Δρυϊνούπολη: Η αρχαία ελληνική κληρονομιά της Δερόπολης και η ιστορία μιας ξεχωριστής γης της Ηπείρου
Στην καρδιά της Βορείου Ηπείρου, ανάμεσα στις οροσειρές που περιβάλλουν την κοιλάδα του Δρύνου, απλώνεται η ιστορική επαρχία της Δρυϊνουπόλεως. Μια περιοχή με βαθιές ρίζες στην αρχαιότητα, με ονομασία που συνδέεται με την ελληνική ιστορική και μυθολογική παράδοση και με μια διαδρομή αιώνων, η οποία αποτυπώνεται στα μνημεία, στα χωριά, στα τοπωνύμια, στα γεφύρια και στις παραδόσεις των κατοίκων της.
Η Δρυϊνούπολη δεν αποτελεί απλώς μια παλιά γεωγραφική ονομασία. Είναι ένα ιστορικό όνομα που συνδέεται με την αρχαία Ήπειρο, τα ηπειρωτικά φύλα, τη ρωμαϊκή περίοδο, το Βυζάντιο και τη μεταγενέστερη διοικητική και εκκλησιαστική ιστορία της περιοχής. Στη σύγχρονη χρήση του, ο όρος συνδέεται κυρίως με την ελληνική Δερόπολη, με τα χωριά της και με τη μακραίωνη παρουσία του ελληνικού στοιχείου.
Η ονομασία και οι αρχαίες ρίζες της Δρυϊνουπόλεως
Σύμφωνα με τη «Χρονογραφία της Ηπείρου» του Παναγιώτη Αραβαντινού, η ονομασία της επαρχίας προέρχεται από την αρχαία πόλη Δρυς ή Δρυϊνούπολις, η οποία ερμηνεύεται ως «πόλη των βελανιδιών». Στο έργο «Ηπειρωτικαί Μελέται» του Β. Δ. Ζώτου Μολοσσού αναφέρεται ότι η ονομασία συνδέεται με την εποχή του Αυγούστου, ενώ στον «Συνέκδημο» του Ιεροκλέους η πόλη συγκαταλέγεται ανάμεσα στις δώδεκα πόλεις της Παλαιάς Ηπείρου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η μυθολογική εκδοχή της ονομασίας. Ο Γάλλος περιηγητής Φρανσουά Πουκεβίλ, αντλώντας πληροφορίες από τον Πλίνιο, αναφέρει ως ιδρύτρια της πόλης τη Δρυόπη, κόρη του Οιχαλία, την οποία ο Απόλλωνας μεταμόρφωσε σε βελανιδιά.
Μια άλλη ερμηνεία συνδέει το όνομα με τις Δρυάδες, τις νύμφες των δασών και των δρυμώνων. Δεν είναι τυχαίο ότι στην περιοχή συναντάται το όνομα Φιγαλία, το οποίο συνδέεται επίσης με τη μυθολογική παράδοση, ενώ η παρουσία του είναι ιδιαίτερα αισθητή στην τοπική ονοματολογία.
Η επικρατέστερη τοπική παράδοση, πάντως, συνδέει την ονομασία με τα πυκνά δάση βελανιδιάς που κάλυπταν άλλοτε τα γύρω βουνά. Η δρυς αποτελούσε χαρακτηριστικό στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος της Ηπείρου και είχε ιδιαίτερη συμβολική σημασία για τους αρχαίους Ηπειρώτες. Σύμφωνα με την παράδοση, οι Ηπειρώτες συνδέονταν με τη λατρεία της δρυός, στεφανώνονταν με κλαδιά της και χρησιμοποιούσαν το δέντρο ως σύμβολο, ακόμη και στις νομισματικές τους παραστάσεις.
Η σχέση αυτή δεν περιορίζεται στη μυθολογία. Τα τοπωνύμια Δρυϊνικό όρος και ποταμός Δρύνος διατηρούν μέχρι σήμερα τη γλωσσική και γεωγραφική σύνδεση της περιοχής με τη δρυ.
Από την αρχαία Δρυϊνούπολη στην Αδριανούπολη
Η ιστορική διαδρομή της αρχαίας πόλης περνά και από τη ρωμαϊκή περίοδο. Στις αρχές του 2ου αιώνα μ.Χ., ο αυτοκράτορας Αδριανός φέρεται να ανακαίνισε ή να ίδρυσε εκ νέου την αρχαία Δρυϊνούπολη, δίνοντάς της το όνομα Αδριανούπολη.
Ο αρχαιολόγος Σωτήρης Ι. Δάκαρης αναφέρει ότι ο Αδριανός επισκέφθηκε τη Δωδώνη το 132 μ.Χ. και διατυπώνει την υπόθεση ότι κατά την περιοδεία του στην Ήπειρο έδωσε εντολή για την ανακαίνιση της παλαιότερης πόλης ή για την ίδρυση νέου αστικού κέντρου στον εύφορο κάμπο της Δερόπολης.
Η ακριβής θέση της αρχαίας πόλης δεν έχει προσδιοριστεί με απόλυτη βεβαιότητα. Οι περισσότεροι ερευνητές την τοποθετούν στην κοιλάδα της Δερόπολης, ενώ ο Δημήτριος Ευαγγελίδης, στο έργο του «Οι αρχαίοι κάτοικοι της Ηπείρου», εξετάζει το ενδεχόμενο να βρισκόταν κοντά στο σημερινό Παλαιόκαστρο.
Κατά την εποχή του Ιουστινιανού, η πόλη οχυρώθηκε, εντασσόμενη στο ευρύτερο αμυντικό και διοικητικό σύστημα της βυζαντινής αυτοκρατορίας.
Η ιστορική συνέχεια της περιοχής δεν αποτυπώνεται μόνο στην ύπαρξη αρχαίων πόλεων, αλλά και στη γεωγραφική και πληθυσμιακή της συγκρότηση.
Τα όρια της ιστορικής Δρυϊνουπόλεως
Η αρχαία επαρχία της Δρυϊνουπόλεως τοποθετείται στην κεντρική Ήπειρο, σε μια περιοχή που συνδέεται με την εγκατάσταση και τη δράση ηπειρωτικών φύλων. Στα νότια κατοικούσαν οι Σελλοί, στα κεντρικά οι Ατιντάνες και οι Αργυρινοί, ενώ στα ανατολικά αναφέρονται οι Όμφαλες και τμήμα των Παραυαίων.
Ο Δημήτριος Ευαγγελίδης και ο Donald M. Nicol, στο έργο του για το Δεσποτάτο της Ηπείρου, εντάσσουν την περιοχή στον ιστορικό γεωγραφικό χώρο της κεντρικής Ηπείρου.
Τα όρια της επαρχίας μεταβάλλονταν ανάλογα με τις πολιτικές, διοικητικές και εκκλησιαστικές συνθήκες κάθε εποχής. Στην ευρύτερη ιστορική της έκταση περιλαμβάνονταν η Δερόπολη, η Παλαιοπωγωνιανή, η Λιούντζη, η Ζαγοριά, η Ρίζα και η Λαμπουριά, η οποία αποτελεί τμήμα του Κουρβελεσίου.
Με τις διοικητικές μεταρρυθμίσεις της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και την επικράτηση του Χριστιανισμού, τα διοικητικά όρια άρχισαν να αποκτούν σαφέστερη μορφή.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, με τη διχοτόμηση της Ηπείρου, ένα μεγάλο μέρος της Παλαιοπωγωνιανής και ορισμένα χωριά της ανατολικής Άνω Δερόπολης προσαρτήθηκαν στον νομό Ιωαννίνων, αλλάζοντας τη διοικητική γεωγραφία μιας περιοχής που για αιώνες αποτελούσε ενιαίο ιστορικό χώρο.
Στις σύγχρονες αναφορές, η Δρυϊνούπολη συνδέεται κυρίως με την αμιγώς ελληνική περιοχή της Δερόπολης. Πρόκειται για έναν τόπο όπου η ελληνική γλώσσα, η ορθόδοξη πίστη, τα ήθη, τα έθιμα και η τοπική παράδοση διαμόρφωσαν την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της κοινωνίας.
Ο κάμπος της Δερόπολης και ο ποταμός Δρύνος
Η γεωγραφία της Δρυϊνουπόλεως είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την κοιλάδα του Δρύνου, τον μεγάλο φυσικό άξονα που διασχίζει την περιοχή.
Ανατολικά ορίζεται από το όρος Τσαγιούπι και την οροσειρά της Νεμέρτσικας, ενώ νοτιότερα δεσπόζουν τα Κουτσόκρανο, Κασιδιάρης, Μουργκάνα και Στουγγάρα. Στα δυτικά βρίσκεται το Πλατοβούνι και στα βόρεια το Κουρβελέσι.
Μέσα σε αυτό το ορεινό ανάγλυφο ξεχωρίζει ο μεγάλος κάμπος της Δερόπολης, μία από τις σημαντικότερες πεδινές εκτάσεις της κεντρικής Ηπείρου. Ο Βασίλειος Κυράνης, στα «Ελληνο-Ηπειρωτικά», τον συνδέει με το Campo Meleona του Ρωμαίου ιστορικού Τίτου Λίβιου.
Ο Άγγλος περιηγητής Henry Holland, στα «Ταξίδια στα Ιόνια νησιά, Ήπειρο, Αλβανία», περιγράφει με ιδιαίτερα θετικά λόγια την ομορφιά της κοιλάδας, η οποία εκτείνεται από την περιοχή του Δελβινακίου και της Κοσσοβίτσας έως το Παλαιόκαστρο.
Το μήκος της υπολογίζεται σε 50 έως 60 χιλιόμετρα και το πλάτος της σε 8 έως 10 χιλιόμετρα. Οι δύο βασικές είσοδοί της βρίσκονται στα Κτίσματα και στη Λέκλη, αποτελώντας ιστορικά περάσματα προς τη νότια και τη βόρεια Ήπειρο.
Κυρίαρχο φυσικό στοιχείο είναι ο ποταμός Δρύνος, ο οποίος διασχίζει την πεδιάδα και ενώνεται με τον Αώο λίγα χιλιόμετρα πριν από το Τεπελένι.
Στον Δρύνο καταλήγουν μικρότεροι ποταμοί και χείμαρροι, όπως ο Γυφτοπόταμος, ο Ξεριάς, ο ποταμός της Σούχας και ο Βελίτσας ή Γαρδικιώτικος.
Ο Γυφτοπόταμος πηγάζει στην περιοχή του Δελβινακίου και ενώνεται με τον Ξεριά κάτω από τους Ραντάτες. Ο Ξεριάς ξεκινά από την Κοσσοβίτσα, τη Σωτήρα και το Σελλειό. Από τη συμβολή τους και κάτω, το ποτάμι ονομάζεται Δρύνος.
Αυτή η υδρογραφική διαδρομή διαμόρφωσε επί αιώνες την οικονομική και κοινωνική ζωή της περιοχής, τροφοδοτώντας τις καλλιέργειες, τα χωριά και τις δραστηριότητες των κατοίκων.
Τα πέτρινα γεφύρια και οι δρόμοι που ένωναν τα χωριά
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της ιστορικής Δερόπολης είναι τα παλιά πέτρινα γεφύρια της. Κατά μήκος του Δρύνου και των παραποτάμων του δημιουργήθηκε ένα δίκτυο περασμάτων που συνέδεε τους οικισμούς και διευκόλυνε τις μετακινήσεις ανθρώπων, ζώων και εμπορευμάτων.
Τα γεφύρια αυτά, κατασκευασμένα από πέτρα και συνδεδεμένα με λιθόστρωτα καλντερίμια, αποτελούν δείγματα της παραδοσιακής ηπειρωτικής αρχιτεκτονικής.
Ξεχωριστή θέση κατέχει το γεφύρι της Κολορτσής, γνωστό και ως «γεφύρι της κυράς», νότια του Αργυροκάστρου. Ακολουθεί το γεφύρι της Γράψης, το οποίο εξακολουθεί να χρησιμοποιείται από πεζοπόρους, ενώ σημαντικά είναι επίσης τα γεφύρια του Χασκόβου, του Ξεριά, της Σούχας και της Γκρύκας.
Ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεφύρι του Ξεριά, ανάμεσα στη Βόδριστα και την Κακκαβιά. Κατασκευάστηκε από τους Ιταλούς την περίοδο 1916-1919 και παρέμεινε σε χρήση μέχρι το 1990.
Σημαντικές πληροφορίες για την ιστορία των γεφυριών δίνει ο Ιωάννης Λαμπρίδης στα «Ηπειρωτικά Ιστορικά Μελετήματα». Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι το 1791 ο Νάσιος Ι. Οικονόμος κατασκεύασε γέφυρα στη θέση Κουμάσια, μεταξύ Σωπικής και Οψάδας του Πωγωνίου.
Το 1842, ο Τέλος Μάντζιος από τη Στεγόπολη χρηματοδότησε με 250 λίρες την κατασκευή γέφυρας κοντά στους αλευρόμυλους του Χλωμού, προκειμένου να εξυπηρετούνται οι μετακινήσεις προς τους Σκωριάδες. Η γέφυρα έμεινε γνωστή ως γεφύρι Τσιμιντζί.
Από την περιοχή περνούσε και ένας σημαντικός ιστορικός οδικός άξονας που συνέδεε την Απολλωνία και την Αυλώνα με την κοιλάδα της Δερόπολης, τα Κτίσματα, τη λεκάνη των Ιωαννίνων και τη διάβαση του Μετσόβου. Η διαδρομή αυτή διατηρήθηκε σε χρήση κατά τη ρωμαϊκή, τη βυζαντινή και την οθωμανική περίοδο.
Η σημασία της ήταν τέτοια, ώστε μέχρι τον 19ο αιώνα η οδός περνούσε μέσα από την Επισκοπή. Αργότερα ανακαινίστηκε και προσαρμόστηκε στις ανάγκες της συγκοινωνίας, ενώ το σύγχρονο εθνικό οδικό δίκτυο ενίσχυσε περαιτέρω τη σύνδεση της περιοχής.
Η οικονομία, η μετανάστευση και η κοινωνική φυσιογνωμία
Για αιώνες, η οικονομική ζωή της Δρυϊνουπόλεως στηρίχθηκε στη γεωργία και την κτηνοτροφία. Στον εύφορο κάμπο καλλιεργούνταν δημητριακά, όσπρια και κηπευτικά, ενώ στα ορεινά χωριά η κτηνοτροφία αποτελούσε βασική πηγή εισοδήματος.
Ο Σωτήρης Δάκαρης, στο έργο του «Η κτηνοτροφία στην Αρχαία Ήπειρο», περιγράφει την οικονομία της Ηπείρου ως σε μεγάλο βαθμό αυτάρκη και ενδοστρεφή, με σχετικά χαμηλό βιοτικό επίπεδο, αλλά με επάρκεια βασικών αγαθών.
Η παραδοσιακή αυτή οικονομική δομή παρέμεινε σχεδόν αναλλοίωτη επί αιώνες. Ωστόσο, η μετανάστευση άλλαξε σταδιακά την κοινωνική πραγματικότητα της περιοχής.
Αρχικά, οι κάτοικοι αναζητούσαν καλύτερες συνθήκες ζωής στη Βενετία, στη Βιέννη, στην Κωνσταντινούπολη και στις Παραδουνάβιες χώρες. Αργότερα, μεγάλα μεταναστευτικά κύματα κατευθύνθηκαν προς την Αμερική και την Αυστραλία.
Η αναχώρηση χιλιάδων ανθρώπων αποτύπωσε μια διαχρονική αντίφαση της Δερόπολης: έναν τόπο με πλούσια γη, φυσικούς πόρους και ισχυρή πολιτισμική ταυτότητα, αλλά με περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες, που συχνά ανάγκαζαν τους κατοίκους του να αναζητούν την προκοπή μακριά από την πατρογονική τους γη.
Παρά τις κοινωνικές και οικονομικές μεταβολές, η περιοχή διατήρησε ισχυρούς δεσμούς με την παράδοση και την ιστορική της μνήμη.
Η ελληνική ταυτότητα και η ιστορική συνέχεια
Η ελληνική παρουσία αποτελεί κεντρικό στοιχείο της ιστορικής φυσιογνωμίας της Δερόπολης. Η γλώσσα, η ορθόδοξη πίστη, τα έθιμα, η αρχιτεκτονική, τα τοπωνύμια και η πολιτιστική παράδοση συνθέτουν ένα πλέγμα ιστορικών αναφορών που διατηρήθηκε μέσα από διαδοχικές ιστορικές περιόδους.
H περιοχή αποτελεί μια διαχρονική συνέχεια του ελληνικού στοιχείου, η οποία συνδέεται με την αρχαία ηπειρωτική κληρονομιά και τη μακραίωνη παρουσία ελληνόφωνων ορθόδοξων πληθυσμών.
Ωστόσο, στις περιοχές που γειτνιάζουν με την Πρεμετή και το Τεπελένι σημειώθηκαν από τα μέσα του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα σταδιακές γλωσσικές και κοινωνικές μεταβολές, με αποτέλεσμα να επηρεαστεί σε ορισμένες περιπτώσεις και η συνείδηση των κατοίκων, χωρίς να εξαφανιστούν τα ελληνικά έθιμα και η ορθόδοξη παράδοση.
Η ιστορία της Δρυϊνουπόλεως είναι, τελικά, κάτι πολύ περισσότερο από μια αναδρομή σε αρχαίες πόλεις, αυτοκράτορες και γεωγραφικά όρια. Είναι η ιστορία ενός τόπου που διατήρησε τη δική του φυσιογνωμία μέσα από αιώνες αλλαγών, πολέμων, διοικητικών ανακατατάξεων και μετακινήσεων πληθυσμών.
Από τις αρχαίες δρύες και τον Δρύνο μέχρι τα πέτρινα γεφύρια, τα καλντερίμια και τα χωριά της Δερόπολης, η ιστορική μνήμη παραμένει ζωντανή μέσα στο ίδιο το τοπίο.
Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο στοιχείο της Δρυϊνουπόλεως: ότι πίσω από ένα όνομα που χάνεται στα βάθη της αρχαιότητας βρίσκεται μια ολόκληρη ιστορική και πολιτισμική διαδρομή, την οποία εξακολουθούν να κουβαλούν οι άνθρωποι, οι τόποι και οι παραδόσεις της Βορείου Ηπείρου.
Η Δρυϊνούπολη δεν αποτελεί απλώς μια παλιά γεωγραφική ονομασία. Είναι ένα ιστορικό όνομα που συνδέεται με την αρχαία Ήπειρο, τα ηπειρωτικά φύλα, τη ρωμαϊκή περίοδο, το Βυζάντιο και τη μεταγενέστερη διοικητική και εκκλησιαστική ιστορία της περιοχής. Στη σύγχρονη χρήση του, ο όρος συνδέεται κυρίως με την ελληνική Δερόπολη, με τα χωριά της και με τη μακραίωνη παρουσία του ελληνικού στοιχείου.
Η ονομασία και οι αρχαίες ρίζες της Δρυϊνουπόλεως
Σύμφωνα με τη «Χρονογραφία της Ηπείρου» του Παναγιώτη Αραβαντινού, η ονομασία της επαρχίας προέρχεται από την αρχαία πόλη Δρυς ή Δρυϊνούπολις, η οποία ερμηνεύεται ως «πόλη των βελανιδιών». Στο έργο «Ηπειρωτικαί Μελέται» του Β. Δ. Ζώτου Μολοσσού αναφέρεται ότι η ονομασία συνδέεται με την εποχή του Αυγούστου, ενώ στον «Συνέκδημο» του Ιεροκλέους η πόλη συγκαταλέγεται ανάμεσα στις δώδεκα πόλεις της Παλαιάς Ηπείρου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η μυθολογική εκδοχή της ονομασίας. Ο Γάλλος περιηγητής Φρανσουά Πουκεβίλ, αντλώντας πληροφορίες από τον Πλίνιο, αναφέρει ως ιδρύτρια της πόλης τη Δρυόπη, κόρη του Οιχαλία, την οποία ο Απόλλωνας μεταμόρφωσε σε βελανιδιά.
Μια άλλη ερμηνεία συνδέει το όνομα με τις Δρυάδες, τις νύμφες των δασών και των δρυμώνων. Δεν είναι τυχαίο ότι στην περιοχή συναντάται το όνομα Φιγαλία, το οποίο συνδέεται επίσης με τη μυθολογική παράδοση, ενώ η παρουσία του είναι ιδιαίτερα αισθητή στην τοπική ονοματολογία.
Η επικρατέστερη τοπική παράδοση, πάντως, συνδέει την ονομασία με τα πυκνά δάση βελανιδιάς που κάλυπταν άλλοτε τα γύρω βουνά. Η δρυς αποτελούσε χαρακτηριστικό στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος της Ηπείρου και είχε ιδιαίτερη συμβολική σημασία για τους αρχαίους Ηπειρώτες. Σύμφωνα με την παράδοση, οι Ηπειρώτες συνδέονταν με τη λατρεία της δρυός, στεφανώνονταν με κλαδιά της και χρησιμοποιούσαν το δέντρο ως σύμβολο, ακόμη και στις νομισματικές τους παραστάσεις.
Η σχέση αυτή δεν περιορίζεται στη μυθολογία. Τα τοπωνύμια Δρυϊνικό όρος και ποταμός Δρύνος διατηρούν μέχρι σήμερα τη γλωσσική και γεωγραφική σύνδεση της περιοχής με τη δρυ.
Από την αρχαία Δρυϊνούπολη στην Αδριανούπολη
Η ιστορική διαδρομή της αρχαίας πόλης περνά και από τη ρωμαϊκή περίοδο. Στις αρχές του 2ου αιώνα μ.Χ., ο αυτοκράτορας Αδριανός φέρεται να ανακαίνισε ή να ίδρυσε εκ νέου την αρχαία Δρυϊνούπολη, δίνοντάς της το όνομα Αδριανούπολη.
Ο αρχαιολόγος Σωτήρης Ι. Δάκαρης αναφέρει ότι ο Αδριανός επισκέφθηκε τη Δωδώνη το 132 μ.Χ. και διατυπώνει την υπόθεση ότι κατά την περιοδεία του στην Ήπειρο έδωσε εντολή για την ανακαίνιση της παλαιότερης πόλης ή για την ίδρυση νέου αστικού κέντρου στον εύφορο κάμπο της Δερόπολης.
Η ακριβής θέση της αρχαίας πόλης δεν έχει προσδιοριστεί με απόλυτη βεβαιότητα. Οι περισσότεροι ερευνητές την τοποθετούν στην κοιλάδα της Δερόπολης, ενώ ο Δημήτριος Ευαγγελίδης, στο έργο του «Οι αρχαίοι κάτοικοι της Ηπείρου», εξετάζει το ενδεχόμενο να βρισκόταν κοντά στο σημερινό Παλαιόκαστρο.
Κατά την εποχή του Ιουστινιανού, η πόλη οχυρώθηκε, εντασσόμενη στο ευρύτερο αμυντικό και διοικητικό σύστημα της βυζαντινής αυτοκρατορίας.
Η ιστορική συνέχεια της περιοχής δεν αποτυπώνεται μόνο στην ύπαρξη αρχαίων πόλεων, αλλά και στη γεωγραφική και πληθυσμιακή της συγκρότηση.
Τα όρια της ιστορικής Δρυϊνουπόλεως
Η αρχαία επαρχία της Δρυϊνουπόλεως τοποθετείται στην κεντρική Ήπειρο, σε μια περιοχή που συνδέεται με την εγκατάσταση και τη δράση ηπειρωτικών φύλων. Στα νότια κατοικούσαν οι Σελλοί, στα κεντρικά οι Ατιντάνες και οι Αργυρινοί, ενώ στα ανατολικά αναφέρονται οι Όμφαλες και τμήμα των Παραυαίων.
Ο Δημήτριος Ευαγγελίδης και ο Donald M. Nicol, στο έργο του για το Δεσποτάτο της Ηπείρου, εντάσσουν την περιοχή στον ιστορικό γεωγραφικό χώρο της κεντρικής Ηπείρου.
Τα όρια της επαρχίας μεταβάλλονταν ανάλογα με τις πολιτικές, διοικητικές και εκκλησιαστικές συνθήκες κάθε εποχής. Στην ευρύτερη ιστορική της έκταση περιλαμβάνονταν η Δερόπολη, η Παλαιοπωγωνιανή, η Λιούντζη, η Ζαγοριά, η Ρίζα και η Λαμπουριά, η οποία αποτελεί τμήμα του Κουρβελεσίου.
Με τις διοικητικές μεταρρυθμίσεις της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και την επικράτηση του Χριστιανισμού, τα διοικητικά όρια άρχισαν να αποκτούν σαφέστερη μορφή.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, με τη διχοτόμηση της Ηπείρου, ένα μεγάλο μέρος της Παλαιοπωγωνιανής και ορισμένα χωριά της ανατολικής Άνω Δερόπολης προσαρτήθηκαν στον νομό Ιωαννίνων, αλλάζοντας τη διοικητική γεωγραφία μιας περιοχής που για αιώνες αποτελούσε ενιαίο ιστορικό χώρο.
Στις σύγχρονες αναφορές, η Δρυϊνούπολη συνδέεται κυρίως με την αμιγώς ελληνική περιοχή της Δερόπολης. Πρόκειται για έναν τόπο όπου η ελληνική γλώσσα, η ορθόδοξη πίστη, τα ήθη, τα έθιμα και η τοπική παράδοση διαμόρφωσαν την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της κοινωνίας.
Ο κάμπος της Δερόπολης και ο ποταμός Δρύνος
Η γεωγραφία της Δρυϊνουπόλεως είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την κοιλάδα του Δρύνου, τον μεγάλο φυσικό άξονα που διασχίζει την περιοχή.
Ανατολικά ορίζεται από το όρος Τσαγιούπι και την οροσειρά της Νεμέρτσικας, ενώ νοτιότερα δεσπόζουν τα Κουτσόκρανο, Κασιδιάρης, Μουργκάνα και Στουγγάρα. Στα δυτικά βρίσκεται το Πλατοβούνι και στα βόρεια το Κουρβελέσι.
Μέσα σε αυτό το ορεινό ανάγλυφο ξεχωρίζει ο μεγάλος κάμπος της Δερόπολης, μία από τις σημαντικότερες πεδινές εκτάσεις της κεντρικής Ηπείρου. Ο Βασίλειος Κυράνης, στα «Ελληνο-Ηπειρωτικά», τον συνδέει με το Campo Meleona του Ρωμαίου ιστορικού Τίτου Λίβιου.
Ο Άγγλος περιηγητής Henry Holland, στα «Ταξίδια στα Ιόνια νησιά, Ήπειρο, Αλβανία», περιγράφει με ιδιαίτερα θετικά λόγια την ομορφιά της κοιλάδας, η οποία εκτείνεται από την περιοχή του Δελβινακίου και της Κοσσοβίτσας έως το Παλαιόκαστρο.
Το μήκος της υπολογίζεται σε 50 έως 60 χιλιόμετρα και το πλάτος της σε 8 έως 10 χιλιόμετρα. Οι δύο βασικές είσοδοί της βρίσκονται στα Κτίσματα και στη Λέκλη, αποτελώντας ιστορικά περάσματα προς τη νότια και τη βόρεια Ήπειρο.
Κυρίαρχο φυσικό στοιχείο είναι ο ποταμός Δρύνος, ο οποίος διασχίζει την πεδιάδα και ενώνεται με τον Αώο λίγα χιλιόμετρα πριν από το Τεπελένι.
Στον Δρύνο καταλήγουν μικρότεροι ποταμοί και χείμαρροι, όπως ο Γυφτοπόταμος, ο Ξεριάς, ο ποταμός της Σούχας και ο Βελίτσας ή Γαρδικιώτικος.
Ο Γυφτοπόταμος πηγάζει στην περιοχή του Δελβινακίου και ενώνεται με τον Ξεριά κάτω από τους Ραντάτες. Ο Ξεριάς ξεκινά από την Κοσσοβίτσα, τη Σωτήρα και το Σελλειό. Από τη συμβολή τους και κάτω, το ποτάμι ονομάζεται Δρύνος.
Αυτή η υδρογραφική διαδρομή διαμόρφωσε επί αιώνες την οικονομική και κοινωνική ζωή της περιοχής, τροφοδοτώντας τις καλλιέργειες, τα χωριά και τις δραστηριότητες των κατοίκων.
Τα πέτρινα γεφύρια και οι δρόμοι που ένωναν τα χωριά
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της ιστορικής Δερόπολης είναι τα παλιά πέτρινα γεφύρια της. Κατά μήκος του Δρύνου και των παραποτάμων του δημιουργήθηκε ένα δίκτυο περασμάτων που συνέδεε τους οικισμούς και διευκόλυνε τις μετακινήσεις ανθρώπων, ζώων και εμπορευμάτων.
Τα γεφύρια αυτά, κατασκευασμένα από πέτρα και συνδεδεμένα με λιθόστρωτα καλντερίμια, αποτελούν δείγματα της παραδοσιακής ηπειρωτικής αρχιτεκτονικής.
Ξεχωριστή θέση κατέχει το γεφύρι της Κολορτσής, γνωστό και ως «γεφύρι της κυράς», νότια του Αργυροκάστρου. Ακολουθεί το γεφύρι της Γράψης, το οποίο εξακολουθεί να χρησιμοποιείται από πεζοπόρους, ενώ σημαντικά είναι επίσης τα γεφύρια του Χασκόβου, του Ξεριά, της Σούχας και της Γκρύκας.
Ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεφύρι του Ξεριά, ανάμεσα στη Βόδριστα και την Κακκαβιά. Κατασκευάστηκε από τους Ιταλούς την περίοδο 1916-1919 και παρέμεινε σε χρήση μέχρι το 1990.
Σημαντικές πληροφορίες για την ιστορία των γεφυριών δίνει ο Ιωάννης Λαμπρίδης στα «Ηπειρωτικά Ιστορικά Μελετήματα». Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι το 1791 ο Νάσιος Ι. Οικονόμος κατασκεύασε γέφυρα στη θέση Κουμάσια, μεταξύ Σωπικής και Οψάδας του Πωγωνίου.
Το 1842, ο Τέλος Μάντζιος από τη Στεγόπολη χρηματοδότησε με 250 λίρες την κατασκευή γέφυρας κοντά στους αλευρόμυλους του Χλωμού, προκειμένου να εξυπηρετούνται οι μετακινήσεις προς τους Σκωριάδες. Η γέφυρα έμεινε γνωστή ως γεφύρι Τσιμιντζί.
Από την περιοχή περνούσε και ένας σημαντικός ιστορικός οδικός άξονας που συνέδεε την Απολλωνία και την Αυλώνα με την κοιλάδα της Δερόπολης, τα Κτίσματα, τη λεκάνη των Ιωαννίνων και τη διάβαση του Μετσόβου. Η διαδρομή αυτή διατηρήθηκε σε χρήση κατά τη ρωμαϊκή, τη βυζαντινή και την οθωμανική περίοδο.
Η σημασία της ήταν τέτοια, ώστε μέχρι τον 19ο αιώνα η οδός περνούσε μέσα από την Επισκοπή. Αργότερα ανακαινίστηκε και προσαρμόστηκε στις ανάγκες της συγκοινωνίας, ενώ το σύγχρονο εθνικό οδικό δίκτυο ενίσχυσε περαιτέρω τη σύνδεση της περιοχής.
Η οικονομία, η μετανάστευση και η κοινωνική φυσιογνωμία
Για αιώνες, η οικονομική ζωή της Δρυϊνουπόλεως στηρίχθηκε στη γεωργία και την κτηνοτροφία. Στον εύφορο κάμπο καλλιεργούνταν δημητριακά, όσπρια και κηπευτικά, ενώ στα ορεινά χωριά η κτηνοτροφία αποτελούσε βασική πηγή εισοδήματος.
Ο Σωτήρης Δάκαρης, στο έργο του «Η κτηνοτροφία στην Αρχαία Ήπειρο», περιγράφει την οικονομία της Ηπείρου ως σε μεγάλο βαθμό αυτάρκη και ενδοστρεφή, με σχετικά χαμηλό βιοτικό επίπεδο, αλλά με επάρκεια βασικών αγαθών.
Η παραδοσιακή αυτή οικονομική δομή παρέμεινε σχεδόν αναλλοίωτη επί αιώνες. Ωστόσο, η μετανάστευση άλλαξε σταδιακά την κοινωνική πραγματικότητα της περιοχής.
Αρχικά, οι κάτοικοι αναζητούσαν καλύτερες συνθήκες ζωής στη Βενετία, στη Βιέννη, στην Κωνσταντινούπολη και στις Παραδουνάβιες χώρες. Αργότερα, μεγάλα μεταναστευτικά κύματα κατευθύνθηκαν προς την Αμερική και την Αυστραλία.
Η αναχώρηση χιλιάδων ανθρώπων αποτύπωσε μια διαχρονική αντίφαση της Δερόπολης: έναν τόπο με πλούσια γη, φυσικούς πόρους και ισχυρή πολιτισμική ταυτότητα, αλλά με περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες, που συχνά ανάγκαζαν τους κατοίκους του να αναζητούν την προκοπή μακριά από την πατρογονική τους γη.
Παρά τις κοινωνικές και οικονομικές μεταβολές, η περιοχή διατήρησε ισχυρούς δεσμούς με την παράδοση και την ιστορική της μνήμη.
Η ελληνική ταυτότητα και η ιστορική συνέχεια
Η ελληνική παρουσία αποτελεί κεντρικό στοιχείο της ιστορικής φυσιογνωμίας της Δερόπολης. Η γλώσσα, η ορθόδοξη πίστη, τα έθιμα, η αρχιτεκτονική, τα τοπωνύμια και η πολιτιστική παράδοση συνθέτουν ένα πλέγμα ιστορικών αναφορών που διατηρήθηκε μέσα από διαδοχικές ιστορικές περιόδους.
H περιοχή αποτελεί μια διαχρονική συνέχεια του ελληνικού στοιχείου, η οποία συνδέεται με την αρχαία ηπειρωτική κληρονομιά και τη μακραίωνη παρουσία ελληνόφωνων ορθόδοξων πληθυσμών.
Ωστόσο, στις περιοχές που γειτνιάζουν με την Πρεμετή και το Τεπελένι σημειώθηκαν από τα μέσα του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα σταδιακές γλωσσικές και κοινωνικές μεταβολές, με αποτέλεσμα να επηρεαστεί σε ορισμένες περιπτώσεις και η συνείδηση των κατοίκων, χωρίς να εξαφανιστούν τα ελληνικά έθιμα και η ορθόδοξη παράδοση.
Η ιστορία της Δρυϊνουπόλεως είναι, τελικά, κάτι πολύ περισσότερο από μια αναδρομή σε αρχαίες πόλεις, αυτοκράτορες και γεωγραφικά όρια. Είναι η ιστορία ενός τόπου που διατήρησε τη δική του φυσιογνωμία μέσα από αιώνες αλλαγών, πολέμων, διοικητικών ανακατατάξεων και μετακινήσεων πληθυσμών.
Από τις αρχαίες δρύες και τον Δρύνο μέχρι τα πέτρινα γεφύρια, τα καλντερίμια και τα χωριά της Δερόπολης, η ιστορική μνήμη παραμένει ζωντανή μέσα στο ίδιο το τοπίο.
Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο στοιχείο της Δρυϊνουπόλεως: ότι πίσω από ένα όνομα που χάνεται στα βάθη της αρχαιότητας βρίσκεται μια ολόκληρη ιστορική και πολιτισμική διαδρομή, την οποία εξακολουθούν να κουβαλούν οι άνθρωποι, οι τόποι και οι παραδόσεις της Βορείου Ηπείρου.
Διαβάστε ακόμη

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών