Η κρίση στο Ιράν, τα πυρηνικά, τα χιλιάδες θύματα , το πετρέλαιο και οι αντιφάσεις

Γράφει ο Στέλιος Φενέκος

Η πρόσφατη κλιμάκωση της έντασης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν συνοδεύεται από μια φαινομενικά αντιφατική μετατόπιση της αμερικανικής ρητορικής.
Ενώ αρχικά η Ουάσιγκτον (και προσωπικά ο Τραμπ) επικαλέστηκε την εσωτερική καταστολή και τις μαζικές εκτελέσεις ως αιτιολογία πιθανής στρατιωτικής δράσης εναντίον του καθεστώτος του Ιράν, μέσα σε λίγες ημέρες το επίκεντρο επανήλθε στο πυρηνικό πρόγραμμα του και στο βεληνεκές των πυραύλων του, με όλα τα άλλα σε δευτερεύουσα μοίρα.

Είναι σημαντικό, ότι αυτή τη στιγμή (με βάση δημόσιες δηλώσεις, διπλωματικά σήματα και αξιόπιστες διαρροές), οι βασικοί διεθνείς παίκτες που έχουν ενδιαφέροντα και επηρεάζονται άμεσα από μία τέτοια κρίση, δεν ευθυγραμμίζονται όλοι με μια αμερικανική επίθεση. Αντίθετα, βλέπουμε διαφορετικούς βαθμούς στήριξης, επιφύλαξης ή και ανησυχίας.

Για πολλούς παρατηρητές επίσης (και κυρίως για τους Ιρανούς πολίτες που ξεσηκώθηκαν ελπίζοντας σε διεθνή στήριξη), αυτή η στροφή μοιάζει με έμμεση αποδοχή της εσωτερικής κυριαρχίας του καθεστώτος, παρά τις τεράστιες αντιδράσεις και τα χιλιάδες θύματα στο Ιράν.
Στην πράξη, όμως, η στροφή αυτή πρόκειται λιγότερο για αντίφαση και περισσότερο για κλασικό παράδειγμα ρεαλιστικής γεωπολιτικής.

Στη διεθνή πολιτική, τα ανθρώπινα δικαιώματα λειτουργούν συχνά ως ηθικό πλαίσιο πίεσης, ενώ τα πυρηνικά και τα όπλα μαζικής ισχύος ως υπαρξιακό ζήτημα ασφάλειας.
Όταν ανοίγει παράθυρο διαλόγου, οι μεγάλες δυνάμεις τείνουν να προτάσσουν το δεύτερο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι εκτελέσεις και η καταστολή παύουν να υπάρχουν· σημαίνει ότι δεν αποτελούν το πιο “διαπραγματεύσιμο” αντικείμενο.
Το πυρηνικό πρόγραμμα, αντίθετα, είναι κάτι που μπορεί να παγώσει, να ελεγχθεί ή να ενταχθεί σε συμφωνία.

Ταυτόχρονα, η αβεβαιότητα γύρω από το κατά πόσο οι προηγούμενες επιθέσεις κατέστρεψαν ολοκληρωτικά τις ιρανικές πυρηνικές υποδομές, κρατά το θέμα στην κορυφή της ατζέντας. Ακόμη και η υποψία ότι μέρος του προγράμματος επιβίωσε, αρκεί για να θεωρηθεί στρατηγική απειλή.

Όλα αυτά, όμως, συνδέονται άμεσα με την ενέργεια και το πετρέλαιο. Η κρίση στον Περσικό Κόλπο προσθέτει στην αγορά το λεγόμενο "risk premium". Αυτό είναι μια προσαύξηση της τιμής που βασίζεται όχι σε πραγματική έλλειψη πετρελαίου, αλλά στον φόβο μελλοντικής διακοπής, ειδικά στα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου.

Εδώ εμφανίζεται μια ακόμη παρεξήγηση.
Συχνά θεωρείται ότι οι μεγάλες αμερικανικές πετρελαϊκές (όπως η ExxonMobil ή η Chevron κ.α.) επωφελούνται από όσο το δυνατόν υψηλότερες τιμές.
Στην πραγματικότητα, τιμές πάνω από 70–80 δολάρια το βαρέλι αρχίζουν να λειτουργούν εις βάρος τους. Οδηγούν σε μείωση ζήτησης, πολιτική πίεση, πληθωρισμό και επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης. ΄
Όλα αυτά τα στοιχεία που υπονομεύουν τη μακροπρόθεσμη κερδοφορία τους. Προτιμούν την σταθερότητα στην άντληση παρά συνθήκες που θα μεταβάλλουν αυτήν την σταθερότητα ή θα δημιουργήσουν εναλλακτικές πηγές οι οποίες ενεργοποιούνται διεθνώς για να καλύψουν την έλλειψη.

Γι’ αυτό και καμία σοβαρή δύναμη δεν επιθυμεί ανεξέλεγκτη κλιμάκωση. Η ένταση μπορεί να είναι «χρήσιμη», αλλά ο πόλεμος που θα έκλεινε το Ορμούζ θα ήταν οικονομικά επώδυνος για όλους.

Το τελικό σύνθετο συμπέρασμα είναι ρεαλιστικό. Η κρίση μπορεί να ξεκίνησε λόγω των εσωτερικών αναταραχών και της προσδοκίας αλλαγής καθεστώτος.
Όμως η δυναμική της κινητοποίησης των πολιτών που επαναστάτησαν για να επιφέρουν σήμαντικές καθεστωτικές αλλαγές, δεν επιβεβαιωσε τις προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί, με χιλιάδες θυματα στους δρόμους κι επίδειξη δύναμης από το καθεστώς, που έχει βαθιά ερείσματα και αντοχές.

Οπότε το πρόγραμμα των πυρηνικών και τα βλήματα επανήλθαν ως πρώτο ζήτημα στην παρούσα κρίση.
Και όπως συνήθως, στις κρίσεις με το Ιράν το πετρέλαιο είναι πάντα αναπόσπαστο μέρος της εξίσωσης.

Διαβάστε ακόμη

Σχόλια