Τίρανα: Η οργή δεν σβήνει με δακρυγόνα - Η νεολαία στους δρόμους, η κυβέρνηση σε κρίση

«Αν φύγουμε σήμερα, δεν έχουμε μέλλον» – Μαρτυρίες φοιτητών, εργαζομένων και πολιτών από τις αιματηρές συγκρούσεις με την αστυνομία

Χιλιάδες διαδηλωτές, με πρωταγωνιστές νέους ανθρώπους, κατέκλυσαν το Σάββατο τους δρόμους των Τιράνων, απαιτώντας την παραίτηση του Έντι Ράμα. Η αστυνομία απάντησε με εκτεταμένη χρήση δακρυγόνων, εκτοξευτήρες νερού και πλαστικές σφαίρες, ενώ οι συγκρούσεις επεκτάθηκαν σε διαφορετικά σημεία της πρωτεύουσας. Πίσω από τις εικόνες της έντασης βρίσκεται μια συσσωρευμένη κοινωνική δυσαρέσκεια, με αιχμή τη διαφθορά, την ακρίβεια, την ανεργία και την απουσία προοπτικής για τη νέα γενιά.

Η ειρηνική πορεία και η αιφνίδια κλιμάκωση
Λίγο μετά τις 14:30, η εικόνα μπροστά από το πρωθυπουργικό γραφείο στα Τίρανα δεν προμήνυε την ένταση που θα ακολουθούσε. Οι αστυνομικές δυνάμεις βρίσκονταν παραταγμένες κατά μήκος της λεωφόρου, ενώ οι διαδηλωτές συγκεντρώνονταν αρχικά έξω από το υπουργείο Παιδείας, στην οδό Δυρραχίου. Μέσα σε λιγότερο από δέκα λεπτά, εκατοντάδες πολίτες μετακινήθηκαν προς την πλατεία Σκεντέρμπεη και τους γύρω δρόμους, προσπαθώντας να απομακρυνθούν από τα δακρυγόνα και να ανασυνταχθούν. Στη συνέχεια, κατευθύνθηκαν προς το κυβερνητικό μέγαρο. Το πλήθος μεγάλωνε συνεχώς. Χιλιάδες άνθρωποι, κυρίως νέοι και νέες, έφταναν από τους δρόμους που οδηγούν στη λεωφόρο των Μαρτύρων του Έθνους, φωνάζοντας συνθήματα κατά της κυβέρνησης και ζητώντας την παραίτηση του πρωθυπουργού Έντι Ράμα.
Στην κεφαλή της πορείας βρίσκονταν και οργανωμένες ομάδες διαδηλωτών. Πίσω τους ακολουθούσαν χιλιάδες πολίτες, πολλοί από τους οποίους συμμετείχαν ειρηνικά στη συγκέντρωση. Λίγο μετά τις 15:00, ενώ η πορεία συνεχιζόταν, σημειώθηκαν οι πρώτες συγκρούσεις ανάμεσα σε ομάδες διαδηλωτών και αστυνομικούς μπροστά από το πρωθυπουργικό γραφείο. Για αρκετά λεπτά, η ένταση περιοριζόταν στο συγκεκριμένο σημείο. Ωστόσο, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, λίγα λεπτά αργότερα δακρυγόνα έπεσαν και στο τμήμα της λεωφόρου όπου βρίσκονταν χιλιάδες άλλοι διαδηλωτές, εκατοντάδες μέτρα μακριά από τις αρχικές συγκρούσεις.

Η κατάσταση άλλαξε μέσα σε λίγα λεπτά.
Αστυνομικές δυνάμεις και οχήματα εξοπλισμένα με εκτοξευτήρες νερού κινήθηκαν προς το πλήθος, ενώ μεγάλος αριθμός διαδηλωτών βρέθηκε περικυκλωμένος ανάμεσα στη γέφυρα του ποταμού Λάνα και την Εθνική Πινακοθήκη. Η εκτεταμένη χρήση δακρυγόνων κάλυψε τη λεωφόρο και το πάρκο Ρίνια. Διαδηλωτές διασκορπίστηκαν προς την οδό Μισλύμ Σιρί, τον πεζόδρομο και τους γύρω δρόμους, ενώ αστυνομικές ομάδες τούς καταδίωκαν σε διάφορα σημεία της πόλης. Η πλατεία άδειασε προσωρινά. Η διαμαρτυρία, όμως, δεν είχε τελειώσει.

Η επιστροφή στην πλατεία και η νέα σύγκρουση
Περίπου μισή ώρα αργότερα, οι διαδηλωτές άρχισαν να συγκεντρώνονται ξανά. Μια ομάδα 200 έως 300 ατόμων παρέμεινε απέναντι από τις αστυνομικές δυνάμεις, στην είσοδο του πάρκου Ρίνια, ενώ χιλιάδες άλλοι επέστρεψαν στην πλατεία Σκεντέρμπεη. Εκεί, οι συγκεντρωμένοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με αστυνομικό φραγμό που εμπόδιζε την έξοδό τους προς τη λεωφόρο.
Ακολούθησαν νέες συγκρούσεις. Ορισμένοι διαδηλωτές πέταξαν πέτρες και βόμβες μολότοφ, ενώ η αστυνομία απάντησε με δακρυγόνα και πλαστικές σφαίρες. Η ένταση μεταφέρθηκε σε διαφορετικά σημεία των Τιράνων και συνεχίστηκε για ώρες. 

«Αν φύγουμε σήμερα, δεν έχουμε μέλλον»
Πίσω από τα δακρυγόνα και τις συγκρούσεις βρίσκονται άνθρωποι που περιγράφουν την παρουσία τους στους δρόμους ως αγώνα για το μέλλον τους. Μια 28χρονη διαδηλώτρια, βρεγμένη από το νερό των αστυνομικών οχημάτων και με τα μάτια ερεθισμένα από τα χημικά, δήλωσε ότι δεν βλέπει άλλη επιλογή από τη συνέχιση της αντίστασης. «Αν φύγουμε σήμερα, δεν έχουμε μέλλον. Θα φύγουμε όλοι από εδώ, αν εγκαταλείψουμε σήμερα την Τίρανα», είπε, περιγράφοντας τον φόβο ότι η χώρα δεν προσφέρει πλέον προοπτική στους νέους της. Η φράση της συμπυκνώνει ένα από τα βασικά μηνύματα των κινητοποιήσεων: για σημαντικό μέρος των διαδηλωτών, το ζήτημα δεν περιορίζεται στην απομάκρυνση ενός πρωθυπουργού, αλλά αφορά τη δυνατότητα να ζήσουν και να εργαστούν στην ίδια τους τη χώρα.
Ένας άνδρας που συστήθηκε ως καθηγητής στο Πολυτεχνείο Τιράνων δήλωσε ότι οι διαμαρτυρίες αποτελούν αποτέλεσμα δυσαρέσκειας που συσσωρευόταν επί χρόνια. «Δεν υπάρχει επιστροφή», ανέφερε, υποστηρίζοντας ότι η επιμονή των πολιτών, ακόμη και μετά τη χρήση δακρυγόνων, δείχνει πως οι κινητοποιήσεις δεν πρόκειται να σταματήσουν εύκολα. Ο ίδιος απέφυγε να αποκαλύψει το όνομά του, καθώς εργάζεται στη δημόσια διοίκηση. Όπως υποστήριξε, πολλοί δημόσιοι υπάλληλοι είναι δυσαρεστημένοι με την κυβέρνηση, αλλά φοβούνται να εκτεθούν δημόσια.

Καταγγελία για απόλυση μετά τη συμμετοχή στις διαδηλώσεις
Ιδιαίτερο βάρος έχουν οι καταγγελίες εργαζομένων που υποστηρίζουν ότι η πολιτική τους στάση μπορεί να έχει επαγγελματικές συνέπειες. Μια πρώην εργαζόμενη στην Αλβανική Οδική Αρχή, ARRSH, δήλωσε ότι απολύθηκε τον Ιούλιο, αφού είχε συμμετάσχει στις διαδηλώσεις του Ιουνίου. Όπως ανέφερε, πληροφορήθηκε από γνωστούς της μέσα στην υπηρεσία ότι η συμμετοχή της στις κινητοποιήσεις είχε παίξει ρόλο στην απομάκρυνσή της. Η ίδια υποστηρίζει ότι, παρά τα προσόντα και το βιογραφικό της, δεν υπήρχε πραγματική αξιοκρατία στον δημόσιο τομέα. «Δεν υπάρχει αξιοκρατία, υπάρχουν μόνο οι άνθρωποι του κομματικού μηχανισμού», ήταν το νόημα της καταγγελίας της.
Η γυναίκα ανέφερε ακόμη ότι είχε στείλει προσωπικό μήνυμα στον πρωθυπουργό, ενημερώνοντάς τον για την κατάστασή της, χωρίς να λάβει απάντηση που να επιλύει το πρόβλημα.
Οι ισχυρισμοί αυτοί αποτελούν μαρτυρία της ίδιας και δεν συνιστούν, από μόνοι τους, ανεξάρτητη επιβεβαίωση των συνθηκών της απόλυσης. Αναδεικνύουν, ωστόσο, το κλίμα καχυποψίας που περιγράφουν ορισμένοι εργαζόμενοι απέναντι στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης.
Η πρώην υπάλληλος εκτίμησε ότι η οργή της κοινωνίας έχει ενταθεί, καθώς, όπως είπε, προηγούμενες ειρηνικές διαμαρτυρίες και αντιδράσεις απέναντι σε κυβερνητικές αποφάσεις δεν έφεραν το αποτέλεσμα που περίμεναν οι πολίτες. Προειδοποίησε, μάλιστα, ότι οι συγκεντρώσεις θα συνεχιστούν για μεγάλο χρονικό διάστημα, είτε ειρηνικά είτε με νέες συγκρούσεις.

Νέοι που επιστρέφουν για να διαδηλώσουν
Η συμμετοχή νέων που σπουδάζουν στο εξωτερικό αποτελεί ένα ακόμη χαρακτηριστικό στοιχείο των κινητοποιήσεων. Ο 19χρονος Άρντι, φοιτητής Ιατρικής στη Βουδαπέστη, δήλωσε ότι επέστρεψε ειδικά για να συμμετάσχει στη διαδήλωση, ελπίζοντας ότι μπορεί να αλλάξει κάτι στην Αλβανία. Ένας νεαρός που βρισκόταν μαζί του υποστήριξε ότι η χώρα χρειάζεται βαθύτερες πολιτικές αλλαγές, καθώς, κατά την άποψή του, η σημερινή πολιτική κατάσταση δεν αφήνει αρκετό χώρο στη νέα γενιά για να διαμορφώσει το μέλλον της. Η μαρτυρία τους συνδέεται με ένα ευρύτερο πρόβλημα που απασχολεί την αλβανική κοινωνία: τη μετανάστευση νέων ανθρώπων, την αναζήτηση καλύτερων εκπαιδευτικών και επαγγελματικών ευκαιριών στο εξωτερικό και την αβεβαιότητα για το αν μπορούν να επιστρέψουν σε μια χώρα που προσφέρει σταθερότητα και προοπτική.
Ανάμεσα στους διαδηλωτές ήταν και η Μισέλ, φοιτήτρια σκηνοθεσίας στην Ακαδημία Τεχνών. Παρά την έκθεση στα δακρυγόνα, η ίδια δήλωσε ότι αυτό που την κρατά στον δρόμο είναι η ελπίδα πως η χώρα μπορεί να αλλάξει. «Η ελπίδα. Η ελπίδα ότι ίσως η μικρή μας Αλβανία, με τόση ιστορία και τόσες αξίες, θα καταφέρει να γίνει ένα κράτος όπου όλοι οι Αλβανοί θα είναι ευτυχισμένοι», είπε. Για τη Μισέλ, η διαμαρτυρία συνδέεται άμεσα και με την πρόσβαση στην εκπαίδευση. Περιέγραψε τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι φοιτητές και οι οικογένειές τους, οι οποίες συχνά δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις καθημερινές οικονομικές υποχρεώσεις. Η ίδια υποστήριξε ότι η γνώση πρέπει να είναι προσβάσιμη σε όλους και όχι προνόμιο όσων έχουν την οικονομική δυνατότητα να την αποκτήσουν.

Από την περιβαλλοντική διαμαρτυρία σε μια ευρύτερη κοινωνική κρίση
Οι κινητοποιήσεις δεν ξεκίνησαν ως μια γενικευμένη εξέγερση κατά της κυβέρνησης. Η νέα φάση διαμαρτυριών άρχισε στις 31 Μαΐου, με ειρηνικές συγκεντρώσεις κατά του σχεδιαζόμενου τουριστικού θέρετρου στην προστατευόμενη περιοχή του Ζβερνέτς. Στη συνέχεια, η δυσαρέσκεια διευρύνθηκε. Τα κυβερνητικά σκάνδαλα, οι καταγγελίες για διαφθορά, η αύξηση του κόστους ζωής και η έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς συνέβαλαν στη συγκέντρωση διαφορετικών κοινωνικών ομάδων γύρω από ένα κοινό αίτημα: την παραίτηση του Έντι Ράμα.
Τον Οκτώβριο, οι κινητοποιήσεις κλιμακώθηκαν, με σχεδόν καθημερινές συγκρούσεις ανάμεσα σε διαδηλωτές και αστυνομικές δυνάμεις. Στους δρόμους βρέθηκαν φοιτητές, εργαζόμενοι, επαγγελματίες, δημόσιοι υπάλληλοι και πολίτες που δεν ανήκουν κατ’ ανάγκη στον ίδιο πολιτικό χώρο. Οι μαρτυρίες τους δείχνουν ότι τα κίνητρα συμμετοχής ποικίλλουν, από την αντίθεση σε συγκεκριμένες κυβερνητικές πολιτικές μέχρι την αγωνία για την οικονομία, την εκπαίδευση και το μέλλον της χώρας.
Η απαίτηση για παραίτηση του πρωθυπουργού αποτελεί τον κοινό πολιτικό άξονα της κινητοποίησης. Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι όλοι οι συμμετέχοντες συμφωνούν ως προς το ποια λύση πρέπει να ακολουθήσει ή ποιο πολιτικό σχήμα θα μπορούσε να αναλάβει τη διακυβέρνηση.

Η αστυνομική διαχείριση στο επίκεντρο
Η χρήση δακρυγόνων και πλαστικών σφαιρών, καθώς και οι καταγγελίες για ξυλοδαρμούς και προσαγωγές, επαναφέρουν το ζήτημα της αναλογικότητας στη διαχείριση των διαδηλώσεων. Οι μαρτυρίες που καταγράφηκαν περιγράφουν σκηνές κατά τις οποίες άνθρωποι που βρίσκονταν μακριά από τις αρχικές συγκρούσεις αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη λεωφόρο λόγω των χημικών. Παράλληλα, η ρίψη αντικειμένων και οι επιθέσεις με μολότοφ από ορισμένους διαδηλωτές αποτέλεσαν μέρος της κλιμάκωσης που ακολούθησε. Η καταγραφή των περιστατικών απαιτεί διάκριση ανάμεσα στις ειρηνικές συγκεντρώσεις, στις πράξεις βίας μεμονωμένων ομάδων και στις ενέργειες των αστυνομικών δυνάμεων. Η ύπαρξη επεισοδίων δεν αίρει την υποχρέωση των αρχών να προστατεύουν τη σωματική ακεραιότητα των πολιτών, ενώ κάθε καταγγελία για υπέρμετρη χρήση βίας χρειάζεται διερεύνηση. Το γεγονός ότι η ένταση συνεχίστηκε και μετά τη διάλυση των συγκεντρώσεων, με νέες καταγγελίες για αστυνομικές επεμβάσεις σε δρόμους και στενά, καθιστά αναγκαία την πλήρη αποτύπωση των περιστατικών και τη δημοσιοποίηση των στοιχείων για τραυματίες και συλληφθέντες.

Η οργή παραμένει στους δρόμους
Καθώς έπεφτε η νύχτα, η οσμή των δακρυγόνων παρέμενε στους δρόμους των Τιράνων. Οι διαδηλώσεις συνεχίζονταν σε διαφορετικά σημεία, ενώ ο τελικός απολογισμός των τραυματισμών δεν είχε ακόμη ανακοινωθεί σύμφωνα με το δημοσίευμα. Οι εικόνες της ημέρας αποτυπώνουν μια κοινωνική αντιπαράθεση που δεν εξαντλείται στις συγκρούσεις μπροστά από το πρωθυπουργικό γραφείο. Για πολλούς από όσους βρέθηκαν στους δρόμους, το διακύβευμα είναι αν θα μπορέσουν να οικοδομήσουν το μέλλον τους στην Αλβανία ή αν θα αναγκαστούν να αναζητήσουν αλλού τις ευκαιρίες που δεν βρίσκουν στην πατρίδα τους.
Η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα κύμα διαμαρτυριών που συνδέει την πολιτική ευθύνη με την καθημερινή επιβίωση, την αξιοκρατία, την εκπαίδευση και την εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Και το μήνυμα που επανέρχεται στις μαρτυρίες των διαδηλωτών είναι σαφές: η χρήση δακρυγόνων μπορεί να αδειάσει προσωρινά μια πλατεία, δεν απαντά όμως στα ερωτήματα που έβγαλαν αυτούς τους ανθρώπους στους δρόμους.
Το αν η κινητοποίηση θα οδηγήσει σε συγκεκριμένες πολιτικές εξελίξεις παραμένει ανοιχτό. Αυτό που καταγράφεται ήδη είναι η επιμονή χιλιάδων πολιτών να διεκδικούν δημόσια αλλαγές, παρά το κόστος και τους κινδύνους που περιγράφουν ότι αντιμετωπίζουν.

Διαβάστε ακόμη

Σχόλια