Αντί να κυριαρχούν τα ερωτήματα για τον σοβαρό τραυματισμό του Erjon Vishkulli από πλαστική σφαίρα, ο Αλβανός πρωθυπουργός επιλέγει την επίθεση, τις προσβολές και την πολιτική στοχοποίηση όσων διαδηλώνουν εναντίον του.
Την ώρα που ο 28χρονος Erjon Vishkulli κινδυνεύει να χάσει την όρασή του μετά τον τραυματισμό του στο αριστερό μάτι κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων στα Τίρανα, ο Έντι Ράμα δεν χάνει την ευκαιρία να μετατρέψει ακόμη και αυτή την τραγική υπόθεση σε όπλο πολιτικής αντιπαράθεσης.
Με μια οργισμένη ανάρτηση στην πλατφόρμα X, ο πρωθυπουργός της Αλβανίας εξαπολύει επίθεση κατά των διαδηλωτών και των πολιτικών αντιπάλων του, χρησιμοποιώντας χαρακτηρισμούς όπως «εγκληματίες», «αδαείς» και «σκοτάδι». Παρουσιάζει τις κινητοποιήσεις ως αποτέλεσμα υποκίνησης και πληρωμένων συμμετοχών, χωρίς η συγκεκριμένη ανάρτηση να τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς αυτούς.
Το ερώτημα, όμως, δεν είναι πόσο σκληρά μπορεί να μιλήσει ο Ράμα για τους αντιπάλους του. Είναι πόσες απαντήσεις οφείλει να δώσει η εξουσία όταν ένας νέος άνθρωπος κινδυνεύει να χάσει την όρασή του σε μια διαδήλωση.
Ο Erjon Vishkulli έχει καταθέσει τη δική του μαρτυρία για τις συνθήκες του τραυματισμού του. Όπως ανέφερε, βρισκόταν περίπου 30 μέτρα μακριά από τις αστυνομικές δυνάμεις, όταν δέχθηκε το χτύπημα στο μάτι και κατέρρευσε λίγα βήματα αργότερα. Η πλαστική σφαίρα παρέμενε στο αριστερό του μάτι, ενώ εκφράζονταν φόβοι για μόνιμες συνέπειες στην όρασή του.
Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, ο Ράμα επιλέγει να στρέψει τα πυρά του σε όσους, όπως υποστηρίζει, εκμεταλλεύονται τον τραυματισμό για να υποκινήσουν νέα επεισόδια. Διακηρύσσει, μάλιστα, ότι ο ίδιος μερίμνησε για τη θεραπεία του νεαρού σε νοσοκομείο της Ιταλίας και για τη μεταφορά του με ειδικό ιατρικό αεροσκάφος.
Η μέριμνα για έναν τραυματία είναι αυτονόητα σημαντική. Δεν αποτελεί, όμως, απάντηση στα ερωτήματα για τις συνθήκες του τραυματισμού του ούτε απαλλάσσει κανέναν από την ανάγκη διερεύνησης του περιστατικού. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η πολιτική ουσία της υπόθεσης: η καταγγελία της βίας δεν μπορεί να περιορίζεται στη βία των διαδηλωτών, ενώ οι καταγγελίες για τη συμπεριφορά των αστυνομικών δυνάμεων μένουν χωρίς σαφείς απαντήσεις. Κάθε περιστατικό πρέπει να εξεταστεί με βάση τα στοιχεία, χωρίς προεξόφληση ευθυνών αλλά και χωρίς επιλεκτική ευαισθησία.
Ο Αλβανός πρωθυπουργός, αντί να περιοριστεί στην έκκληση για αποκλιμάκωση και στην ανάγκη πλήρους διερεύνησης του τραυματισμού, επιλέγει μια γλώσσα που βαθαίνει τον διχασμό. Βάζει συλλήβδην τους διαδηλωτές στο στόχαστρο, μιλά για «σκοτάδι» και προειδοποιεί ότι οι Αλβανοί δεν θα συγχωρήσουν τους πολιτικούς αντιπάλους του.
Ποιον ακριβώς επιχειρεί να πείσει με τέτοιους χαρακτηρισμούς; Και γιατί μια κυβέρνηση που δηλώνει ότι θέλει να προστατεύσει τους νέους δεν αφήνει τη διερεύνηση των γεγονότων να μιλήσει από μόνη της;
Οι διαδηλώσεις στα Τίρανα έχουν εξελιχθεί σε σοβαρή δοκιμασία για την κυβέρνηση, με αιτήματα για πολιτική αλλαγή και καταγγελίες για διαφθορά. Η απάντηση σε αυτές τις διεκδικήσεις δεν μπορεί να εξαντλείται σε χαρακτηρισμούς, καταγγελίες περί υποκινητών και δημόσιες αντιπαραθέσεις.
Όταν ένας 28χρονος κινδυνεύει να χάσει το φως του, η πρώτη υποχρέωση είναι να αποσαφηνιστεί τι συνέβη, ποιος ευθύνεται και αν τηρήθηκαν οι κανόνες χρήσης αστυνομικής βίας. Όχι να μετατραπεί η αγωνία για την υγεία του σε νέα αφορμή για πολιτική σύγκρουση.
Ο Ράμα μπορεί να καταγγέλλει τη βία και να ζητά την τιμωρία όσων αποδεδειγμένα παρανομούν. Η ίδια απαίτηση λογοδοσίας, όμως, πρέπει να ισχύει για όλους. Για τους διαδηλωτές, για όσους προκαλούν καταστροφές, αλλά και για κάθε κρατικό όργανο του οποίου οι πράξεις ενδέχεται να παραβίασαν τον νόμο.
Γιατί η δημοκρατία δεν δοκιμάζεται όταν όλοι συμφωνούν με την κυβέρνηση. Δοκιμάζεται όταν οι πολίτες βγαίνουν στον δρόμο εναντίον της — και από τον τρόπο με τον οποίο η εξουσία επιλέγει να τους αντιμετωπίσει.
Διαβάστε ακόμη
Την ώρα που ο 28χρονος Erjon Vishkulli κινδυνεύει να χάσει την όρασή του μετά τον τραυματισμό του στο αριστερό μάτι κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων στα Τίρανα, ο Έντι Ράμα δεν χάνει την ευκαιρία να μετατρέψει ακόμη και αυτή την τραγική υπόθεση σε όπλο πολιτικής αντιπαράθεσης.
Με μια οργισμένη ανάρτηση στην πλατφόρμα X, ο πρωθυπουργός της Αλβανίας εξαπολύει επίθεση κατά των διαδηλωτών και των πολιτικών αντιπάλων του, χρησιμοποιώντας χαρακτηρισμούς όπως «εγκληματίες», «αδαείς» και «σκοτάδι». Παρουσιάζει τις κινητοποιήσεις ως αποτέλεσμα υποκίνησης και πληρωμένων συμμετοχών, χωρίς η συγκεκριμένη ανάρτηση να τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς αυτούς.
Το ερώτημα, όμως, δεν είναι πόσο σκληρά μπορεί να μιλήσει ο Ράμα για τους αντιπάλους του. Είναι πόσες απαντήσεις οφείλει να δώσει η εξουσία όταν ένας νέος άνθρωπος κινδυνεύει να χάσει την όρασή του σε μια διαδήλωση.
Ο Erjon Vishkulli έχει καταθέσει τη δική του μαρτυρία για τις συνθήκες του τραυματισμού του. Όπως ανέφερε, βρισκόταν περίπου 30 μέτρα μακριά από τις αστυνομικές δυνάμεις, όταν δέχθηκε το χτύπημα στο μάτι και κατέρρευσε λίγα βήματα αργότερα. Η πλαστική σφαίρα παρέμενε στο αριστερό του μάτι, ενώ εκφράζονταν φόβοι για μόνιμες συνέπειες στην όρασή του.
Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, ο Ράμα επιλέγει να στρέψει τα πυρά του σε όσους, όπως υποστηρίζει, εκμεταλλεύονται τον τραυματισμό για να υποκινήσουν νέα επεισόδια. Διακηρύσσει, μάλιστα, ότι ο ίδιος μερίμνησε για τη θεραπεία του νεαρού σε νοσοκομείο της Ιταλίας και για τη μεταφορά του με ειδικό ιατρικό αεροσκάφος.
Η μέριμνα για έναν τραυματία είναι αυτονόητα σημαντική. Δεν αποτελεί, όμως, απάντηση στα ερωτήματα για τις συνθήκες του τραυματισμού του ούτε απαλλάσσει κανέναν από την ανάγκη διερεύνησης του περιστατικού. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η πολιτική ουσία της υπόθεσης: η καταγγελία της βίας δεν μπορεί να περιορίζεται στη βία των διαδηλωτών, ενώ οι καταγγελίες για τη συμπεριφορά των αστυνομικών δυνάμεων μένουν χωρίς σαφείς απαντήσεις. Κάθε περιστατικό πρέπει να εξεταστεί με βάση τα στοιχεία, χωρίς προεξόφληση ευθυνών αλλά και χωρίς επιλεκτική ευαισθησία.
Ο Αλβανός πρωθυπουργός, αντί να περιοριστεί στην έκκληση για αποκλιμάκωση και στην ανάγκη πλήρους διερεύνησης του τραυματισμού, επιλέγει μια γλώσσα που βαθαίνει τον διχασμό. Βάζει συλλήβδην τους διαδηλωτές στο στόχαστρο, μιλά για «σκοτάδι» και προειδοποιεί ότι οι Αλβανοί δεν θα συγχωρήσουν τους πολιτικούς αντιπάλους του.
Ποιον ακριβώς επιχειρεί να πείσει με τέτοιους χαρακτηρισμούς; Και γιατί μια κυβέρνηση που δηλώνει ότι θέλει να προστατεύσει τους νέους δεν αφήνει τη διερεύνηση των γεγονότων να μιλήσει από μόνη της;
Οι διαδηλώσεις στα Τίρανα έχουν εξελιχθεί σε σοβαρή δοκιμασία για την κυβέρνηση, με αιτήματα για πολιτική αλλαγή και καταγγελίες για διαφθορά. Η απάντηση σε αυτές τις διεκδικήσεις δεν μπορεί να εξαντλείται σε χαρακτηρισμούς, καταγγελίες περί υποκινητών και δημόσιες αντιπαραθέσεις.
Όταν ένας 28χρονος κινδυνεύει να χάσει το φως του, η πρώτη υποχρέωση είναι να αποσαφηνιστεί τι συνέβη, ποιος ευθύνεται και αν τηρήθηκαν οι κανόνες χρήσης αστυνομικής βίας. Όχι να μετατραπεί η αγωνία για την υγεία του σε νέα αφορμή για πολιτική σύγκρουση.
Ο Ράμα μπορεί να καταγγέλλει τη βία και να ζητά την τιμωρία όσων αποδεδειγμένα παρανομούν. Η ίδια απαίτηση λογοδοσίας, όμως, πρέπει να ισχύει για όλους. Για τους διαδηλωτές, για όσους προκαλούν καταστροφές, αλλά και για κάθε κρατικό όργανο του οποίου οι πράξεις ενδέχεται να παραβίασαν τον νόμο.
Γιατί η δημοκρατία δεν δοκιμάζεται όταν όλοι συμφωνούν με την κυβέρνηση. Δοκιμάζεται όταν οι πολίτες βγαίνουν στον δρόμο εναντίον της — και από τον τρόπο με τον οποίο η εξουσία επιλέγει να τους αντιμετωπίσει.
👉Ακολουθήστε μας στο twitter

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών