Αλβανία: Από τον Ραμιζ Αλία έως το τέλος της δικτατορίας

Ο Ραµίζ Αλία γεννήθηκε στη Σκόδρα στις 18 Οκτωβρίου 1925 και σε ηλικία 8 ετών µετακόµισε µε την οικογένεια του στα Τίρανα, όπου τελείωσε το δηµοτικό και το γυµνάσιο. Η ιταλική κατοχή βρήκε τον Αλία σε ηλικία 14 ετών και υπήρξε ένα διάστηµα που φέρεται να ήταν µέλος της Φασιστικής νεολαίας. Από το 1941 όµως αναπτύσσει επαφές µε τις Κοµµουνιστικές αντιστασιακές οµάδες και γίνεται µέλος της κοµµουνιστικής νεολαίας. Το 1942 συλλαµβάνεται από τους Ιταλούς αλλά µετά από έναν µήνα φυλάκισης αφήνεται ελεύθερος λόγω νεαρού ηλικίας και λόγω του ότι δεν υπήρχαν αρκετά ενοχοποιητικά στοιχεία εναντίον του. Το 1943 γίνεται µέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Αλβανίας και αναλαµβάνει την οργάνωση της αντιφασιστικής νεολαίας, αρχικά στα Τίρανα και στην συνέχεια στο Μπεράτι. Κατά το τέλος του πολέµου ακολούθησε µε το αξίωµα του πολιτικού επιτρόπου τα αλβανικά στρατεύµατα που στάλθηκαν προς ενίσχυση της Γιουγκοσλαβίας απ όπου και επέστρεψε στις αρχές του 1945. 

Μετά την απελευθέρωση αναδείχτηκε σε ηγετικό στέλεχος της αλβανικής κοµµουνιστικής νεολαίας και το 1948 έγινε µέλος της Κεντρικής Επιτροπής του κόµµατος. Μεταξύ 1951-1954 µετέβηκε στην Μόσχα όπου σπούδασε Κοινωνικές και Πολιτικές Επιστήµες, ενώ µε την επιστροφή του και για το διάστηµα µεταξύ 1955- 1958 ανέλαβε τα ηνία του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισµού οπού εµφάνισε πραγµατικά µεγάλο έργο στην αντιµετώπιση του αναλφαβητισµού. Από το 1960 έως και το 1982 δε µετείχε ουσιαστικά σε άλλες κυβερνητικές θέσεις και εργάστηκε στην οργάνωση του Κοµµατικού µηχανισµού, ως Γραµµατέας της Κεντρικής επιτροπής του Κόμματος Εργασίας και ως µέλος του Πολιτικού του Γραφείου. 

Ο Αλία καλούταν να ξεπεράσει τα προβλήµατα που προκαλούσε η πολιτική της αποµόνωσης και κυρίως την έλλειψη ανάπτυξης της οικονοµίας χωρίς όµως ταυτόχρονα να αναιρέσει την πολιτική κληρονοµιά του προκατόχου του κάτι που θα προκαλούσε την αντίδραση της υπόλοιπης κοµµατικής ηγεσίας. Έτσι ξεκίνησαν κάποιες πρώτες δειλές προσπάθειες δηµοκρατικών µεταρρυθµίσεων στον αγροτικό τοµέα, οι οποίες είχαν ως σκοπό την αύξηση της παράγωγης αλλά ταυτόχρονα και την τροφοδοσία του λαού µε αγαθά.

Παράλληλα ξεκίνησε µια προσπάθεια βελτίωσης των σχέσεων µε χώρες του εξωτερικού όπως η Γαλλία, η Αυστρία, η Σουηδία, η Ιταλία, η ∆υτική Γερµανία κ.α. χωρίς όµως να αποδώσει ιδιαίτερους καρπούς, καθώς η αλβανική κυβέρνηση κατηγορούταν από τον Ο.Η.Ε. και από άλλους διεθνείς οργανισµούς για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωµάτων. Μεγαλύτερη πρόοδος σηµειώθηκε στις Ελληνοαλβανικές σχέσεις όπου το 1987 η ελληνική κυβέρνηση σε µία ένδειξη καλής θελήσεως προς τα Τίρανα ήρε το καθεστώς εµπολέµου έπειτα από 47 χρόνια.

Κατά το τέλος της δεκαετίας του ‘80 σηµειώθηκαν σηµαντικές ανακατατάξεις στις χώρες του Ανατολικού µπλοκ που δεν άφησαν ανεπηρέαστη την Αλβανία. Η πολιτική του Γκλάσνοστ («διαφάνεια») και της Περεστρόικα («αναδιάρθρωση») που διακήρυξε ο σοβιετικός ηγέτης Μιχαήλ Κορµπατσόφ και προέβλεπε µέτρα φιλελευθεροποίησης της οικονοµίας και εκδηµοκρατισµού προκάλεσε ένα κύµα λαϊκών εξεγέρσεων ενάντια στα κοµµουνιστικά καθεστώτα που οδήγησε στην ανατροπή τους.

Ο απόηχος αυτών των εξεγέρσεων έφθασε και στην Αλβανία µέσω ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθµών που εξέπεµπαν σε γειτονικές χώρες και έτσι δηµιουργήθηκε σταδιακά ένα κλίµα αντίδρασης εναντίον του Ραµίζ Αλία και του Κόμματος Εργασίας. 

Τον Ιανουάριο του 1990 πραγµατοποιήθηκαν οι πρώτες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις και παρά την βίαιη καταστολή τους από τις κυβερνητικές δυνάµεις ασφαλείας αυτές σύντοµα εντατικοποιήθηκαν. Ο Αλία σε µία προσπάθεια να κατευνάσει την λαϊκή δυσαρέσκεια διακήρυξε µία σειρά µέτρων που στόχευαν στην ελαστικοποίηση του καθεστώτος µε την παραχώρηση κάποιων ατοµικών ελευθεριών και δικαιωµάτων. Τα µέτρα όµως αυτά δεν κρίθηκαν αρκετά από τους αντικαθεστωτικούς που επιζητούσαν πλήρη εκδηµοκρατισµό του κράτους και έτσι οι κινητοποιήσεις κλιµακώθηκαν, ενώ παράλληλα χιλιάδες Αλβανοί συνέρρεαν στις πρεσβείες των δυτικών κρατών ζητώντας άσυλο.

Κάτω από την λαϊκή πίεση οι όποιες προσπάθειες κατέβαλε ο Αλία για να διατηρήσει το καθεστώς έπεφταν στο κενό. Έτσι κατά το τέλος του έτους επιτράπηκε η επαναλειτουργία των ιερών ναών και η ίδρυση ανεξαρτήτων κοµµάτων, ενώ µε διάταγµα αφαιρέθηκε και η απόδοση τιµής στον Στάλιν. Το τέλος του µονοκοµµατισµού σήµαινε ουσιαστικά και το τέλος της ηγεµονίας του Κόμματος Εργασίας έπειτα από 45 χρόνια καθώς η χώρα µπήκε σε πορεία διεξαγωγής ελεύθερων δηµοκρατικών εκλογών.

Οι εκλογές διεξήχθησαν τον Μάρτιο του 1991 µέσα ένα κλίµα, απεργιών και συγκρούσεων µεταξύ καθεστωτικών οπαδών του Χότζα και αντικαθεστωτικών. Νικητής των εκλογών αναδείχθηκε και πάλι το Κόμμα Εργασίας λαµβάνοντας 169 από τις 250 έδρες του κοινοβουλίου, ενώ δεύτερο αναδείχθηκε το ∆ηµοκρατικό Κόµµα Αλβανίας του Σαλί Μπερίσα και τρίτο το κόµµα ΔΕΕΕΜ ΟΜΟΝΟΙΑ της Ελληνικής µειονότητας. Στις εκλογές ο Αλία δεν κατάφερε να εκλεγεί καν βουλευτής όµως λίγες µέρες αργότερα εκλέχθηκε µε την υποστήριξη των 2/3 της βουλής πρώτος Πρόεδρος της ∆ηµοκρατίας της Αλβανίας.

Η νέα κυβέρνηση απαρτίζονταν αποκλειστικά από µέλη του Κόμματος Εργασίας και ανέλαβε το δύσκολο έργο της µετάβασης από το Σοσιαλιστικό στο Καπιταλιστικό µοντέλο οικονοµίας, καθώς τα κρατικά ταµεία ήταν παντελώς άδεια και ο πληθωρισµός και η ανεργία είχαν εκτιναχθεί σε δυσθεώρητα ύψη (260 και 70% αντίστοιχα). Αυτή η τραγική κατάσταση της οικονοµίας δηµιούργησε ένα τεράστιο µεταναστευτικό κύµα προς την δύση αλλά και µία σειρά νέων απεργιακών κινητοποιήσεων και διαδηλώσεων που παρέλυσαν κυριολεκτικά το κράτος. Μπροστά στο φάσµα της ολοκληρωτικής διάλυσης η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Φάτος Νάνο παραιτήθηκε, ενώ παράλληλα το Κόμμα Εργασίας µετονοµάστηκε σε Σοσιαλιστικό Κόµµα Αλβανίας αποκόπτοντας κάθε σχέση µε την Χοτζική περίοδο. Στην θέση της αποχωρήσασας κυβέρνησης ορίστηκε µία υπηρεσιακή κυβέρνηση συνασπισµού που παρέµεινε στην εξουσία µέχρι την διενέργεια νέων εκλογών τον επόµενο χρόνο.

Στις νέες εκλογές επικράτησε το ∆ηµοκρατικό Κόµµα του Μπερίσα κάτι που ώθησε τον Αλία σε παραίτηση από το Προεδρικό αξίωµα. Μετά από µερικούς µήνες τόσο αυτός όσο και αρκετά άλλα ηγετικά στελέχη της κοµµουνιστικής περιόδου (ανάµεσα τους και η χήρα του Ενβέρ Χότζα Νεζµιγιέ) οδηγήθηκαν στην φυλακή όπου και παρέµειναν µέχρι να τους αποδοθεί χάρη µερικά χρόνια αργότερα. 

Αυτό ήταν το τέλος µιας ηγεσίας που σηµάδεψε τις τύχες ενός ολόκληρου λαού για περισσότερα από 45 χρόνια. 

Πηγή: Μεταπτυχιακή Εργασία με τίτλο "Η εκκλησιαστική Πολιτική του Ενβέρ Χότζα και των επιγόνων του", του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσ/νίκης, Θεολογική Σχολή, Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας.
Επιβλέπων: Μιχαήλ Τρίτος
Επιμέλεια: Τζαχρήστος Βάιος 




Σχόλια