1. ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ
Λαϊκισμός στην πολιτική (όπως χρησιμοποιείται στην Ελληνική που δεν ταυτίζεται με τον όρο populism της Αγγλικής) είναι η στάση και η συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από υπερβολικά απλοϊκή (είτε επίπλαστα απλοϊκή - μη αυθεντική συμπεριφορά), η οποία βασίζεται στην διάκριση που κάνει κάποιος μεταξύ των αντιλήψεων και της συμπεριφοράς του απλού λαού (θεωρεί ότι ο απλός λαός δεν αντιλαμβάνεται πολύπλοκες και δύσκολες έννοιες, τον υποτιμάει και άρα θεωρεί ότι για να γίνει κατανοητός επικοινωνεί μαζί του σε απλοϊκή συνθηματολογική γλώσσα είτε ακόμη χειρότερα για να γίνει αρεστός, του λέει αυτό που θέλει να ακούσει) και της υποτιθέμενης «ελίτ» που μπορεί να αντιλαμβάνεται πιο πολύπλοκα νοήματα και θέλει άλλου είδους επικοινωνιακή προσέγγιση και διασφαλίσεις για να υποστηρίξει έναν πολιτικό.
Ο λαϊκισμός συνεπώς στα Ελληνικά κουβαλάει αρνητικό νόημα, είναι συνυφασμένος με την αφελή απλοϊκότητα και την δημαγωγία προς τον απλό λαό, με επίπλαστη συμπεριφορά και είναι οπωσδήποτε κατακριτέος, γιατί ο λαϊκιστής πολιτικός θεωρεί ότι μπορεί να ξεγελάσει τις λαϊκές κοινότητες προς τις οποίες απευθύνεται, προκειμένου να έχει την υποστήριξή τους.
2. ΛΑΪΚΟΤΗΤΑ
Όμως άλλο πράγμα είναι ο λαϊκισμός στην πολιτική που είναι αρνητική έννοια όπως περιγράφηκε πιο πάνω και άλλο η λαϊκότητα, που δείχνει την στάση ενός ανθρώπου να επιλέγει συμπεριφορές που προσομοιάζουν με την απλή ζωή και συμπεριφορά του λαού. Στον αντίποδα της λαϊκότητας είναι μία ελιτίστικη, εξεζητημένη συχνά, επιφανειακή και στυλιζαρισμένη κάποτε συμπεριφορά, πλουτοκρατική και απαξιωτική πολλές φορές για τα παραδοσιακά πολιτισμικά στοιχεία ενός λαού.
Οι πολιτικοί που χαρακτηρίζονται ως λαϊκιστές (άλλο είναι οι λαϊκοί πολιτικοί) , χρησιμοποιούν πολλές φορές κατ' επίφαση την λαϊκότητα (στην ομιλία, στην συμπεριφορά, στις ενέργειές τους), ενώ στην πραγματικότητα δεν θεωρούν τον εαυτό τους μέρος αυτής της λαϊκής παράδοσης, αλλά διαφορετικό, ξεχωριστό, και κάνουν παραχώρηση για να «κατέβουν ψεύτικα επίπεδο», για να γίνουν αρεστοί στον λαό και να καρπωθούν την υποστήριξη του λαού και εκλογικό όφελος με την απάτη τους.
Η λαϊκότητα επίσης στον χώρο της πολιτικής μπορεί να αναφέρεται και στη ευρύτητα της συμμετοχής, του λαού στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας.
Το κακό είναι ότι επειδή του όρους τους φτιάχνει μία πνευματική ελίτ που πολλές φορές θεωρεί πλεονεκτική την θέση της έναντι του απλού λαού, θα δούμε να μπερδεύουν συχνά την λαϊκότητα με τον λαϊκισμό.
3. "POPULISM" - ΔΙΤΤΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ
Ο όρος populism στην Αγγλική, από όπου πολλές φορές γίνεται μετάφραση στην πολιτική ερμηνεύεται διττά: ως λαϊκισμός αποδίδει την αρνητική σημασία που επεξηγήθηκε.
Ενώ κατά την χρήση του ως λαϊκότητα, είναι αξιολογικά ουδέτερος, αποτελεί δηλαδή μια πολιτική θεωρία ή ιδεολογία και δεν είναι εκ των προτέρων κακή ή καλή (εξ ού και το λαϊκό κόμμα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες κλπ).
Το λεξικό Cambridge π.χ. ορίζει τον όρο “populism” με την αξιολογικά ουδέτερη έννοια, ως «πολιτική ιδέα και δράση που στοχεύει στην αντιπροσώπευση των επιθυμιών και των αναγκών του απλού λαού».
Η ακραία αρνητική εκδοχή είναι άκρως υποτιμητική για τον λαό, αφού τον θεωρεί υποδεέστερο των «ελίτ», και εσωτερικεύει αρνητική αντίληψη για τις επιθυμίες του λαού, γεγονός πλήρως αντιδημοκρατικό.
4. ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ
Ο λαϊκισμός στηρίζεται στην εσκεμμένη ανειλικρίνεια, ο λαϊκιστής πολιτευτής θέτει σκοπίμως ψευτοδιλήμματα, όπως εχθροί ή φίλοι, ταραξίες ή φιλήσυχοι, "αλλογενείς ή γηγενείς", με απώτερο σκοπό την καλλιέργεια ανασφάλειας στο λαό, και την αυτοπροβολή του ίδιου σαν προστάτη και σωτήρα.
Συγγενείς πρακτικές είναι η δημαγωγία, η κολακεία του λαού και η υιοθέτηση θέσεων και τάσεων που τον ευχαριστούν και απαντούν στο συναίσθημά του, προβάλλοντας μία πρόσκαιρη επιφανειακή ωφέλεια, αποκρύπτοντας συνήθως ότι μπορεί να τον βλάπτουν μέσο-μακροπρόθεσμα, με μοναδικό πάντα σκοπό την άμεση ικανοποιησή του (το γνωστό σύνθημα εδώ και τώρα) και την εξασφάλιση της εύνοιάς του προς τον λαϊκιστή πολιτικό.
5. ΠΕΔΙΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΛΑΪΚΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΣΤΡΕΒΛΩΣΕΙΣ
ΥΠΑΡΧΕΙ ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ ΣΤΙΣ "ΕΛΙΤ";
Ο λαϊκισμός παρατηρείται όχι μόνο στην πολιτική αλλά και σε κάθε είδους δημόσιο λόγο (και τα ΜΜΕ) και δημόσια έκφραση (λογοτεχνία, τέχνες κλπ) .
Συχνά επίσης οι κυρίαρχες ελίτ ονομάζουν λαϊκούς ηγέτες ως λαϊκιστές, για να τους χρωματίσουν αρνητικά όταν ηγούνται λαϊκών κινημάτων, ότι δηλαδή παραπλανούν τον λαό με ψεύτικες υποσχέσεις και ιδέες, ενώ το κίνημα μπορεί να είναι καθαρά λαϊκό εναντίον της καταπίεσης και της αυθαιρεσίας αυταρχικών κυβερνήσεων και εξουσιαστικών ελίτ που καταπατάει τα δικαιώματα του απλού λαού.
Το σημαντικότερο που πρέπει να αντιληφθούμε στην εποχή μας και κυρίως στην δημόσια ζωή στη χώρα μας (που μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα) είναι ότι ο λαϊκισμός σήμερα εμφανίζεται διαταξικός, υπό την έννοια ότι διαπερνάει πλέον μορφωτικά, κοινωνικά και οικονομικά στρώματα.
Δηλαδή η επίκληση από έναν πολιτικό των όσων θέλει να ακούσει μία ελίτ (πραγματική είτε κατ επίφαση) εντάσσεται στο πνεύμα της έννοιας του λαϊκισμού.
Πόσο μάλλον όταν η ελίτ στην οποία απευθύνεται ο πολιτικός (είτε αυτός που έχει δημόσιο λόγο- είτε έκφραση λογοτεχνική και με τέχνες) είναι ομογενοποιημένη/αγελοποιημένη λόγω των ειδικών συμφερόντων της.
Ακόμη χειρότερα όταν ούτε ο εκφράζων την πολιτική είτε τον δημόσιο λόγο και έκφραση δεν έχει στιβαρή πνευματική βάση, ούτε και η ελίτ στην οποία απευθύνεται αλλά απλώς αυτοανακηρύχθηκε ως τέτοια λόγω κάποιων συγκυριακών οικονομικών επιτυχιών, χωρίς όμως να έχει καταφέρει δημιουργήσει το ηθικό και πνευματικό υπόβαθρο που περιμένει κάποιος να υποστηρίζει μία πραγματική πνευματική και οικονομική ελίτ ενός τόπου.
Οι ελίτ αυτής της μορφής συνήθως γίνονται αποδεκτές ως τέτοιες από τον λαό εξ ανάγκης, λόγω της εξουσιαστικής ισχύος τους, της προπαγάνδας, του πολιτικού ελέγχου και ελέγχου ζωτικών πόρων (ιδιωτικών είτε δημόσιων).
6. ΚΑΤΑΛΗΓΟΝΤΑΣ
Άλλο Λαϊκισμός (αρνητικό χαρακτηριστικό, πρακτικής δημόσια έκφρασης και συμπεριφοράς) και άλλο Λαϊκό και Λαϊκότητα (ιδεολογικά, ουδέτερες έννοιες)
Όσο επικίνδυνος είναι ο λαϊκισμός που εκμεταλλεύεται τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις ενός λαού, την ευπιστία του, την ελλιπή ενημέρωση και πρόσβασή του σε σωστή πληροφόρηση και γνώση, ακόμη χειρότερος είναι ο λαϊκισμός των προνομιούχων ελίτ που είτε δεν έχουν γερά ηθικά και πνευματικά θεμέλια (ή καθόλου θεμέλια) είτε έχουν αγελοποιηθεί με την αυτάρεσκη αντίληψη του «ανήκειν» στα υψηλότερα κοινωνικά στρώματα.
Αυτή η γιαλαντζί "ελιτ", λόγω της εξουσιαστικής της ισχύος απαιτεί με κάθε τρόπο από τους πολιτικούς να υποστηρίξουν τα συμφέροντά τους όχι μόνο στην δημόσια εκφορά του λόγου τους αλλά και στην πράξη. Και έχουν πρόσβαση και επιρροή στον δημόσιο λόγο, και στα ΜΜΕ, αλλά και ισχύ προπαγανδιστικής επιβολής.
Βλέπουμε πολλούς πολιτικούς να ενστερνίζονται αυτόν τον εξαιρετικά επικίνδυνο λαϊκισμό των ελίτ (εκφραζόμενοι με τρόπο αρεστό σε αυτές, ευνουχίζοντας έννοιες και αποκόπτοντας στην προκρούστεια κλίνη ότι δεν τους είναι αρεστό), στοχεύοντας στην υποστήριξή τους και πρόσβαση σε ισχύ, πόρους και επιρροή στην δημόσια ζωή!
Λαϊκισμός στην πολιτική (όπως χρησιμοποιείται στην Ελληνική που δεν ταυτίζεται με τον όρο populism της Αγγλικής) είναι η στάση και η συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από υπερβολικά απλοϊκή (είτε επίπλαστα απλοϊκή - μη αυθεντική συμπεριφορά), η οποία βασίζεται στην διάκριση που κάνει κάποιος μεταξύ των αντιλήψεων και της συμπεριφοράς του απλού λαού (θεωρεί ότι ο απλός λαός δεν αντιλαμβάνεται πολύπλοκες και δύσκολες έννοιες, τον υποτιμάει και άρα θεωρεί ότι για να γίνει κατανοητός επικοινωνεί μαζί του σε απλοϊκή συνθηματολογική γλώσσα είτε ακόμη χειρότερα για να γίνει αρεστός, του λέει αυτό που θέλει να ακούσει) και της υποτιθέμενης «ελίτ» που μπορεί να αντιλαμβάνεται πιο πολύπλοκα νοήματα και θέλει άλλου είδους επικοινωνιακή προσέγγιση και διασφαλίσεις για να υποστηρίξει έναν πολιτικό.
Ο λαϊκισμός συνεπώς στα Ελληνικά κουβαλάει αρνητικό νόημα, είναι συνυφασμένος με την αφελή απλοϊκότητα και την δημαγωγία προς τον απλό λαό, με επίπλαστη συμπεριφορά και είναι οπωσδήποτε κατακριτέος, γιατί ο λαϊκιστής πολιτικός θεωρεί ότι μπορεί να ξεγελάσει τις λαϊκές κοινότητες προς τις οποίες απευθύνεται, προκειμένου να έχει την υποστήριξή τους.
2. ΛΑΪΚΟΤΗΤΑ
Όμως άλλο πράγμα είναι ο λαϊκισμός στην πολιτική που είναι αρνητική έννοια όπως περιγράφηκε πιο πάνω και άλλο η λαϊκότητα, που δείχνει την στάση ενός ανθρώπου να επιλέγει συμπεριφορές που προσομοιάζουν με την απλή ζωή και συμπεριφορά του λαού. Στον αντίποδα της λαϊκότητας είναι μία ελιτίστικη, εξεζητημένη συχνά, επιφανειακή και στυλιζαρισμένη κάποτε συμπεριφορά, πλουτοκρατική και απαξιωτική πολλές φορές για τα παραδοσιακά πολιτισμικά στοιχεία ενός λαού.
Οι πολιτικοί που χαρακτηρίζονται ως λαϊκιστές (άλλο είναι οι λαϊκοί πολιτικοί) , χρησιμοποιούν πολλές φορές κατ' επίφαση την λαϊκότητα (στην ομιλία, στην συμπεριφορά, στις ενέργειές τους), ενώ στην πραγματικότητα δεν θεωρούν τον εαυτό τους μέρος αυτής της λαϊκής παράδοσης, αλλά διαφορετικό, ξεχωριστό, και κάνουν παραχώρηση για να «κατέβουν ψεύτικα επίπεδο», για να γίνουν αρεστοί στον λαό και να καρπωθούν την υποστήριξη του λαού και εκλογικό όφελος με την απάτη τους.
Η λαϊκότητα επίσης στον χώρο της πολιτικής μπορεί να αναφέρεται και στη ευρύτητα της συμμετοχής, του λαού στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας.
Το κακό είναι ότι επειδή του όρους τους φτιάχνει μία πνευματική ελίτ που πολλές φορές θεωρεί πλεονεκτική την θέση της έναντι του απλού λαού, θα δούμε να μπερδεύουν συχνά την λαϊκότητα με τον λαϊκισμό.
3. "POPULISM" - ΔΙΤΤΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ
Ο όρος populism στην Αγγλική, από όπου πολλές φορές γίνεται μετάφραση στην πολιτική ερμηνεύεται διττά: ως λαϊκισμός αποδίδει την αρνητική σημασία που επεξηγήθηκε.
Ενώ κατά την χρήση του ως λαϊκότητα, είναι αξιολογικά ουδέτερος, αποτελεί δηλαδή μια πολιτική θεωρία ή ιδεολογία και δεν είναι εκ των προτέρων κακή ή καλή (εξ ού και το λαϊκό κόμμα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες κλπ).
Το λεξικό Cambridge π.χ. ορίζει τον όρο “populism” με την αξιολογικά ουδέτερη έννοια, ως «πολιτική ιδέα και δράση που στοχεύει στην αντιπροσώπευση των επιθυμιών και των αναγκών του απλού λαού».
Η ακραία αρνητική εκδοχή είναι άκρως υποτιμητική για τον λαό, αφού τον θεωρεί υποδεέστερο των «ελίτ», και εσωτερικεύει αρνητική αντίληψη για τις επιθυμίες του λαού, γεγονός πλήρως αντιδημοκρατικό.
4. ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ
Ο λαϊκισμός στηρίζεται στην εσκεμμένη ανειλικρίνεια, ο λαϊκιστής πολιτευτής θέτει σκοπίμως ψευτοδιλήμματα, όπως εχθροί ή φίλοι, ταραξίες ή φιλήσυχοι, "αλλογενείς ή γηγενείς", με απώτερο σκοπό την καλλιέργεια ανασφάλειας στο λαό, και την αυτοπροβολή του ίδιου σαν προστάτη και σωτήρα.
Συγγενείς πρακτικές είναι η δημαγωγία, η κολακεία του λαού και η υιοθέτηση θέσεων και τάσεων που τον ευχαριστούν και απαντούν στο συναίσθημά του, προβάλλοντας μία πρόσκαιρη επιφανειακή ωφέλεια, αποκρύπτοντας συνήθως ότι μπορεί να τον βλάπτουν μέσο-μακροπρόθεσμα, με μοναδικό πάντα σκοπό την άμεση ικανοποιησή του (το γνωστό σύνθημα εδώ και τώρα) και την εξασφάλιση της εύνοιάς του προς τον λαϊκιστή πολιτικό.
5. ΠΕΔΙΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΛΑΪΚΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΣΤΡΕΒΛΩΣΕΙΣ
ΥΠΑΡΧΕΙ ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ ΣΤΙΣ "ΕΛΙΤ";
Ο λαϊκισμός παρατηρείται όχι μόνο στην πολιτική αλλά και σε κάθε είδους δημόσιο λόγο (και τα ΜΜΕ) και δημόσια έκφραση (λογοτεχνία, τέχνες κλπ) .
Συχνά επίσης οι κυρίαρχες ελίτ ονομάζουν λαϊκούς ηγέτες ως λαϊκιστές, για να τους χρωματίσουν αρνητικά όταν ηγούνται λαϊκών κινημάτων, ότι δηλαδή παραπλανούν τον λαό με ψεύτικες υποσχέσεις και ιδέες, ενώ το κίνημα μπορεί να είναι καθαρά λαϊκό εναντίον της καταπίεσης και της αυθαιρεσίας αυταρχικών κυβερνήσεων και εξουσιαστικών ελίτ που καταπατάει τα δικαιώματα του απλού λαού.
Το σημαντικότερο που πρέπει να αντιληφθούμε στην εποχή μας και κυρίως στην δημόσια ζωή στη χώρα μας (που μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα) είναι ότι ο λαϊκισμός σήμερα εμφανίζεται διαταξικός, υπό την έννοια ότι διαπερνάει πλέον μορφωτικά, κοινωνικά και οικονομικά στρώματα.
Δηλαδή η επίκληση από έναν πολιτικό των όσων θέλει να ακούσει μία ελίτ (πραγματική είτε κατ επίφαση) εντάσσεται στο πνεύμα της έννοιας του λαϊκισμού.
Πόσο μάλλον όταν η ελίτ στην οποία απευθύνεται ο πολιτικός (είτε αυτός που έχει δημόσιο λόγο- είτε έκφραση λογοτεχνική και με τέχνες) είναι ομογενοποιημένη/αγελοποιημένη λόγω των ειδικών συμφερόντων της.
Ακόμη χειρότερα όταν ούτε ο εκφράζων την πολιτική είτε τον δημόσιο λόγο και έκφραση δεν έχει στιβαρή πνευματική βάση, ούτε και η ελίτ στην οποία απευθύνεται αλλά απλώς αυτοανακηρύχθηκε ως τέτοια λόγω κάποιων συγκυριακών οικονομικών επιτυχιών, χωρίς όμως να έχει καταφέρει δημιουργήσει το ηθικό και πνευματικό υπόβαθρο που περιμένει κάποιος να υποστηρίζει μία πραγματική πνευματική και οικονομική ελίτ ενός τόπου.
Οι ελίτ αυτής της μορφής συνήθως γίνονται αποδεκτές ως τέτοιες από τον λαό εξ ανάγκης, λόγω της εξουσιαστικής ισχύος τους, της προπαγάνδας, του πολιτικού ελέγχου και ελέγχου ζωτικών πόρων (ιδιωτικών είτε δημόσιων).
6. ΚΑΤΑΛΗΓΟΝΤΑΣ
Άλλο Λαϊκισμός (αρνητικό χαρακτηριστικό, πρακτικής δημόσια έκφρασης και συμπεριφοράς) και άλλο Λαϊκό και Λαϊκότητα (ιδεολογικά, ουδέτερες έννοιες)
Όσο επικίνδυνος είναι ο λαϊκισμός που εκμεταλλεύεται τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις ενός λαού, την ευπιστία του, την ελλιπή ενημέρωση και πρόσβασή του σε σωστή πληροφόρηση και γνώση, ακόμη χειρότερος είναι ο λαϊκισμός των προνομιούχων ελίτ που είτε δεν έχουν γερά ηθικά και πνευματικά θεμέλια (ή καθόλου θεμέλια) είτε έχουν αγελοποιηθεί με την αυτάρεσκη αντίληψη του «ανήκειν» στα υψηλότερα κοινωνικά στρώματα.
Αυτή η γιαλαντζί "ελιτ", λόγω της εξουσιαστικής της ισχύος απαιτεί με κάθε τρόπο από τους πολιτικούς να υποστηρίξουν τα συμφέροντά τους όχι μόνο στην δημόσια εκφορά του λόγου τους αλλά και στην πράξη. Και έχουν πρόσβαση και επιρροή στον δημόσιο λόγο, και στα ΜΜΕ, αλλά και ισχύ προπαγανδιστικής επιβολής.
Βλέπουμε πολλούς πολιτικούς να ενστερνίζονται αυτόν τον εξαιρετικά επικίνδυνο λαϊκισμό των ελίτ (εκφραζόμενοι με τρόπο αρεστό σε αυτές, ευνουχίζοντας έννοιες και αποκόπτοντας στην προκρούστεια κλίνη ότι δεν τους είναι αρεστό), στοχεύοντας στην υποστήριξή τους και πρόσβαση σε ισχύ, πόρους και επιρροή στην δημόσια ζωή!
Στέλιος Φενέκος
Πρόεδρος της Κοινωνίας Αξιών και Υποναύαρχος ε.α
Διαβάστε ακόμη:
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών