Οι τοποθετήσεις του Donald Trump, του J. D. Vance και του Marco Rubio απέναντι στην ΕΕ δεν συνιστούν απλώς μια ακόμη πολιτική διαφωνία. Αγγίζουν τον πυρήνα του τι σημαίνει «Δύση», «κυριαρχία» και «δημοκρατία» σε μια εποχή αυξανόμενου γεωπολιτικού ανταγωνισμού.
Η αμερικανική συντηρητική κριτική προς την ΕΕ εστιάζει στο «δημοκρατικό έλλειμμα», στην υπερβολική ρύθμιση και στην αποδυνάμωση της εθνικής κυριαρχίας. Οι «Βρυξέλλες» παρουσιάζονται ως τεχνοκρατικό κέντρο αποκομμένο από τους πολίτες, με υπερεθνική γραφειοκρατία που επιβάλλει κανόνες εις βάρος της λαϊκής βούλησης. Πρόκειται για μια αφήγηση που βρίσκει απήχηση σε κοινωνίες όπου η παγκοσμιοποίηση έχει δημιουργήσει ανασφάλεια και αίσθηση απώλειας ελέγχου.
Ωστόσο, η εικόνα αυτή είναι ελλιπής. Η ΕΕ διαθέτει άμεσα εκλεγμένο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τα κράτη-μέλη συμμετέχουν στις αποφάσεις μέσω του Συμβουλίου, ενώ η Επιτροπή εγκρίνεται θεσμικά. Το πρόβλημα δεν είναι η απουσία δημοκρατίας, αλλά η πολυπλοκότητα ενός πολυεπίπεδου συστήματος που καθιστά τη λογοδοσία λιγότερο ορατή. Η Ευρώπη υποφέρει περισσότερο από έλλειμμα πολιτικής ταυτότητας και ταχύτητας αποφάσεων παρά από έλλειμμα θεσμικής νομιμοποίησης.
Την ίδια στιγμή, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν εσωτερικές πιέσεις που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Οι θεσμοί λειτουργούν, όμως η έντονη πόλωση, η αμφισβήτηση εκλογικών αποτελεσμάτων και η αυξανόμενη ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας έχουν οδηγήσει σε συζητήσεις περί «δημοκρατικής υποχώρησης». Δεν πρόκειται για κατάρρευση, αλλά για διάβρωση εμπιστοσύνης και άγραφων κανόνων που επί δεκαετίες στήριζαν το αμερικανικό σύστημα.
Εδώ αναδεικνύεται η ειρωνεία του «κοίτα ποιος μιλάει». Όταν οι ΗΠΑ επικρίνουν την Ευρώπη για δημοκρατικό έλλειμμα, η σύγκριση λειτουργεί ως καθρέφτης. Η κριτική μπορεί να έχει στοιχεία αλήθειας, αλλά χάνει την ηθική της ισχύ όταν η ίδια η αμερικανική δημοκρατία δοκιμάζεται από βαθιά εσωτερική δυσπιστία.
Η αντιπαράθεση αυτή έχει και θεωρητικό βάθος. Ο Carl Schmitt αντιλαμβανόταν την πολιτική ως πράξη κυριαρχικής απόφασης, με σαφή όρια και ενιαίο πολιτικό σώμα. Ο Jürgen Habermas, αντίθετα, έβλεπε τη νομιμοποίηση να προκύπτει μέσα από διαβούλευση και συνταγματικές αρχές που μπορούν να υπερβαίνουν το έθνος-κράτος. Οι ΗΠΑ υπό το δόγμα “America First” πλησιάζουν περισσότερο τη schmittian λογική της αποφασιστικής κυριαρχίας. Η ΕΕ ενσαρκώνει μια habermasian αντίληψη διαπραγμάτευσης και πολυεπίπεδης διακυβέρνησης.
Το παράδοξο είναι ότι οι ΗΠΑ υπήρξαν ο αρχιτέκτονας της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης μετά τη Bretton Woods Conference, προωθώντας πολυμερείς θεσμούς και κανόνες. Σήμερα, η μετατόπιση προς τη διμερή ισχύ και τον εθνικό πρωταρχισμό αναδιαμορφώνει εκείνο το σύστημα.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποια πλευρά έχει το μονοπώλιο της δημοκρατικής αρετής. Είναι αν η Δύση συνολικά βρίσκεται σε κρίση αξιών ή σε φάση αναπροσαρμογής. Η πρόκληση είναι κοινή: πώς διατηρείται η ισορροπία μεταξύ κυριαρχίας και κανόνων, ισχύος και θεσμικής λογοδοσίας.
Το «κοίτα ποιος μιλάει» δεν είναι απλώς ρητορική αιχμή. Είναι υπενθύμιση ότι η δημοκρατική αξιοπιστία δεν μετριέται μόνο από την κριτική που ασκείς, αλλά από τη συνέπεια με την οποία υπερασπίζεσαι τις αρχές που επικαλείσαι.
Η αμερικανική συντηρητική κριτική προς την ΕΕ εστιάζει στο «δημοκρατικό έλλειμμα», στην υπερβολική ρύθμιση και στην αποδυνάμωση της εθνικής κυριαρχίας. Οι «Βρυξέλλες» παρουσιάζονται ως τεχνοκρατικό κέντρο αποκομμένο από τους πολίτες, με υπερεθνική γραφειοκρατία που επιβάλλει κανόνες εις βάρος της λαϊκής βούλησης. Πρόκειται για μια αφήγηση που βρίσκει απήχηση σε κοινωνίες όπου η παγκοσμιοποίηση έχει δημιουργήσει ανασφάλεια και αίσθηση απώλειας ελέγχου.
Ωστόσο, η εικόνα αυτή είναι ελλιπής. Η ΕΕ διαθέτει άμεσα εκλεγμένο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τα κράτη-μέλη συμμετέχουν στις αποφάσεις μέσω του Συμβουλίου, ενώ η Επιτροπή εγκρίνεται θεσμικά. Το πρόβλημα δεν είναι η απουσία δημοκρατίας, αλλά η πολυπλοκότητα ενός πολυεπίπεδου συστήματος που καθιστά τη λογοδοσία λιγότερο ορατή. Η Ευρώπη υποφέρει περισσότερο από έλλειμμα πολιτικής ταυτότητας και ταχύτητας αποφάσεων παρά από έλλειμμα θεσμικής νομιμοποίησης.
Την ίδια στιγμή, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν εσωτερικές πιέσεις που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Οι θεσμοί λειτουργούν, όμως η έντονη πόλωση, η αμφισβήτηση εκλογικών αποτελεσμάτων και η αυξανόμενη ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας έχουν οδηγήσει σε συζητήσεις περί «δημοκρατικής υποχώρησης». Δεν πρόκειται για κατάρρευση, αλλά για διάβρωση εμπιστοσύνης και άγραφων κανόνων που επί δεκαετίες στήριζαν το αμερικανικό σύστημα.
Εδώ αναδεικνύεται η ειρωνεία του «κοίτα ποιος μιλάει». Όταν οι ΗΠΑ επικρίνουν την Ευρώπη για δημοκρατικό έλλειμμα, η σύγκριση λειτουργεί ως καθρέφτης. Η κριτική μπορεί να έχει στοιχεία αλήθειας, αλλά χάνει την ηθική της ισχύ όταν η ίδια η αμερικανική δημοκρατία δοκιμάζεται από βαθιά εσωτερική δυσπιστία.
Η αντιπαράθεση αυτή έχει και θεωρητικό βάθος. Ο Carl Schmitt αντιλαμβανόταν την πολιτική ως πράξη κυριαρχικής απόφασης, με σαφή όρια και ενιαίο πολιτικό σώμα. Ο Jürgen Habermas, αντίθετα, έβλεπε τη νομιμοποίηση να προκύπτει μέσα από διαβούλευση και συνταγματικές αρχές που μπορούν να υπερβαίνουν το έθνος-κράτος. Οι ΗΠΑ υπό το δόγμα “America First” πλησιάζουν περισσότερο τη schmittian λογική της αποφασιστικής κυριαρχίας. Η ΕΕ ενσαρκώνει μια habermasian αντίληψη διαπραγμάτευσης και πολυεπίπεδης διακυβέρνησης.
Το παράδοξο είναι ότι οι ΗΠΑ υπήρξαν ο αρχιτέκτονας της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης μετά τη Bretton Woods Conference, προωθώντας πολυμερείς θεσμούς και κανόνες. Σήμερα, η μετατόπιση προς τη διμερή ισχύ και τον εθνικό πρωταρχισμό αναδιαμορφώνει εκείνο το σύστημα.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποια πλευρά έχει το μονοπώλιο της δημοκρατικής αρετής. Είναι αν η Δύση συνολικά βρίσκεται σε κρίση αξιών ή σε φάση αναπροσαρμογής. Η πρόκληση είναι κοινή: πώς διατηρείται η ισορροπία μεταξύ κυριαρχίας και κανόνων, ισχύος και θεσμικής λογοδοσίας.
Το «κοίτα ποιος μιλάει» δεν είναι απλώς ρητορική αιχμή. Είναι υπενθύμιση ότι η δημοκρατική αξιοπιστία δεν μετριέται μόνο από την κριτική που ασκείς, αλλά από τη συνέπεια με την οποία υπερασπίζεσαι τις αρχές που επικαλείσαι.
Διαβάστε ακόμη

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών