Αναχώρησε από τα επίγεια μετά από καρτερικό αγώνα με την επάρατο ο καλός εκπαιδευτικός Θανάσης Μπέης. Από χθες αναπαύεται στην Καλογορατζή την γενέτειρα του που υπεραγάπησε.
Υπάρχουν στην προκειμένη αρκετοί λόγοι αναφοράς στη ζωή και το έργο του γνήσιου Έλληνα και περήφανου Βορειοηπειρώτη εκπαιδευτικού. Που δεν υπήρξε δάσκαλος μόνο στις αίθουσες διδασκαλίας ή τις σχολικές μονάδες που κλήθηκε να διευθύνει. Κυρίως ήταν της βιωματικής μάθησης. Δίδαξε πολλά με το παράδειγμα, τη στάση ζωή και την αφοσίωση σε ζητήματα που άπτονται της κοινότητας μας και της Ορθοδόξου Εκκλησίας…
Έμελε μάλιστα η διδακτική του σταδιοδρομία στην Δρόπολη (1985), μετά την επιστροφή του από πολυετή υπηρεσία σε σχολεία στις πλέον δύσκολες περιοχές του Βορρά της Αλβανίας – όπου είχε αφήσει τις καλύτερες εντυπώσεις και αναμνήσεις – να ξεκινήσει με μια πράξη ανθρωπισμού και αυταπάρνησης. Σε σχολική εκδρομή είχε διασώσει από βέβαιο θάνατο μαθητή που στα πλαίσια σχολικής εκδρομής βούτηξε να κολυμπήσει στο ποτάμι…
Με ιδιαίτερο όμως ζήλο, πραγματώνοντας τον βαθύτερο πόθο της ψυχής του, αφιερώθηκε και συνέβαλε μοναδικά, παραδειγματικά και με πολύ διάκριση, στο έργο της Ελληνικής μας Εθνικής Μειονότητας και της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Μπορεί συμπτωματικά να ήταν καθηγητής Ιστορίας. Αλλά τίποτε δεν είναι σύμπτωση. Ήταν ένας φορέας αυτογνωσίας και βιωτής της ιστορίας του τόπου μας και των διαχρονικών αγώνων των προγόνων μας των οποίων ήθελε να είναι συνεπής ακόλουθος υπό τις σύγχρονες ιστορικές συγκυρίες.
Χωρίς δισταγμούς και δεύτερες σκέψεις, κυρίως χωρίς υστεροβουλία ή επιδίωξη ιδίου οφέλους απ’ τις πρώτες ώρες και συνεπής μέχρι την τελευταία ώρα εντάχθηκε στην προσπάθεια της Δημοκρατικής Ενώσεως Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας ΟΜΟΝΟΙΑ. Και πέραν των άλλων διέθεσε το κοινωνικό του κύρος και όλη την εκτίμηση στην υπηρεσία δημιουργίας κλίματος ενότητας την οποία καλλιεργούσε με την υπομονή και την ψυχραιμία του.
Ωστόσο εκείνο που τον καθιστά έναν σιωπηρό πλην όμως αποδοτικό εργάτη της Εκκλησίας είναι η προθυμία του ώστε επιστημονική γνώση, διδακτική εμπειρία, δεξιότητες και κυρίως τον μοναδικό του χαρακτήρα και την καλή προαίρεση να τα θέσει χωρίς φειδώ στην ενίσχυση του έργου του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου. Από τις πρώτες ώρες ίδρυσης του Εκκλησιαστικού Λυκείου (1998) εντάχθηκε στο διδακτικό του προσωπικό, στη συνέχεια κλήθηκε να το διευθύνει (2006 – 2019), ευτύχησε να το παραδώσει μάλιστα σε μαθητή του… Υπήρξε αφενός μεν ως εκπαιδευτικός και αφετέρου ως έμπειρο στέλεχος από τους βασικούς παράγοντες στην προσπάθεια για την εδραίωση δραστηριοτήτων του Αναστασείου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος «Πνοή Αγάπης» στις περιοχές μας. Καμάρωνε και χαίρονταν την ευόδωση της προσπάθειας ως μια μοναδική προσφορά για την διαιώνιση της διδασκαλίας της Ελληνικής γλώσσας και εστία διεργασιών που αφορούν στην ώσμωση του Ελληνισμού.
Από τα σημαντικότερα γεγονότα λίγο πριν την τυπική συνταξιοδότηση του ήταν η άψογη διοργάνωση εορτής της 20ης Επετείου Ιδρύσεως του «Τιμίου Σταυρού» με την παρουσία του Προέδρου του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου. Οι αναμνήσεις της ημέρας αυτής μένουν ανεξίτηλες για το τοπικό Ορθόδοξο πλήρωμα.
Στην Καλογορατζή
Ενεργά συμμετείχε στην πνευματική και διοικητική ζωή της Ενορίας των Παμμεγίστων Ταξιαρχών της Καλογορατζής Δροπόλεως. Δεν ήταν τυπικά μέλος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου της Ενορίας. Υπήρξε πολύ πέραν αυτών έχοντας προσφέρει καρδιακό έργο – παρακαταθήκη ζωής.
Χωρίς να υπολογίζει κόπους και έχοντας και κλήση στα τεχνικά υπήρξε βασικός παράγοντας υποστήριξης στην προσπάθεια του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου και του Μητροπολίτη Δημητρίου στην συνέχεια, ώστε στα πλαίσια της ιεραποστολικής εκστρατείας όχι απλά να αναβιώσει σε στερεές βάσεις η ιστορικά μαρτυρούμενη αυτή Ελληνική ενορία, αλλά να αποτελέσει παραδειγματικό έρεισμα για όλη την περιοχή. Συνέβαλε και πέραν των δυνάμεων του για την ολοκλήρωση των εργασιών αποκατάστασης του Ιερού Ναού των Ταξιαρχών που είχε καταστραφεί από εμπρηστική πυρπόληση το καλοκαίρι του 1993 καθώς και του περιβάλλοντος χώρου του. Κυρίως στην συγκρότηση του Πνευματικού Κέντρου σε ιδιόκτητο της Εκκλησίας παρακείμενο κτίσμα και την λειτουργία του σκοπού του. Την ίδια περίοδο συντόνισε ως τοπικός συντελεστής τις εργασίες για την γεώτρηση παροχής, το αντλιοστάσιο και το δίκτυο παροχής πόσιμου νερού στην κοινότητα.
Ήταν επίμονος σε ζητήματα κατοχύρωσης της εκκλησιαστικής και μοναστηριακής περιουσίας για την ιδιοκτησία της Ενορίας στην περιοχή όπου το στρατόπεδο και αυτά του Μοναστηριού της Παναγίας. Χάρηκε εξ άλλου μοναδικά την απόδοση των προσπαθειών για την κατασκευή χωματόδρομου πρόσβασης στην Μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στα Ραβένια και την μετάβαση εκεί για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου.
Θα μπορούσαν πολλά ακόμη να αναφερθούν.
Έμεινε όμως προσδοκώντας την δικαίωση διαδικασιών αποκατάστασης και την σχετική οικονομική υποστήριξη του ιστορικού Ιερού Ναού του Αγίου Γεωργίου που είχαν μετατρέψει σε στρατιωτικό μηχανουργείο στα χρόνια του αθεϊστικού διωγμού.
Με την ελπίδα της Αιωνίου Ζωής και της Ανάστασης έφυγε ο Θανάσης έχοντας ζήσει ήδη την προσδοκία αυτή και με τις προσευχές των οικείων του, των φίλων και κυρίως δεκάδων μαθητών που έχουν να τον θυμούνται γιατί υπήρξε παιδαγωγός.
Υπάρχουν στην προκειμένη αρκετοί λόγοι αναφοράς στη ζωή και το έργο του γνήσιου Έλληνα και περήφανου Βορειοηπειρώτη εκπαιδευτικού. Που δεν υπήρξε δάσκαλος μόνο στις αίθουσες διδασκαλίας ή τις σχολικές μονάδες που κλήθηκε να διευθύνει. Κυρίως ήταν της βιωματικής μάθησης. Δίδαξε πολλά με το παράδειγμα, τη στάση ζωή και την αφοσίωση σε ζητήματα που άπτονται της κοινότητας μας και της Ορθοδόξου Εκκλησίας…
Έμελε μάλιστα η διδακτική του σταδιοδρομία στην Δρόπολη (1985), μετά την επιστροφή του από πολυετή υπηρεσία σε σχολεία στις πλέον δύσκολες περιοχές του Βορρά της Αλβανίας – όπου είχε αφήσει τις καλύτερες εντυπώσεις και αναμνήσεις – να ξεκινήσει με μια πράξη ανθρωπισμού και αυταπάρνησης. Σε σχολική εκδρομή είχε διασώσει από βέβαιο θάνατο μαθητή που στα πλαίσια σχολικής εκδρομής βούτηξε να κολυμπήσει στο ποτάμι…
Με ιδιαίτερο όμως ζήλο, πραγματώνοντας τον βαθύτερο πόθο της ψυχής του, αφιερώθηκε και συνέβαλε μοναδικά, παραδειγματικά και με πολύ διάκριση, στο έργο της Ελληνικής μας Εθνικής Μειονότητας και της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Μπορεί συμπτωματικά να ήταν καθηγητής Ιστορίας. Αλλά τίποτε δεν είναι σύμπτωση. Ήταν ένας φορέας αυτογνωσίας και βιωτής της ιστορίας του τόπου μας και των διαχρονικών αγώνων των προγόνων μας των οποίων ήθελε να είναι συνεπής ακόλουθος υπό τις σύγχρονες ιστορικές συγκυρίες.
Χωρίς δισταγμούς και δεύτερες σκέψεις, κυρίως χωρίς υστεροβουλία ή επιδίωξη ιδίου οφέλους απ’ τις πρώτες ώρες και συνεπής μέχρι την τελευταία ώρα εντάχθηκε στην προσπάθεια της Δημοκρατικής Ενώσεως Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας ΟΜΟΝΟΙΑ. Και πέραν των άλλων διέθεσε το κοινωνικό του κύρος και όλη την εκτίμηση στην υπηρεσία δημιουργίας κλίματος ενότητας την οποία καλλιεργούσε με την υπομονή και την ψυχραιμία του.
Ωστόσο εκείνο που τον καθιστά έναν σιωπηρό πλην όμως αποδοτικό εργάτη της Εκκλησίας είναι η προθυμία του ώστε επιστημονική γνώση, διδακτική εμπειρία, δεξιότητες και κυρίως τον μοναδικό του χαρακτήρα και την καλή προαίρεση να τα θέσει χωρίς φειδώ στην ενίσχυση του έργου του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου. Από τις πρώτες ώρες ίδρυσης του Εκκλησιαστικού Λυκείου (1998) εντάχθηκε στο διδακτικό του προσωπικό, στη συνέχεια κλήθηκε να το διευθύνει (2006 – 2019), ευτύχησε να το παραδώσει μάλιστα σε μαθητή του… Υπήρξε αφενός μεν ως εκπαιδευτικός και αφετέρου ως έμπειρο στέλεχος από τους βασικούς παράγοντες στην προσπάθεια για την εδραίωση δραστηριοτήτων του Αναστασείου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος «Πνοή Αγάπης» στις περιοχές μας. Καμάρωνε και χαίρονταν την ευόδωση της προσπάθειας ως μια μοναδική προσφορά για την διαιώνιση της διδασκαλίας της Ελληνικής γλώσσας και εστία διεργασιών που αφορούν στην ώσμωση του Ελληνισμού.
Από τα σημαντικότερα γεγονότα λίγο πριν την τυπική συνταξιοδότηση του ήταν η άψογη διοργάνωση εορτής της 20ης Επετείου Ιδρύσεως του «Τιμίου Σταυρού» με την παρουσία του Προέδρου του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου. Οι αναμνήσεις της ημέρας αυτής μένουν ανεξίτηλες για το τοπικό Ορθόδοξο πλήρωμα.
Στην Καλογορατζή
Ενεργά συμμετείχε στην πνευματική και διοικητική ζωή της Ενορίας των Παμμεγίστων Ταξιαρχών της Καλογορατζής Δροπόλεως. Δεν ήταν τυπικά μέλος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου της Ενορίας. Υπήρξε πολύ πέραν αυτών έχοντας προσφέρει καρδιακό έργο – παρακαταθήκη ζωής.
Χωρίς να υπολογίζει κόπους και έχοντας και κλήση στα τεχνικά υπήρξε βασικός παράγοντας υποστήριξης στην προσπάθεια του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου και του Μητροπολίτη Δημητρίου στην συνέχεια, ώστε στα πλαίσια της ιεραποστολικής εκστρατείας όχι απλά να αναβιώσει σε στερεές βάσεις η ιστορικά μαρτυρούμενη αυτή Ελληνική ενορία, αλλά να αποτελέσει παραδειγματικό έρεισμα για όλη την περιοχή. Συνέβαλε και πέραν των δυνάμεων του για την ολοκλήρωση των εργασιών αποκατάστασης του Ιερού Ναού των Ταξιαρχών που είχε καταστραφεί από εμπρηστική πυρπόληση το καλοκαίρι του 1993 καθώς και του περιβάλλοντος χώρου του. Κυρίως στην συγκρότηση του Πνευματικού Κέντρου σε ιδιόκτητο της Εκκλησίας παρακείμενο κτίσμα και την λειτουργία του σκοπού του. Την ίδια περίοδο συντόνισε ως τοπικός συντελεστής τις εργασίες για την γεώτρηση παροχής, το αντλιοστάσιο και το δίκτυο παροχής πόσιμου νερού στην κοινότητα.
Ήταν επίμονος σε ζητήματα κατοχύρωσης της εκκλησιαστικής και μοναστηριακής περιουσίας για την ιδιοκτησία της Ενορίας στην περιοχή όπου το στρατόπεδο και αυτά του Μοναστηριού της Παναγίας. Χάρηκε εξ άλλου μοναδικά την απόδοση των προσπαθειών για την κατασκευή χωματόδρομου πρόσβασης στην Μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στα Ραβένια και την μετάβαση εκεί για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου.
Θα μπορούσαν πολλά ακόμη να αναφερθούν.
Έμεινε όμως προσδοκώντας την δικαίωση διαδικασιών αποκατάστασης και την σχετική οικονομική υποστήριξη του ιστορικού Ιερού Ναού του Αγίου Γεωργίου που είχαν μετατρέψει σε στρατιωτικό μηχανουργείο στα χρόνια του αθεϊστικού διωγμού.
Με την ελπίδα της Αιωνίου Ζωής και της Ανάστασης έφυγε ο Θανάσης έχοντας ζήσει ήδη την προσδοκία αυτή και με τις προσευχές των οικείων του, των φίλων και κυρίως δεκάδων μαθητών που έχουν να τον θυμούνται γιατί υπήρξε παιδαγωγός.
Διαβάστε ακόμη

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών