Υπάρχουν στιγμές στην Ιστορία κατά τις οποίες οι ημερομηνίες αποκτούν συμβολικό βάρος. Για τον ελληνισμό της Μικράς Ασίας, οι 26 και 27 Αυγούστου 1922 είναι δύο τέτοιες ημέρες.
Η πρώτη σηματοδοτεί την έξοδο από τη Σμύρνη του Αριστείδη Στεργιάδη, του ανθρώπου που είχε τοποθετηθεί από την ελληνική κυβέρνηση ως Ύπατος Αρμοστής της Ελλάδας στη Σμύρνη.
Η δεύτερη σηματοδοτεί την είσοδο των κεμαλικών στρατευμάτων στην πόλη και, λίγες ώρες αργότερα, το μαρτυρικό τέλος του Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσοστόμου.
Ανάμεσα στις δύο αυτές ημερομηνίες συμπυκνώνεται ένα από τα πιο δραματικά κεφάλαια της Μικρασιατικής Καταστροφής.
Η Σμύρνη πριν από την καταιγίδα
Το καλοκαίρι του 1922 η ελληνική παρουσία στη Μικρά Ασία είχε φτάσει στο πιο κρίσιμο σημείο της.
Η ελληνική στρατιά είχε υποστεί την καταστροφική επίθεση του κεμαλικού στρατού τον Αύγουστο και η υποχώρηση προς τα δυτικά εξελισσόταν με ταχύτητα. Οι ελληνικές μονάδες εγκατέλειπαν τις θέσεις τους και χιλιάδες άμαχοι έβλεπαν πλέον τον κίνδυνο να πλησιάζει.
Η Σμύρνη, το μεγάλο οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο της Ιωνίας, βρισκόταν πλέον μπροστά σε μια ιστορική καμπή.
Ο φόβος είχε κυριαρχήσει.
Χιλιάδες Έλληνες και Αρμένιοι προσπαθούσαν να καταλάβουν τι επρόκειτο να συμβεί. Η πόλη ήταν γεμάτη πρόσφυγες από το εσωτερικό της Μικράς Ασίας, ενώ η παρουσία των συμμαχικών πλοίων στο λιμάνι δημιουργούσε την ελπίδα ότι θα μπορούσε να οργανωθεί κάποια μορφή προστασίας ή εκκένωσης.
Όμως οι πολιτικές και στρατιωτικές εξελίξεις είχαν ήδη κριθεί σε μεγάλο βαθμό.
Η ελληνική διοίκηση της Σμύρνης κατέρρεε.
Ο Αριστείδης Στεργιάδης: ο άνθρωπος που δίχασε τη Σμύρνη
Ο Αριστείδης Στεργιάδης είχε αναλάβει την Ύπατη Αρμοστεία της Σμύρνης από την έναρξη της ελληνικής κατοχής το 1919.
Ήταν πρόσωπο ισχυρής προσωπικότητας, αυστηρός, συγκεντρωτικός και αποφασισμένος να επιβάλει την τάξη.
Η παρουσία του υπήρξε από την αρχή αμφιλεγόμενη.
Ο Στεργιάδης προσπαθούσε να εμφανίζεται ως εκπρόσωπος μιας διοίκησης που θα αντιμετώπιζε με αυστηρότητα τις αυθαιρεσίες, ανεξάρτητα από το αν προέρχονταν από Έλληνες ή Τούρκους. Η πολιτική αυτή, όμως, τον έφερε συχνά σε σύγκρουση με παράγοντες της ελληνικής κοινότητας και ιδιαίτερα με τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο.
Το αρχείο της Ύπατης Αρμοστείας που διασώζεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους περιλαμβάνει αλληλογραφία, διοικητικά έγγραφα, στρατιωτικές αναφορές και υλικό σχετικά με την κατάσταση των πληθυσμών και τις εξελίξεις στη Μικρά Ασία.
Γι' αυτό και ο ρόλος του Στεργιάδη δεν μπορεί να κριθεί μόνο μέσα από μεταγενέστερες αφηγήσεις ή χαρακτηρισμούς.
Ωστόσο, ένα γεγονός παραμένει αδιαμφισβήτητο: Στις 26 Αυγούστου 1922 ο άνθρωπος που ήταν επικεφαλής της ελληνικής πολιτικής διοίκησης στη Σμύρνη εγκατέλειψε την πόλη.
26 Αυγούστου: η τελευταία έξοδος
Το απόγευμα της 26ης Αυγούστου η κατάσταση στη Σμύρνη ήταν πλέον δραματική.
Ο ελληνικός στρατός είχε αποχωρήσει και οι τελευταίες ελπίδες για αναχαίτιση της κεμαλικής προέλασης είχαν ουσιαστικά χαθεί.
Ο Στεργιάδης έφυγε από το κτήριο της Αρμοστείας το βράδυ.
Η έξοδός του πραγματοποιήθηκε υπό την προστασία Βρετανών πεζοναυτών και με βρετανική ατμάκατο. Η εικόνα του ανώτατου Έλληνα πολιτικού εκπροσώπου να εγκαταλείπει την πόλη λίγο πριν από την είσοδο των τουρκικών στρατευμάτων έμεινε βαθιά χαραγμένη στη συλλογική μνήμη των Μικρασιατών.
Για τους ανθρώπους που παρέμεναν πίσω, όμως, δεν υπήρχε πλέον δρόμος διαφυγής.
Η Σμύρνη περίμενε.
Η αμφιλεγόμενη φράση για τον Στεργιάδη
Στη μεταγενέστερη ιστοριογραφία έχει διασωθεί η περίφημη, αλλά δύσκολα διασταυρώσιμη, αφήγηση ότι ο Στεργιάδης φέρεται να είχε πει στον Γεώργιο Παπανδρέου, όταν εκείνος τον ρώτησε γιατί δεν ενημέρωνε τον πληθυσμό να φύγει: «Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξει ο Κεμάλ...»
Η φράση αυτή έχει επαναληφθεί πολλές φορές και αποτελεί βασικό στοιχείο της αρνητικής εικόνας που δημιουργήθηκε γύρω από τον Στεργιάδη. Ωστόσο, για ένα ιστορικό αφιέρωμα είναι απαραίτητο να σημειωθεί ότι πρόκειται για μεταγενέστερη μαρτυρία, όχι για πρωτογενές έγγραφο που να πιστοποιεί πέραν κάθε αμφιβολίας ότι ειπώθηκε ακριβώς έτσι.
Η ιστορική έρευνα οφείλει να ξεχωρίζει την τεκμηριωμένη πράξη από την παράδοση που δημιουργήθηκε γύρω από ένα πρόσωπο.
Και η τεκμηριωμένη πράξη είναι ότι ο Στεργιάδης έφυγε από τη Σμύρνη στις 26 Αυγούστου.
27 Αυγούστου 1922: η είσοδος του τουρκικού στρατού
Το πρωί της 27ης Αυγούστου 1922 η Σμύρνη πέρασε στον έλεγχο των κεμαλικών δυνάμεων.
Επικεφαλής των τουρκικών στρατευμάτων που εισήλθαν στην πόλη ήταν ο Νουρεντίν Πασάς, ένας από τους σκληρότερους αξιωματούχους του κεμαλικού καθεστώτος.
Η είσοδος των τουρκικών δυνάμεων σηματοδότησε την έναρξη μιας τραγικής περιόδου.
Οι επόμενες ημέρες θα σημαδευτούν από δολοφονίες, λεηλασίες, πυρκαγιές και μαζική έξοδο του πληθυσμού προς την προκυμαία και τα πλοία που βρίσκονταν στο λιμάνι.
Αλλά πριν από όλα αυτά, υπήρχε ένας άνθρωπος που βρέθηκε στο επίκεντρο της τραγωδίας.
Ο Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος.
Ο Χρυσόστομος αρνείται να φύγει
Ο Χρυσόστομος Σμύρνης γνώριζε πολύ καλά τι τον περίμενε.
Είχε δεχθεί προειδοποιήσεις να εγκαταλείψει την πόλη.
Θα μπορούσε να είχε φύγει.
Δεν το έκανε.
Η επιλογή του δεν ήταν αποτέλεσμα άγνοιας του κινδύνου. Αντίθετα, γνώριζε ότι η παραμονή του μπορούσε να του κοστίσει τη ζωή.
Για τον ίδιο, όμως, η θέση του ήταν δίπλα στους ανθρώπους της Μητρόπολής του.
Λίγες ημέρες πριν από την καταστροφή είχε απευθύνει δραματικές εκκλήσεις προς την ελληνική πολιτική ηγεσία. Σε επιστολή του προς τον βασιλιά Κωνσταντίνο, στις 21 Αυγούστου 1922, προειδοποιούσε για την κρισιμότητα της κατάστασης. Ακολούθησε επιστολή προς τον Ελευθέριο Βενιζέλο στις 25 Αυγούστου.
Οι επιστολές αυτές αποκαλύπτουν έναν ιεράρχη που αντιλαμβανόταν ότι η καταστροφή πλησίαζε.
Και όμως παρέμεινε.
Η συνάντηση με τον Νουρεντίν
Ο Νουρεντίν Πασάς γνώριζε τον ρόλο του Χρυσοστόμου και την επιρροή που ασκούσε στην ελληνική κοινότητα.
Ο Μητροπολίτης οδηγήθηκε ενώπιόν του.
Ακολούθησε μια ταπεινωτική και δραματική διαδικασία, στο τέλος της οποίας ο Νουρεντίν τον παρέδωσε στον εξαγριωμένο όχλο.
Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε το μαρτύριο.
Οι μαρτυρίες για τις τελευταίες ώρες του Χρυσοστόμου περιγράφουν βασανισμούς, ξυλοδαρμούς και τελικά τη δολοφονία του.
Αμερικανικές και άλλες ξένες μαρτυρίες της εποχής έχουν ιδιαίτερη σημασία για την ανασύσταση των γεγονότων. Ανάμεσα στους σημαντικούς μάρτυρες συγκαταλέγεται ο Αμερικανός πρόξενος στη Σμύρνη George Horton, ο οποίος κατέγραψε τις δραματικές εξελίξεις.
Ο Χρυσόστομος δολοφονήθηκε στις 27 Αυγούστου 1922.
Έτσι πέρασε στην ιστορική μνήμη ως ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς εθνομάρτυρες της Μικρασιατικής Καταστροφής.
Δύο άνθρωποι, δύο διαφορετικές επιλογές
Η ιστορία του Στεργιάδη και του Χρυσοστόμου συναντιέται με έναν σχεδόν συμβολικό τρόπο μέσα στις τελευταίες ώρες της ελληνικής Σμύρνης.
Ο ένας ήταν ο ανώτατος πολιτικός εκπρόσωπος της Ελλάδας.
Ο άλλος ήταν ο πνευματικός ηγέτης της ελληνικής κοινότητας.
Ο ένας έφυγε πριν από την είσοδο των τουρκικών στρατευμάτων.
Ο άλλος γνώριζε ότι κινδύνευε και επέλεξε να παραμείνει.
Η αντίθεση αυτή εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί η μνήμη των δύο ανδρών υπήρξε τόσο διαφορετική.
Ο Στεργιάδης έμεινε στην ιστορική συνείδηση ως ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα πρόσωπα της Μικρασιατικής Εκστρατείας.
Ο Χρυσόστομος, αντίθετα, μετατράπηκε σε σύμβολο αυτοθυσίας.
Δεν πρέπει όμως να συγχέουμε τη συμβολική μνήμη με την ιστορική ανάλυση.
Η Μικρασιατική Καταστροφή δεν προκλήθηκε από έναν άνθρωπο.
Ήταν αποτέλεσμα στρατιωτικών, πολιτικών και διπλωματικών εξελίξεων, της ελληνικής ήττας, της κεμαλικής αντεπίθεσης, της διεθνούς συγκυρίας και των επιλογών των Μεγάλων Δυνάμεων.
Ο Στεργιάδης δεν μπορεί να θεωρηθεί ο μοναδικός υπεύθυνος για την καταστροφή.
Μπορεί, όμως, να κριθεί για τις πράξεις και τις επιλογές του κατά την περίοδο της αρμοστείας του.
Η Σμύρνη φλέγεται
Τις επόμενες ημέρες η τραγωδία κορυφώθηκε.
Η πυρκαγιά που ξέσπασε στην πόλη κατέστρεψε μεγάλο μέρος της Σμύρνης και δημιούργησε σκηνές χάους.
Χιλιάδες άνθρωποι κατέφυγαν στην προκυμαία αναζητώντας τρόπο να σωθούν.
Η άλλοτε ακμάζουσα κοσμοπολίτικη πόλη μετατράπηκε σε τόπο τρόμου.
Η ελληνική και αρμενική παρουσία, που επί αιώνες αποτελούσε βασικό στοιχείο της κοινωνικής και οικονομικής ζωής της περιοχής, υπέστη συντριπτικό πλήγμα.
Η Μικρασιατική Καταστροφή σήμανε ουσιαστικά το τέλος της μεγάλης ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία.
Ακολούθησε η προσφυγιά.
Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι εγκατέλειψαν τις πατρογονικές τους εστίες και κατέφυγαν στην Ελλάδα.
Μια ιστορία αιώνων έμπαινε σε μια νέα, τραγική φάση.
Ο Χρυσόστομος ως σύμβολο
Ο θάνατος του Μητροπολίτη Χρυσοστόμου δεν έμεινε απλώς ως μία ακόμη πράξη βίας μέσα στην καταστροφή.
Μετατράπηκε σε σύμβολο.
Ο Χρυσόστομος είχε μπροστά του τη δυνατότητα της διαφυγής.
Επέλεξε να παραμείνει.
Η στάση αυτή εξηγεί γιατί η μορφή του απέκτησε ιδιαίτερη θέση στη συλλογική μνήμη του μικρασιατικού ελληνισμού.
Η Εκκλησία τον τιμά ως Εθνοϊερομάρτυρα και Άγιο Χρυσόστομο Σμύρνης, ενώ η μνήμη του συνδέθηκε άρρηκτα με την τραγωδία του 1922.
Η τελευταία του στάση αποτυπώνει με δραματικό τρόπο το δίλημμα που αντιμετώπισαν χιλιάδες άνθρωποι εκείνες τις ημέρες: να φύγουν ή να μείνουν.
Για τους περισσότερους δεν υπήρχε πραγματικά επιλογή.
Για τον Μητροπολίτη υπήρχε.
Και επέλεξε να μείνει.
Η ιστορική μνήμη και το χρέος της αλήθειας
Εκατό και πλέον χρόνια μετά, η Μικρασιατική Καταστροφή εξακολουθεί να προκαλεί συγκίνηση, αλλά και έντονες ιστορικές συζητήσεις.
Οφείλουμε όμως να αντιμετωπίζουμε τα γεγονότα χωρίς απλουστεύσεις.
Η Σμύρνη του 1922 δεν είναι μόνο μια ιστορία ηρωισμού και τραγωδίας.
Είναι επίσης μια ιστορία πολιτικών αποφάσεων, στρατιωτικών λαθών, διεθνών συμφερόντων, εθνικών ανταγωνισμών και ανθρώπινων επιλογών.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να εξετάζεται και ο ρόλος του Αριστείδη Στεργιάδη.
Τα σωζόμενα αρχεία της Ύπατης Αρμοστείας αποτελούν πολύτιμη πηγή για την κατανόηση της περιόδου και περιλαμβάνουν υλικό για τη διοίκηση της Σμύρνης, τις σχέσεις με τους πληθυσμούς, την ελληνική στρατιωτική παρουσία, τις βιαιοπραγίες και τις εξελίξεις που προηγήθηκαν της καταστροφής.
Η ιστορία δεν χρειάζεται μύθους για να είναι συγκλονιστική.
Τα γεγονότα από μόνα τους αρκούν.
Το βράδυ της 26ης Αυγούστου 1922, ο Αριστείδης Στεργιάδης έφευγε από τη Σμύρνη.
Την επόμενη ημέρα, 27 Αυγούστου, οι κεμαλικές δυνάμεις έμπαιναν στην πόλη.
Και ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος οδηγούνταν στον θάνατο.
Δύο άνθρωποι.
Δύο επιλογές.
Μία πόλη που έσβηνε.
Και ένας ολόκληρος κόσμος που δεν θα επέστρεφε ποτέ όπως ήταν.
Η Σμύρνη του ελληνισμού έμελλε να γίνει παρελθόν. Όμως η μνήμη της παρέμεινε ζωντανή μέσα στις οικογένειες των προσφύγων, στις εκκλησίες, στα τραγούδια, στις αφηγήσεις των παππούδων και των γιαγιάδων και στις πόλεις που δημιούργησαν οι πρόσφυγες στην Ελλάδα.
Και ανάμεσα στις μορφές που σφράγισαν εκείνες τις τελευταίες ημέρες ξεχωρίζει εκείνη του Χρυσοστόμου.
Ένας άνθρωπος που μπορούσε να φύγει.
Αλλά έμεινε.
Και πέθανε μαζί με την πόλη και το ποίμνιό του.
Η πρώτη σηματοδοτεί την έξοδο από τη Σμύρνη του Αριστείδη Στεργιάδη, του ανθρώπου που είχε τοποθετηθεί από την ελληνική κυβέρνηση ως Ύπατος Αρμοστής της Ελλάδας στη Σμύρνη.
Η δεύτερη σηματοδοτεί την είσοδο των κεμαλικών στρατευμάτων στην πόλη και, λίγες ώρες αργότερα, το μαρτυρικό τέλος του Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσοστόμου.
Ανάμεσα στις δύο αυτές ημερομηνίες συμπυκνώνεται ένα από τα πιο δραματικά κεφάλαια της Μικρασιατικής Καταστροφής.
Η Σμύρνη πριν από την καταιγίδα
Το καλοκαίρι του 1922 η ελληνική παρουσία στη Μικρά Ασία είχε φτάσει στο πιο κρίσιμο σημείο της.
Η ελληνική στρατιά είχε υποστεί την καταστροφική επίθεση του κεμαλικού στρατού τον Αύγουστο και η υποχώρηση προς τα δυτικά εξελισσόταν με ταχύτητα. Οι ελληνικές μονάδες εγκατέλειπαν τις θέσεις τους και χιλιάδες άμαχοι έβλεπαν πλέον τον κίνδυνο να πλησιάζει.
Η Σμύρνη, το μεγάλο οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο της Ιωνίας, βρισκόταν πλέον μπροστά σε μια ιστορική καμπή.
Ο φόβος είχε κυριαρχήσει.
Χιλιάδες Έλληνες και Αρμένιοι προσπαθούσαν να καταλάβουν τι επρόκειτο να συμβεί. Η πόλη ήταν γεμάτη πρόσφυγες από το εσωτερικό της Μικράς Ασίας, ενώ η παρουσία των συμμαχικών πλοίων στο λιμάνι δημιουργούσε την ελπίδα ότι θα μπορούσε να οργανωθεί κάποια μορφή προστασίας ή εκκένωσης.
Όμως οι πολιτικές και στρατιωτικές εξελίξεις είχαν ήδη κριθεί σε μεγάλο βαθμό.
Η ελληνική διοίκηση της Σμύρνης κατέρρεε.
Ο Αριστείδης Στεργιάδης: ο άνθρωπος που δίχασε τη Σμύρνη
Ο Αριστείδης Στεργιάδης είχε αναλάβει την Ύπατη Αρμοστεία της Σμύρνης από την έναρξη της ελληνικής κατοχής το 1919.
Ήταν πρόσωπο ισχυρής προσωπικότητας, αυστηρός, συγκεντρωτικός και αποφασισμένος να επιβάλει την τάξη.
Η παρουσία του υπήρξε από την αρχή αμφιλεγόμενη.
Ο Στεργιάδης προσπαθούσε να εμφανίζεται ως εκπρόσωπος μιας διοίκησης που θα αντιμετώπιζε με αυστηρότητα τις αυθαιρεσίες, ανεξάρτητα από το αν προέρχονταν από Έλληνες ή Τούρκους. Η πολιτική αυτή, όμως, τον έφερε συχνά σε σύγκρουση με παράγοντες της ελληνικής κοινότητας και ιδιαίτερα με τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο.
Το αρχείο της Ύπατης Αρμοστείας που διασώζεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους περιλαμβάνει αλληλογραφία, διοικητικά έγγραφα, στρατιωτικές αναφορές και υλικό σχετικά με την κατάσταση των πληθυσμών και τις εξελίξεις στη Μικρά Ασία.
Γι' αυτό και ο ρόλος του Στεργιάδη δεν μπορεί να κριθεί μόνο μέσα από μεταγενέστερες αφηγήσεις ή χαρακτηρισμούς.
Ωστόσο, ένα γεγονός παραμένει αδιαμφισβήτητο: Στις 26 Αυγούστου 1922 ο άνθρωπος που ήταν επικεφαλής της ελληνικής πολιτικής διοίκησης στη Σμύρνη εγκατέλειψε την πόλη.
26 Αυγούστου: η τελευταία έξοδος
Το απόγευμα της 26ης Αυγούστου η κατάσταση στη Σμύρνη ήταν πλέον δραματική.
Ο ελληνικός στρατός είχε αποχωρήσει και οι τελευταίες ελπίδες για αναχαίτιση της κεμαλικής προέλασης είχαν ουσιαστικά χαθεί.
Ο Στεργιάδης έφυγε από το κτήριο της Αρμοστείας το βράδυ.
Η έξοδός του πραγματοποιήθηκε υπό την προστασία Βρετανών πεζοναυτών και με βρετανική ατμάκατο. Η εικόνα του ανώτατου Έλληνα πολιτικού εκπροσώπου να εγκαταλείπει την πόλη λίγο πριν από την είσοδο των τουρκικών στρατευμάτων έμεινε βαθιά χαραγμένη στη συλλογική μνήμη των Μικρασιατών.
Για τους ανθρώπους που παρέμεναν πίσω, όμως, δεν υπήρχε πλέον δρόμος διαφυγής.
Η Σμύρνη περίμενε.
Η αμφιλεγόμενη φράση για τον Στεργιάδη
Στη μεταγενέστερη ιστοριογραφία έχει διασωθεί η περίφημη, αλλά δύσκολα διασταυρώσιμη, αφήγηση ότι ο Στεργιάδης φέρεται να είχε πει στον Γεώργιο Παπανδρέου, όταν εκείνος τον ρώτησε γιατί δεν ενημέρωνε τον πληθυσμό να φύγει: «Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξει ο Κεμάλ...»
Η φράση αυτή έχει επαναληφθεί πολλές φορές και αποτελεί βασικό στοιχείο της αρνητικής εικόνας που δημιουργήθηκε γύρω από τον Στεργιάδη. Ωστόσο, για ένα ιστορικό αφιέρωμα είναι απαραίτητο να σημειωθεί ότι πρόκειται για μεταγενέστερη μαρτυρία, όχι για πρωτογενές έγγραφο που να πιστοποιεί πέραν κάθε αμφιβολίας ότι ειπώθηκε ακριβώς έτσι.
Η ιστορική έρευνα οφείλει να ξεχωρίζει την τεκμηριωμένη πράξη από την παράδοση που δημιουργήθηκε γύρω από ένα πρόσωπο.
Και η τεκμηριωμένη πράξη είναι ότι ο Στεργιάδης έφυγε από τη Σμύρνη στις 26 Αυγούστου.
27 Αυγούστου 1922: η είσοδος του τουρκικού στρατού
Το πρωί της 27ης Αυγούστου 1922 η Σμύρνη πέρασε στον έλεγχο των κεμαλικών δυνάμεων.
Επικεφαλής των τουρκικών στρατευμάτων που εισήλθαν στην πόλη ήταν ο Νουρεντίν Πασάς, ένας από τους σκληρότερους αξιωματούχους του κεμαλικού καθεστώτος.
Η είσοδος των τουρκικών δυνάμεων σηματοδότησε την έναρξη μιας τραγικής περιόδου.
Οι επόμενες ημέρες θα σημαδευτούν από δολοφονίες, λεηλασίες, πυρκαγιές και μαζική έξοδο του πληθυσμού προς την προκυμαία και τα πλοία που βρίσκονταν στο λιμάνι.
Αλλά πριν από όλα αυτά, υπήρχε ένας άνθρωπος που βρέθηκε στο επίκεντρο της τραγωδίας.
Ο Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος.
Ο Χρυσόστομος αρνείται να φύγει
Ο Χρυσόστομος Σμύρνης γνώριζε πολύ καλά τι τον περίμενε.
Είχε δεχθεί προειδοποιήσεις να εγκαταλείψει την πόλη.
Θα μπορούσε να είχε φύγει.
Δεν το έκανε.
Η επιλογή του δεν ήταν αποτέλεσμα άγνοιας του κινδύνου. Αντίθετα, γνώριζε ότι η παραμονή του μπορούσε να του κοστίσει τη ζωή.
Για τον ίδιο, όμως, η θέση του ήταν δίπλα στους ανθρώπους της Μητρόπολής του.
Λίγες ημέρες πριν από την καταστροφή είχε απευθύνει δραματικές εκκλήσεις προς την ελληνική πολιτική ηγεσία. Σε επιστολή του προς τον βασιλιά Κωνσταντίνο, στις 21 Αυγούστου 1922, προειδοποιούσε για την κρισιμότητα της κατάστασης. Ακολούθησε επιστολή προς τον Ελευθέριο Βενιζέλο στις 25 Αυγούστου.
Οι επιστολές αυτές αποκαλύπτουν έναν ιεράρχη που αντιλαμβανόταν ότι η καταστροφή πλησίαζε.
Και όμως παρέμεινε.
Η συνάντηση με τον Νουρεντίν
Ο Νουρεντίν Πασάς γνώριζε τον ρόλο του Χρυσοστόμου και την επιρροή που ασκούσε στην ελληνική κοινότητα.
Ο Μητροπολίτης οδηγήθηκε ενώπιόν του.
Ακολούθησε μια ταπεινωτική και δραματική διαδικασία, στο τέλος της οποίας ο Νουρεντίν τον παρέδωσε στον εξαγριωμένο όχλο.
Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε το μαρτύριο.
Οι μαρτυρίες για τις τελευταίες ώρες του Χρυσοστόμου περιγράφουν βασανισμούς, ξυλοδαρμούς και τελικά τη δολοφονία του.
Αμερικανικές και άλλες ξένες μαρτυρίες της εποχής έχουν ιδιαίτερη σημασία για την ανασύσταση των γεγονότων. Ανάμεσα στους σημαντικούς μάρτυρες συγκαταλέγεται ο Αμερικανός πρόξενος στη Σμύρνη George Horton, ο οποίος κατέγραψε τις δραματικές εξελίξεις.
Ο Χρυσόστομος δολοφονήθηκε στις 27 Αυγούστου 1922.
Έτσι πέρασε στην ιστορική μνήμη ως ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς εθνομάρτυρες της Μικρασιατικής Καταστροφής.
Δύο άνθρωποι, δύο διαφορετικές επιλογές
Η ιστορία του Στεργιάδη και του Χρυσοστόμου συναντιέται με έναν σχεδόν συμβολικό τρόπο μέσα στις τελευταίες ώρες της ελληνικής Σμύρνης.
Ο ένας ήταν ο ανώτατος πολιτικός εκπρόσωπος της Ελλάδας.
Ο άλλος ήταν ο πνευματικός ηγέτης της ελληνικής κοινότητας.
Ο ένας έφυγε πριν από την είσοδο των τουρκικών στρατευμάτων.
Ο άλλος γνώριζε ότι κινδύνευε και επέλεξε να παραμείνει.
Η αντίθεση αυτή εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί η μνήμη των δύο ανδρών υπήρξε τόσο διαφορετική.
Ο Στεργιάδης έμεινε στην ιστορική συνείδηση ως ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα πρόσωπα της Μικρασιατικής Εκστρατείας.
Ο Χρυσόστομος, αντίθετα, μετατράπηκε σε σύμβολο αυτοθυσίας.
Δεν πρέπει όμως να συγχέουμε τη συμβολική μνήμη με την ιστορική ανάλυση.
Η Μικρασιατική Καταστροφή δεν προκλήθηκε από έναν άνθρωπο.
Ήταν αποτέλεσμα στρατιωτικών, πολιτικών και διπλωματικών εξελίξεων, της ελληνικής ήττας, της κεμαλικής αντεπίθεσης, της διεθνούς συγκυρίας και των επιλογών των Μεγάλων Δυνάμεων.
Ο Στεργιάδης δεν μπορεί να θεωρηθεί ο μοναδικός υπεύθυνος για την καταστροφή.
Μπορεί, όμως, να κριθεί για τις πράξεις και τις επιλογές του κατά την περίοδο της αρμοστείας του.
Η Σμύρνη φλέγεται
Τις επόμενες ημέρες η τραγωδία κορυφώθηκε.
Η πυρκαγιά που ξέσπασε στην πόλη κατέστρεψε μεγάλο μέρος της Σμύρνης και δημιούργησε σκηνές χάους.
Χιλιάδες άνθρωποι κατέφυγαν στην προκυμαία αναζητώντας τρόπο να σωθούν.
Η άλλοτε ακμάζουσα κοσμοπολίτικη πόλη μετατράπηκε σε τόπο τρόμου.
Η ελληνική και αρμενική παρουσία, που επί αιώνες αποτελούσε βασικό στοιχείο της κοινωνικής και οικονομικής ζωής της περιοχής, υπέστη συντριπτικό πλήγμα.
Η Μικρασιατική Καταστροφή σήμανε ουσιαστικά το τέλος της μεγάλης ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία.
Ακολούθησε η προσφυγιά.
Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι εγκατέλειψαν τις πατρογονικές τους εστίες και κατέφυγαν στην Ελλάδα.
Μια ιστορία αιώνων έμπαινε σε μια νέα, τραγική φάση.
Ο Χρυσόστομος ως σύμβολο
Ο θάνατος του Μητροπολίτη Χρυσοστόμου δεν έμεινε απλώς ως μία ακόμη πράξη βίας μέσα στην καταστροφή.
Μετατράπηκε σε σύμβολο.
Ο Χρυσόστομος είχε μπροστά του τη δυνατότητα της διαφυγής.
Επέλεξε να παραμείνει.
Η στάση αυτή εξηγεί γιατί η μορφή του απέκτησε ιδιαίτερη θέση στη συλλογική μνήμη του μικρασιατικού ελληνισμού.
Η Εκκλησία τον τιμά ως Εθνοϊερομάρτυρα και Άγιο Χρυσόστομο Σμύρνης, ενώ η μνήμη του συνδέθηκε άρρηκτα με την τραγωδία του 1922.
Η τελευταία του στάση αποτυπώνει με δραματικό τρόπο το δίλημμα που αντιμετώπισαν χιλιάδες άνθρωποι εκείνες τις ημέρες: να φύγουν ή να μείνουν.
Για τους περισσότερους δεν υπήρχε πραγματικά επιλογή.
Για τον Μητροπολίτη υπήρχε.
Και επέλεξε να μείνει.
Η ιστορική μνήμη και το χρέος της αλήθειας
Εκατό και πλέον χρόνια μετά, η Μικρασιατική Καταστροφή εξακολουθεί να προκαλεί συγκίνηση, αλλά και έντονες ιστορικές συζητήσεις.
Οφείλουμε όμως να αντιμετωπίζουμε τα γεγονότα χωρίς απλουστεύσεις.
Η Σμύρνη του 1922 δεν είναι μόνο μια ιστορία ηρωισμού και τραγωδίας.
Είναι επίσης μια ιστορία πολιτικών αποφάσεων, στρατιωτικών λαθών, διεθνών συμφερόντων, εθνικών ανταγωνισμών και ανθρώπινων επιλογών.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να εξετάζεται και ο ρόλος του Αριστείδη Στεργιάδη.
Τα σωζόμενα αρχεία της Ύπατης Αρμοστείας αποτελούν πολύτιμη πηγή για την κατανόηση της περιόδου και περιλαμβάνουν υλικό για τη διοίκηση της Σμύρνης, τις σχέσεις με τους πληθυσμούς, την ελληνική στρατιωτική παρουσία, τις βιαιοπραγίες και τις εξελίξεις που προηγήθηκαν της καταστροφής.
Η ιστορία δεν χρειάζεται μύθους για να είναι συγκλονιστική.
Τα γεγονότα από μόνα τους αρκούν.
Το βράδυ της 26ης Αυγούστου 1922, ο Αριστείδης Στεργιάδης έφευγε από τη Σμύρνη.
Την επόμενη ημέρα, 27 Αυγούστου, οι κεμαλικές δυνάμεις έμπαιναν στην πόλη.
Και ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος οδηγούνταν στον θάνατο.
Δύο άνθρωποι.
Δύο επιλογές.
Μία πόλη που έσβηνε.
Και ένας ολόκληρος κόσμος που δεν θα επέστρεφε ποτέ όπως ήταν.
Η Σμύρνη του ελληνισμού έμελλε να γίνει παρελθόν. Όμως η μνήμη της παρέμεινε ζωντανή μέσα στις οικογένειες των προσφύγων, στις εκκλησίες, στα τραγούδια, στις αφηγήσεις των παππούδων και των γιαγιάδων και στις πόλεις που δημιούργησαν οι πρόσφυγες στην Ελλάδα.
Και ανάμεσα στις μορφές που σφράγισαν εκείνες τις τελευταίες ημέρες ξεχωρίζει εκείνη του Χρυσοστόμου.
Ένας άνθρωπος που μπορούσε να φύγει.
Αλλά έμεινε.
Και πέθανε μαζί με την πόλη και το ποίμνιό του.
Διαβάστε ακόμη
* Μάιος 1919: Τα ελληνικά στρατεύματα στη Σμύρνη και τα αιματηρά επεισόδια που προκάλεσαν οι Τούρκοι

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών