Οι αποκαλύψεις του Παύλου Ασλανίδη, συγγενή θύματος της τραγωδίας στα Τέμπη, ρίχνουν βαριά σκιά πάνω στον βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Γιώργο Σταμάτη και, κατ’ επέκταση, στην κυβέρνηση συνολικά. Ο κ. Ασλανίδης κατήγγειλε ότι ο Σταμάτης εκμεταλλεύτηκε τον ανείπωτο πόνο των οικογενειών για να ασκήσει πιέσεις και να υποσχεθεί ρουσφέτια, όπως μεταθέσεις παιδιών στον στρατό και διαγραφές δανείων.
Αν οι καταγγελίες αυτές ισχύουν, δεν μιλάμε απλώς για πολιτικό ατόπημα, αλλά για ωμή ηθική εκτροπή. Η εικόνα ενός κυβερνητικού στελέχους που τηλεφωνεί σε συντετριμμένες οικογένειες για να «μοιράσει» εξυπηρετήσεις θυμίζει καθεστώς που βλέπει τον πολίτη όχι ως δικαιούχο δικαιοσύνης και στήριξης, αλλά ως αντικείμενο χειραγώγησης. Δεν πρόκειται για κοινωνική πολιτική, αλλά για ωμή συναλλαγή πάνω στα ερείπια μιας εθνικής τραγωδίας.
Η αντίδραση της Νέας Δημοκρατίας, με τη βιαστική απόρριψη των καταγγελιών ως «αβάσιμων», επιβεβαιώνει την καθεστωτική νοοτροπία που έχει εδραιωθεί. Αντί για διαφάνεια και ξεκάθαρες απαντήσεις, επιλέγεται η συγκάλυψη πίσω από γενικόλογες αναφορές σε θεσμικά μέτρα στήριξης που είχαν ανακοινωθεί τον Μάρτιο του 2023. Όμως το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: γιατί ένας βουλευτής αισθάνθηκε την ανάγκη να παρεμβαίνει προσωπικά, αν όλα ήταν ήδη θεσμοθετημένα και ξεκάθαρα;
Η τραγωδία των Τεμπών δεν μπορεί να γίνει εργαλείο μικροπολιτικής επιβίωσης. Το να αξιοποιείται η οδύνη των οικογενειών για να ενισχυθούν πολιτικές καριέρες ή να κερδηθεί πρόσκαιρη στήριξη συνιστά όχι απλώς έλλειμμα ευαισθησίας, αλλά καθεστωτική πρακτική που διαβρώνει την ίδια τη δημοκρατία.
Η κοινωνία απαιτεί απαντήσεις και λογοδοσία. Όσο η κυβέρνηση σπεύδει να υποβαθμίσει τις καταγγελίες αντί να τις διερευνήσει, τόσο ενισχύεται η πεποίθηση ότι ο πόνος των οικογενειών των Τεμπών χρησιμοποιήθηκε ως πολιτικό χαρτί. Και αυτό συνιστά βαθύτατη προσβολή στη μνήμη των θυμάτων και στην ίδια την έννοια της δικαιοσύνης.
Αν οι καταγγελίες αυτές ισχύουν, δεν μιλάμε απλώς για πολιτικό ατόπημα, αλλά για ωμή ηθική εκτροπή. Η εικόνα ενός κυβερνητικού στελέχους που τηλεφωνεί σε συντετριμμένες οικογένειες για να «μοιράσει» εξυπηρετήσεις θυμίζει καθεστώς που βλέπει τον πολίτη όχι ως δικαιούχο δικαιοσύνης και στήριξης, αλλά ως αντικείμενο χειραγώγησης. Δεν πρόκειται για κοινωνική πολιτική, αλλά για ωμή συναλλαγή πάνω στα ερείπια μιας εθνικής τραγωδίας.
Η αντίδραση της Νέας Δημοκρατίας, με τη βιαστική απόρριψη των καταγγελιών ως «αβάσιμων», επιβεβαιώνει την καθεστωτική νοοτροπία που έχει εδραιωθεί. Αντί για διαφάνεια και ξεκάθαρες απαντήσεις, επιλέγεται η συγκάλυψη πίσω από γενικόλογες αναφορές σε θεσμικά μέτρα στήριξης που είχαν ανακοινωθεί τον Μάρτιο του 2023. Όμως το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: γιατί ένας βουλευτής αισθάνθηκε την ανάγκη να παρεμβαίνει προσωπικά, αν όλα ήταν ήδη θεσμοθετημένα και ξεκάθαρα;
Η τραγωδία των Τεμπών δεν μπορεί να γίνει εργαλείο μικροπολιτικής επιβίωσης. Το να αξιοποιείται η οδύνη των οικογενειών για να ενισχυθούν πολιτικές καριέρες ή να κερδηθεί πρόσκαιρη στήριξη συνιστά όχι απλώς έλλειμμα ευαισθησίας, αλλά καθεστωτική πρακτική που διαβρώνει την ίδια τη δημοκρατία.
Η κοινωνία απαιτεί απαντήσεις και λογοδοσία. Όσο η κυβέρνηση σπεύδει να υποβαθμίσει τις καταγγελίες αντί να τις διερευνήσει, τόσο ενισχύεται η πεποίθηση ότι ο πόνος των οικογενειών των Τεμπών χρησιμοποιήθηκε ως πολιτικό χαρτί. Και αυτό συνιστά βαθύτατη προσβολή στη μνήμη των θυμάτων και στην ίδια την έννοια της δικαιοσύνης.
Διαβάστε ακόμη

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών