Η στρατηγική Τραμπ για ανάσχεση της Κίνας: Η Λατινική Αμερική στον ανταγωνισμό ΗΠΑ - ΚΙΝΑΣ

Γράφει ο Στέλιος Φενέκος

Τον Αύγουστο του 2025 είχα δημοσιεύσει (σε Ελλάδα και ΗΠΑ) μία γεωπολιτική ανάλυση όπου κατέληγα στο συμπέρασμα ότι η Αμερική επιδιώκει ένα νέο είδος "Ανάσχεσης (containment)" της Κίνας, με επίκεντρο τον στραγγαλισμό των οικονομικών και εμπορικών ροών της και της τροφοδοσία της σε πρώτες ύλες για την βιομηχανία της.
Σήμερα, με την διακηρυχθείσα πολιτική Τραμπ για την Λατινική Αμερική, γίνεται ένα ακόμη βήμα προς επιβεβαίωση αυτής της ανάλυσης.

Η ΛΑΤΙΝΙΚΗ ΑΜΕΡΙΚΗΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΚΙΝΑΣ
Στο πλαίσιο του ευρύτερου γεωοικονομικού και γεωπολιτικού ανταγωνισμού μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας, η Λατινική Αμερική επανέρχεται σταδιακά στο επίκεντρο της στρατηγικής προσοχής της Ουάσινγκτον.
Και αυτό, επειδή λειτουργεί ως κρίσιμη περιοχή ελέγχου των ενεργειακών ροών, εμπορικών διαδρόμων και της πολιτικής επιρροής, ιδίως υπό το πρίσμα της αυξανόμενης κινεζικής οικονομικής και τεχνολογικής διείσδυσης κατά τις τελευταίες δεκαετίες (όχι απλά στην περιφέρεια αλλά στην πίσω αυλή των ΗΠΑ).
Η Βενεζουέλα συνιστά το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της δυναμικής.
Διαθέτοντας τα μεγαλύτερα παγκοσμίως αποθέματα πετρελαίου, εξελίχθηκε σε βασικό ενεργειακό εταίρο της Κίνας μέσω συμφωνιών «oil-for-loans», μακροπρόθεσμων πιστώσεων και της συμμετοχής κινεζικών κρατικών εταιρειών στον ενεργειακό της τομέα.
Η κινεζική παρουσία δεν περιορίστηκε σε καθαρά οικονομικές συναλλαγές, αλλά απέκτησε σαφή γεωπολιτική διάσταση, παρέχοντας στο Πεκίνο πρόσβαση σε στρατηγικούς ενεργειακούς πόρους εντός του δυτικού ημισφαιρίου.
Η αντίδραση των ΗΠΑ είχε ξεκινήσει να εκδηλώνεται μέσω ενός σύνθετου πλέγματος οικονομικών κυρώσεων, διπλωματικής απομόνωσης και χρηματοπιστωτικού αποκλεισμού. Σήμερα κατέληξε στην στρατιωτική επέμβαση και σύλληψη του Μαδούρο και στην διακηρυγμένη επιβολή ελέγχου της Βενεζουέλας από τις ΗΠΑ (και όχι μόνο).
Η πολιτική αυτή συνιστά μια χαρακτηριστική μορφή γεωοικονομικού "containment", με διττό στόχο, αφενός την αποκαθήλωση ενός εχθρικού καθεστώτος και αφετέρου τον περιορισμό της κινεζικής ενεργειακής και στρατηγικής διείσδυσης, σε μια περιοχή όπου η Ουάσινγκτον έχει διακηρύξει ότι την θεωρεί ζωτικής σημασίας για την παγκόσμια θέση ισχύος της.
Σε αυτό το πλαίσιο αναδύεται, έστω και άτυπα, η σύγχρονη εκδοχή του Δόγματος Μονρόε.
Στην ουσία, οι ΗΠΑ επαναφέρουν στην πράξη την αντίληψη ότι η Λατινική Αμερική αποτελεί ζώνη προνομιακού ενδιαφέροντος ( η πίσω αυλή της), εντός της οποίας η παρουσία ανταγωνιστικών μεγάλων δυνάμεων –και ιδίως της Κίνας– θεωρείται στρατηγικά απαράδεκτη.

ΠΩΣ ΤΟ ΒΛΕΠΟΥΝ ΣΤΗΝ ΚΙΝΑ
Από την κινεζική πλευρά, οι εξελίξεις στη Λατινική Αμερική ερμηνεύονται με διαφορετικό εννοιολογικό και ιδεολογικό πλαίσιο.
Σε αναλύσεις κινεζικών "think tanks" και κύκλων συνδεδεμένων με τον στρατηγικό σχεδιασμό του Πεκίνου, η κινεζική παρουσία παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα κυρίαρχων επιλογών ανεξάρτητων κρατών και όχι ως επέκταση σφαιρών επιρροής.
Το Πεκίνο απορρίπτει ρητά την έννοια της «γεωπολιτικής πίσω αυλής» και αντιμετωπίζει το Δόγμα Μονρόε ως ιστορικό κατάλοιπο ιμπεριαλιστικής πρακτικής.
Στο ίδιο πλαίσιο, η Πρωτοβουλία Belt and Road προβάλλεται ως ουδέτερη πλατφόρμα αναπτυξιακής συνεργασίας, ενώ οι αμερικανικές κυρώσεις στη Βενεζουέλα ερμηνεύθηκαν αρχικά ως «weaponization of finance», δηλαδή κατάχρηση της διεθνούς οικονομικής ισχύος για πολιτικούς σκοπούς και καταδικάσθηκε η επέμβαση των ΗΠΑ για την σύλληψη Μαδούρο.
Παρά τη ρητορική αυτή άρνηση γεωπολιτικών προθέσεων, οι κινεζικές αναλύσεις αναγνωρίζουν εμμέσως τη στρατηγική ευπάθεια της Κίνας απέναντι στον έλεγχο των κρίσιμων σημείων διέλευσης του εμπορίου (choke points).
Η συστηματική προσπάθεια που κάνει το Πεκίνο για να διαφοροποιήσει ενεργειακές και εμπορικές διαδρομές, μέσω αγωγών, χερσαίων διαδρόμων και εναλλακτικών θαλάσσιων οδών, αντανακλά τον βαθύ προβληματισμό του για την αμερικανική ικανότητα ελέγχου των παγκόσμιων ροών σε περίπτωση κρίσης.
Κομβικό ρόλο σε αυτή τη στρατηγική αντιπαράθεση διαδραματίζει ο έλεγχος των "choke points".
Η Κεντρική Αμερική, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Διώρυγα του Παναμά (που ήταν από τις πρώτες αντιδράσεις για έλεγχο από τις ΗΠΑ), παραμένει κρίσιμη για τις παγκόσμιες εμπορικές ροές και, κατ’ επέκταση, για τη δυνατότητα των ΗΠΑ να επηρεάζουν το διεθνές εμπόριο της Κίνας χωρίς να καταφεύγουν σε άμεση στρατιωτική σύγκρουση.
Ο στόχος δεν είναι ο πλήρης αποκλεισμός σε καιρό ειρήνης, αλλά η διατήρηση της δυνατότητας στρατηγικού στραγγαλισμού σε συνθήκες κλιμάκωσης.

Η ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ
Από τη σκοπιά των ρωσικών και ευρασιατικών γεωπολιτικών αναλύσεων, οι εξελίξεις αυτές εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο συστημικής αντιπαράθεσης με τις ΗΠΑ.
Σε αντίθεση με την κινεζική ρητορική, η ρωσική σκέψη δεν απορρίπτει τις σφαίρες επιρροής, αλλά τις θεωρεί φυσικό χαρακτηριστικό του διεθνούς συστήματος, αναγνωρίζοντας το Δόγμα Μονρόε ως ρεαλιστικό (αν και επιλεκτικά εφαρμοζόμενο) εργαλείο της αμερικανικής ισχύος.
Η Λατινική Αμερική αντιμετωπίζεται περισσότερο ως πολιτικό και συμβολικό προγεφύρωμα αμφισβήτησης της αμερικανικής ηγεμονίας, παρά ως πρωτίστως οικονομικός κόμβος.
Υπό αυτό το πρίσμα, η Λατινική Αμερική δεν αποτελεί απλώς έναν ακόμη χώρο οικονομικής διείσδυσης του BRI, αλλά κρίσιμο πεδίο όπου τέμνονται η ενεργειακή ασφάλεια, οι εμπορικές ροές και η γεωπολιτική ισορροπία ισχύος.

ΚΑΤΑΛΗΓΟΝΤΑΣ
Η περίπτωση της Βενεζουέλας καταδεικνύει ότι ο σύγχρονος ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων διεξάγεται πρωτίστως μέσω στρατηγικής επιρροής, γεωοικονομικών εργαλείων, ελέγχου οικονομικών, εμπορικών ροών, πρώτων υλών και ενεργειακών ροών και , και λιγότερο μέσω άμεσης στρατιωτικής αντιπαράθεσης μεταξύ τους.
Οι ΗΠΑ επαναφέρουν στην πράξη την αντίληψη ότι η Λατινική Αμερική αποτελεί ζώνη προνομιακού ενδιαφέροντος ( η πίσω αυλή της), εντός της οποίας η παρουσία ανταγωνιστικών μεγάλων δυνάμεων –και ιδίως της Κίνας– θεωρείται στρατηγικά απαράδεκτη.
Η αυξανόμενη αμερικανική ανησυχία και η προσπάθεια ανάσχεσης της πολιτικής επιρροής της Κίνας, του ελέγχου των οικονομικών και εμπορικών ροών, των κινεζικών επενδύσεων σε λιμένες, ενεργειακές υποδομές και δίκτυα τηλεπικοινωνιών εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη λογική περιφερειακού ελέγχου.

Διαβάστε ακόμη

Σχόλια