εκείνους που συγκρούστηκαν με το νέο καθεστώς.
Να θυμούνται τους φυλακισμένους και τους εξόριστους.
Να θυμούνται τους ιερείς και τις οικογένειες που καταστράφηκαν.
Να θυμούνται τους ανθρώπους που κράτησαν ζωντανή την ελληνική εθνική συνείδηση όταν αυτό είχε κόστος.
Και, πάνω απ' όλα, να θυμούνται ότι η ιστορία της Βορείου Ηπείρου δεν αρχίζει ούτε τελειώνει με το αλβανικό ΕΑΜ.

«Μετά από 35 χρόνια ελευθερίας…»
Η πιο οδυνηρή διαπίστωση είναι ίσως αυτή.
Πέρασαν περισσότερες από τρεις δεκαετίες από την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος.
Κι όμως, σε ορισμένες δημόσιες εκδηλώσεις, η γλώσσα, τα σύμβολα και η ιστορική οπτική της εποχής του Χότζα μοιάζουν να επιστρέφουν –αυτή τη φορά όχι με την επιβολή της δικτατορίας, αλλά μέσα από ελεύθερες επιλογές ανθρώπων και θεσμών.
Και αυτή είναι ίσως η πιο παράδοξη μορφή ιστορικής υποταγής.
Γιατί τότε υπήρχε ο φόβος. Σήμερα υπάρχει η επιλογή.
Τότε μας επέβαλλαν τη σιωπή. Σήμερα κινδυνεύουμε να την επιβάλουμε μόνοι μας στους εαυτούς μας.
Η ιστορία της ελληνικής μειονότητας δεν χρειάζεται να ξαναγραφτεί για να γίνει αποδεκτή.
Χρειάζεται απλώς να ειπωθεί ολόκληρη.
Με τα λάθη της.
Με τις αντιθέσεις της.
Με τους ήρωές της.
Με τα θύματά της.
Και με τα εγκλήματά της.
Γιατί ένας λαός που ξεχνά ποιοι ήταν εκείνοι που θυσιάστηκαν για την ελευθερία του, κινδυνεύει κάποια στιγμή να τιμά εκείνους που πολέμησαν εναντίον της.
Και τότε η παραχάραξη της ιστορίας δεν είναι πλέον έργο ενός δικτάτορα.
Είναι έργο των ίδιων των απογόνων των θυμάτων του.

Διαβάστε ακόμη

Σχόλια