Η Μάχη του Καρπενησίου (Ιανουάριος – Φεβρουάριος 1949)

Η επίθεση και προσωρινή κατάληψη του Καρπενησίου από τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (ΔΣΕ) τον Ιανουάριο του 1949 υπήρξε ένα από τα τελευταία σοβαρά επεισόδια του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου. Η ενέργεια αυτή δεν είχε καθαρά στρατηγική σημασία, αλλά απέβλεπε κυρίως σε λόγους γοήτρου, ενίσχυσης του ηθικού των ανταρτών και συγκέντρωσης πολεμοφοδίων. Παρά τη φαινομενική επιτυχία, η κατάληψη της πόλης προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στον κυβερνητικό στρατό και οδήγησε σε μια από τις πιο σκληρές αντεπιθέσεις του πολέμου.
Το Καρπενήσι, πρωτεύουσα της Ευρυτανίας, βρισκόταν σε μια περιοχή στρατηγικής σημασίας, που λειτουργούσε ως πέρασμα μεταξύ της Στερεάς Ελλάδας και της Ηπείρου. Ο ΔΣΕ, μέσω του Κλιμακίου Γενικού Αρχηγείου Νότιας Ελλάδας (ΚΓΑΝΕ), επιδίωξε να επιφέρει πλήγμα στο κύρος του Εθνικού Στρατού, να ενισχύσει το δικό του ηθικό και να αποκομίσει εφόδια. Η επίθεση, ωστόσο, δεν ήταν απρόσμενη· οι πληροφορίες υπήρχαν, αλλά εξαιτίας οργανωτικών λαθών και αδράνειας, ο Εθνικός Στρατός δεν έλαβε τα απαιτούμενα μέτρα αποτροπής.

Η κατάληψη της πόλης από τον ΔΣΕ αποτέλεσε σοβαρό πλήγμα για το κύρος του Ελληνικού Στρατού, τη στιγμή μάλιστα που η τελική νίκη του τελευταίου φαινόταν πλέον προδιαγεγραμμένη. Ο στρατηγός Αλέξανδρος Παπάγος, τότε Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, αντέδρασε άμεσα διατάσσοντας αντεπίθεση. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις καθυστέρησαν λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών, καθώς το χιόνι σε πολλά σημεία ξεπερνούσε το ενάμιση μέτρο. Παρά τις αντιξοότητες, στις 29 Ιανουαρίου ο Παπάγος ανέθεσε την ευθύνη της επιχείρησης ανακατάληψης στον αντιστράτηγο Θρασύβουλο Τσακαλώτο, διοικητή του Α΄ Σώματος Στρατού.
Ο Τσακαλώτος διέθετε σημαντικές δυνάμεις: το Στρατηγείο της Ανωτάτης Στρατιωτικής Διοίκησης Στερεάς Ελλάδος (ΑΣΔΣΕ), το Τακτικό Στρατηγείο Αγρινίου με τη ΧV Μεραρχία Πεζικού, τη Διοίκηση Δυτικού Τομέα με τις Α΄ και Β΄ Μοίρες Ορεινών Καταδρομών, καθώς και άλλες μονάδες πεζικού. Το σχέδιο προέβλεπε ταυτόχρονες επιθετικές ενέργειες από Λαμία και Αγρίνιο, ώστε να επιτευχθεί ο εγκλωβισμός και η καταστροφή των ανταρτικών δυνάμεων.

Πριν από την έναρξη των επιχειρήσεων, ο Τσακαλώτος εξέδωσε μια εμψυχωτική ημερήσια διαταγή προς τα στρατεύματά του, στην οποία τόνιζε: «Τα πλήγματα κατά των συμμοριτών είναι πλέον τελειωτικά… Δεν πρόκειται να σταματήσουμε ούτε ημέρα ούτε νύκτα… Η Παναγιά μαζί μας». Από την περίοδο εκείνη καθιερώθηκε η τακτική του «νυχθημερόν κυνηγήματος», δηλαδή της αδιάκοπης καταδίωξης του εχθρού, χωρίς στάσεις και χωρίς σταθερές έδρες.
Απέναντι τους, οι δυνάμεις του ΚΓΑΝΕ αριθμούσαν περίπου 2.800 μαχητές, χωρισμένους σε δύο μεραρχίες υπό τους διοικητές Γιώτη και Διαμαντή. Παρά το υψηλό τους ηθικό και τη γνώση του εδάφους, οι αντάρτες βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια καλά οργανωμένη και πολυμέτωπη επίθεση. Τη νύχτα 29 προς 30 Ιανουαρίου ξεκίνησε η κίνηση των κυβερνητικών δυνάμεων από Λαμία και Αγρίνιο μέσα σε εξαιρετικά δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Μετά από επίπονες πορείες και μάχες στα γύρω υψώματα, οι δυνάμεις του ΕΣ εισήλθαν στο Καρπενήσι στις 8 Φεβρουαρίου 1949, έπειτα από δεκαοκτώ ημέρες ανταρτικής κατοχής.

Οι αντάρτες, καταδιωκόμενοι από τα στρατεύματα του Τσακαλώτου, προσπάθησαν να διαφύγουν προς τον ορεινό όγκο των Βαρδουσίων και στη συνέχεια προς τα Άγραφα. Παρά τις προσπάθειες του Εθνικού Στρατού να τους αποκόψει, οι κακές καιρικές συνθήκες εμπόδισαν το πλήρες κλείσιμο του κύκλου. Τελικά, οι δυνάμεις του ΔΣΕ υπέστησαν σοβαρές απώλειες σε προσωπικό και οπλισμό, ενώ η συνοχή τους διαλύθηκε. Τα υπολείμματα του ΚΓΑΝΕ κατόρθωσαν αργότερα να ενωθούν με άλλες αντάρτικες δυνάμεις στον Γράμμο και το Βίτσι.
Η επιχείρηση ανακατάληψης του Καρπενησίου αποτέλεσε σημείο καμπής για τον πόλεμο στη Στερεά Ελλάδα. Η εφαρμογή της τακτικής της «απηνούς διώξεως» από τον Τσακαλώτο αιφνιδίασε τους αντάρτες, οι οποίοι δεν είχαν αντιμετωπίσει στο παρελθόν τόσο συνεχείς και αποφασιστικές επιθετικές επιχειρήσεις. Ο Εθνικός Στρατός ανέκτησε την πρωτοβουλία των κινήσεων, αποδιοργάνωσε τον αντίπαλο και ενίσχυσε σημαντικά το ηθικό του.

Η μάχη του Καρπενησίου, παρότι μικρή σε χρονική διάρκεια, είχε μεγάλη σημασία για την έκβαση του πολέμου. Έδειξε ότι ο ΔΣΕ είχε πλέον χάσει τη δυνατότητα να διεξάγει παρατεταμένες επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας στη νότια Ελλάδα. Από το σημείο αυτό και έπειτα, η πρωτοβουλία πέρασε οριστικά στα χέρια του Εθνικού Στρατού, ο οποίος, μέσα στους επόμενους μήνες, θα ολοκλήρωνε την επικράτησή του στον ελληνικό χώρο.

Διαβάστε ακόμη

Σχόλια