Η εκδίκηση του Θύμιου

(απόσπασμα από το βιβλίο "Ο αγροφύλακας που έγινε θρύλος")

Τον θάνατο του εξαδέλφου του ο Θύμιος τον άκουσε σαν μια δυνατή κραυγή στ’αυτί του. Σαν ένας δυνατός σεισμός που ταρακούνησε τον τόπο και τον πέταξε όρθιο. Ανακάτεψε με θυμό τα μαλλιά του, που ήταν σαν χαίτη λιονταριού. Τα μάτια του εξαπέλυσαν χιλιάδες κεραυνούς. Έπεσε σε βαθιές σκέψεις. Γνώριζε καλά τον Μαχμούτ αγά. Δύο χρόνια τον υπηρέτησε. Τον είχε προσλάβει, ως εργατικό και γενναίο άντρα. Του φυλούσε το σπίτι και ολόκληρη την περιουσία. Όλη την ημέρα με τον ντογκρά στον ώμο, για να προστατέψει τους αγρούς αυτού του τυράννου. Μέσα του πήρε τη μεγάλη απόφαση: να τον εκδικηθεί. Ζητούσε από καιρό κάποια ευκαιρία. Ζητούσε τον κατάλληλο χρόνο και τόπο. Να πού η ευκαιρία του δόθηκε. Τον αγαπούσε το Γάκη σαν αδελφό του.
Πήρε το ντογκρά με αρκετά φυσίγγια, την κάπα του, το πιστόλι και βγήκε από το σπίτι. Ήταν ένα πρωινό της άνοιξης. Τα πουλιά κελαηδούσαν χαρούμενα στα φουντωτά κλαριά των δέντρων και η γλυκιά μελωδία τους τον συνόδευαν μέχρι που βγήκε απ’ το χωριό. Δεν τον κρατούσε ο τόπος. Προχώρησε και έφθασε στην ακροποταμιά, δίπλα στο μοναδικό γεφύρι του ποταμού. Μόνος του, αρματωμένος με το όπλο και το κουμπούρι, κάθισε σε μια μεγάλη πέτρα και περίμενε. Ένα ελαφρύ και δροσερό αεράκι, που ερχόταν από το ποτάμι, τον χτυπούσε στο πρόσωπο και μαζί με την αύρα του κάμπου τον μεθούσαν. Κρατούσε τον ντογκρά με τα δυο του χέρια με τόση στοργή, που νόμιζες ότι προσπαθεί να τον φυτέψει στη γη. Η θωριά του έλαμπε, άγρια και επιβλητική, που αν την αντίκριζε κανένας λύκος, θα ’φευ¬γε φοβισμένος να λουφάξει πιο μακριά. Πέρα από την ανατολική πλευρά του χωριού φάνηκαν οι χρυσαφένιες ακτίνες του ήλιου και σιγά σιγά, σαν κούμαρο κόκκινο, φάνηκε ο ίδιος να ξεμυτίζει στο μαγιάτικο εκείνο πρωινό.
Σίγουρα και ο Μαχμούτ αγάς θα ’βγαινε νωρίς από το χωριό. Κι έτσι έγι¬νε. Καβάλα στο άλογό του, συνοδευόμενος από τον ιπποκόμο, βγήκε από το χωριό. Διάλεξε τη δημοσιά. Πολλές φορές κοιτούσε αριστερά και δεξιά, λες και προαισθάνονταν κάτι.
Ο Θύμιος, που είχε πιάσει καρτέρι, τον είδε να έρχεται κι ετοιμάστηκε. Και ο Μαχμούτ αγάς τον είδε. Κρύος ιδρώτας τον έλουσε. Έσφιξε το χαλινάρι και το άλογο κοντοστάθηκε. Έβαλε το χέρι στη μέση και περίμενε.
-Εσύ, είπε ο Θύμιος στον ιπποκόμο του αγά, κα¬μία κίνηση. Δεν έχω δουλειά με σένα. Ενώ εσύ Μαχμούτ αγά, ετοιμάσου να πεθάνεις. Θα κάνουμε ίση και τίμια πάλη. Θα ρίξουμε από τη θέση που βρισκόμαστε κι όποιον πάρει ο Χάρος.
-Θύμιο, ξέρει εγκώ εσένα...
-Άστα αυτά Μαχμούτ Σαμέτι. Δεν αρκεί το γαίμα που πίνετε όλα τα σκυλιά εδώ στα ελληνικά χωριά μας, δεν φτάνει που μ’ έστειλες άδικα τρεις μήνες φυλακή, ήθελες να πάρεις και την τιμή της οικογέ¬νειάς μου. Κατάλαβες, λοιπόν; Ήρθε η ώρα ν’ απολογηθείς κι επειδή το γαίμα μόνο με γαίμα πληρώνεται, ετοιμάσου.
Ο Μαχμούτ, πονηρός όπως πάντα, καθώς έλεγε αυτά τα λόγια είχε ελευθερώσει το κουμπούρι από τη θήκη. Το σήκωσε γρήγορα και σημάδεψε το Θύμιο. Αστόχησε κι ετοιμάστηκε να ξαναπυροβολήσει.
Ο Θύμιος, σαν αστραπή, πυροβόλησε προς τον ιπποκόμο, έτσι για να τον φοβίσει, γιατί ο τελευταίος είχε σηκώσει το κουμπούρι και σημάδευε. Το βόλι του πέρασε ξυστά και ο ιπποκόμος φοβισμένος πυροβόλησε στον αέρα. Με γρηγοράδα, που μόνον αυτός ήταν σε θέση να το κάνει, γύρισε το κουμπούρι προς τον αγά και πάτησε τη σκανδά¬λη. Ο Μαχμούτ με το χέρι στο στήθος στάθηκε για με¬ρικά δευτερόλεπτα, σαν μεθυσμένος, πάνω στο άλογο. «Θύμιο, κερατά, μ’ έφαγ…», μουρμούρισε με μισοσβησμένη φωνή κι έπεσε χάμω. Το βόλι τον είχε πάρει στην καρδιά. Όπως το Γάκη.
Ο ιπποκόμος πέταξε το όπλο και σήκωσε τα χέρια ψη¬λά.
- Άιντε Νουρί, φρόντισε το αφεντικό σου. Και να πεις στους άλλους πως ο Θύμιος Λιώλης πήρε το δίκιο του Γά¬κη. Πες ακόμα πως την ίδια τύχη θα ’χουν όσοι τολμήσουν να κάνουν αυτό που έκανε το αφεντικό σου.
Κοίταξε για τελευταία φορά τον Μαχμούτ αγά, ο οποίος κείτονταν χάμου νεκρός. «Γάκη, φίλε μου, αναπαύσου ήσυχα. Το γαίμα σου πλη¬ρώθηκε με το γαίμα του ίδιου του δολοφόνου σου». Αυτά είπε ο Θύμιος κι ένα αίσθημα απελευ¬θέρωσης κυρίευσε το σώμα του.
Πέρασε από το σπίτι, βρήκε τον πατέρα του κι αυτή τη φορά του ζήτησε να τον αφήσει ελεύθερο. Το είχε πάρει απόφαση. Θα ’βγαινε στο βουνό.
Τον κοίταξε ο πατέρας του από τα νύχια μέχρι το κεφάλι. Πρώτη φορά τον πρόσεξε πως ήταν τόσο όμορφος. Ψηλός, με μέση δαχτυλίδι φτιαγμένη για σπαθί, μαλλιά ολόξανθα, σγουρά, χυμένα πίσω στους ώμους του. Τα μάτια του ξανθοκάστανα, αετίσια, έλαμπαν τόσο πολύ, που νόμιζε πως αυτά φώτιζαν το σπίτι. «Μεγάλωσε το παλικάρι μου. Είναι τόσο όμορφο, τόσο ικανό και δεν το είχα προσέξει!». Αυτά σκέφτηκε ο ηλικιωμένος, πλέον, Γιώργος και του απάντησε:
-Να πας, παιδί μου, να πας! Ο δρόμος σου ανοιχτός και ο ντογκράς σου υποστηριχτής των αδικημένων και της ελευθερίας. Στο καλό!
Φίλησε ο Θύμιος το χέρι του πατέρα του, έριξε μια τελευταία ματιά στο σπίτι και βγήκε. Καβαλίκεψε το άλογο και κατευθύνθηκε προς τους διπλανούς λόφους. Σαν ο ιπτάμενος καβαλάρης, έφθασε στο διπλανό χωριό.

Βαγγέλης Παπαχρήστος

Σχόλια