Ελλάδα: Πρωταθλήτρια Ευρώπης στις ανεκπλήρωτες ιατρικές ανάγκες – Τα στοιχεία της Eurostat αποκαλύπτουν την πραγματικότητα πίσω από το αφήγημα

Την ώρα που η κυβέρνηση επιχειρεί να προβάλει μια εικόνα «αναγέννησης» του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ), τα επίσημα στοιχεία της Eurostat για το 2024 έρχονται να καταρρίψουν το κυβερνητικό αφήγημα και να αναδείξουν τη σκληρή πραγματικότητα που βιώνουν καθημερινά εκατομμύρια πολίτες. Η Ελλάδα καταγράφει τη χειρότερη επίδοση σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση στις ανεκπλήρωτες ανάγκες για ιατρική περίθαλψη, με ποσοστό που φτάνει το 21,3% του πληθυσμού άνω των 16 ετών. Πρόκειται για ποσοστό σχεδόν πενταπλάσιο από τον μέσο όρο της ΕΕ, ο οποίος ανέρχεται μόλις στο 3,8%.

Η Eurostat καταγράφει το ποσοστό των πολιτών που δήλωσαν ότι χρειάζονταν ιατρική εξέταση ή θεραπεία, αλλά δεν κατάφεραν να την λάβουν για τρεις βασικούς λόγους:
  • Οικονομικά εμπόδια (αδυναμία κάλυψης του κόστους).
  • Μεγάλες λίστες αναμονής στα δημόσια νοσοκομεία ή περιορισμένη διαθεσιμότητα ραντεβού.
  • Απόσταση από τις δομές υγείας, ιδίως σε νησιωτικές και ορεινές περιοχές.
Η Ελλάδα εμφανίζει υπερβολικά υψηλές τιμές και στους τρεις παράγοντες, γεγονός που δείχνει ότι τα προβλήματα είναι διαρθρωτικά και όχι συγκυριακά.

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική όταν εξετάσει κανείς τις συγκρίσεις με άλλες χώρες. Στη δεύτερη θέση μετά την Ελλάδα ακολουθεί η Φινλανδία με 12,4%, ενώ στην τρίτη βρίσκεται η Εσθονία με 11,2%. Ωστόσο, η Ελλάδα απέχει από αυτές σχεδόν δέκα ποσοστιαίες μονάδες. Στον αντίποδα, χώρες όπως η Κύπρος (0,1–0,2%), η Μάλτα (0,5%) και η Τσεχία (0,6%) καταγράφουν σχεδόν μηδενικά ποσοστά, γεγονός που αναδεικνύει την τεράστια απόσταση που χωρίζει την Ελλάδα από τα θετικά παραδείγματα της ΕΕ.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το χάσμα που αποκαλύπτεται ανάμεσα στους πολίτες που ζουν σε συνθήκες φτώχειας και σε εκείνους που δεν βρίσκονται σε κίνδυνο. Σύμφωνα με τα στοιχεία, 32,3% των Ελλήνων που κινδυνεύουν από φτώχεια δήλωσαν ότι δεν έλαβαν την αναγκαία περίθαλψη, σε αντίθεση με το 19,6% όσων δεν βρίσκονται σε κίνδυνο. Το χάσμα των 12,7 ποσοστιαίων μονάδων είναι το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση και καταδεικνύει πόσο άνισα κατανέμεται η πρόσβαση στην υγεία.

Οι αριθμοί της Eurostat δεν αποτελούν μια ψυχρή στατιστική. Αντιθέτως, αντανακλούν μια καθημερινή εμπειρία για χιλιάδες πολίτες. Οι τεράστιες καθυστερήσεις στα ραντεβού για εξετάσεις, η υποστελέχωση κρίσιμων τμημάτων, οι ελλείψεις σε ιατροτεχνολογικό εξοπλισμό και η αποδυνάμωση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας συνθέτουν ένα σκηνικό παρατεταμένης κρίσης. Δεν είναι τυχαίο ότι εργαζόμενοι στον «Ευαγγελισμό» μίλησαν για «υπουργείο Εμπορίου της Υγείας», κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι απαξιώνει συστηματικά τις δημόσιες δομές, προκειμένου να ανοίξει χώρο για την ιδιωτική επιχειρηματικότητα στον τομέα της υγείας.

Η αντίφαση μεταξύ του κυβερνητικού λόγου και της κοινωνικής πραγματικότητας είναι εντυπωσιακή. Ο υπουργός Υγείας, Άδωνις Γεωργιάδης, έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι «το ΕΣΥ βρίσκεται στην καλύτερη κατάσταση που ήταν ποτέ». Ωστόσο, τα επίσημα ευρωπαϊκά στοιχεία διαψεύδουν πλήρως αυτή τη ρητορική, κατατάσσοντας την Ελλάδα όχι απλώς χαμηλά, αλλά στην τελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η διαφορά μάλιστα από τον μέσο όρο της ΕΕ είναι τόσο μεγάλη που καθιστά δύσκολο το επιχείρημα πως πρόκειται για συγκυριακή απόκλιση.

Πίσω από τα ποσοστά υπάρχουν πραγματικές ιστορίες: ασθενείς που αναγκάζονται να περιμένουν μήνες για μια απλή μαγνητική τομογραφία· οικογένειες που βάζουν βαθιά το χέρι στην τσέπη για να πληρώσουν ιδιωτικά ραντεβού· ηλικιωμένοι σε απομακρυσμένα χωριά που δεν έχουν πρόσβαση σε γιατρό παρά μόνο εάν μετακινηθούν δεκάδες χιλιόμετρα. Αυτές οι ιστορίες συγκροτούν μια καθημερινότητα που δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από στατιστικά τεχνάσματα.

Η εικόνα που παρουσιάζει η Eurostat πρέπει να λειτουργήσει ως καμπανάκι κινδύνου. Χωρίς γενναία ενίσχυση του ΕΣΥ σε προσωπικό, εξοπλισμό και χρηματοδότηση, τα ποσοστά θα συνεχίσουν να παραμένουν σε δυσθεώρητα ύψη. Παράλληλα, απαιτείται στρατηγική για την ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας, ώστε να μειωθεί η πίεση στα νοσοκομεία. Εξίσου σημαντική είναι η δημιουργία ισχυρών αντικινήτρων για την περαιτέρω ιδιωτικοποίηση της υγείας, που οδηγεί σε ένα σύστημα δύο ταχυτήτων: εκείνους που μπορούν να πληρώσουν και εκείνους που αποκλείονται.

Η Ελλάδα κατέχει, δυστυχώς, μια «μαύρη πρωτιά» στην Ευρωπαϊκή Ένωση: σχεδόν ένας στους πέντε πολίτες δηλώνει ότι δεν έλαβε την ιατρική φροντίδα που χρειαζόταν. Αυτό δεν είναι απλώς ένας αριθμός, αλλά μια πραγματικότητα που αφορά την ίδια τη ζωή και την αξιοπρέπεια των ανθρώπων. Όσο η κυβέρνηση επιχειρεί να ωραιοποιήσει την κατάσταση, τόσο η κοινωνία θα βιώνει τις συνέπειες μιας πολιτικής που αφήνει απροστάτευτους τους πιο αδύναμους. Τα στοιχεία της Eurostat δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνείας: το ΕΣΥ χρειάζεται επειγόντως στήριξη, γιατί χωρίς δημόσια υγεία δεν υπάρχει κοινωνική συνοχή ούτε πραγματική ανάπτυξη.

Διαβάστε ακόμη

Σχόλια