Οι εμπρησμοί στην Αλβανία: Στατιστικά που αποκαλύπτουν ατιμωρησία

Η εικόνα των καλοκαιρινών πυρκαγιών στην Αλβανία έχει πλέον μετατραπεί σε μια επαναλαμβανόμενη πραγματικότητα. Κάθε χρόνο, χιλιάδες εκτάρια δασών καταστρέφονται, αφήνοντας πίσω τους ανυπολόγιστες οικολογικές και οικονομικές ζημιές. Ωστόσο, πίσω από τις φλόγες κρύβεται ένα ακόμη πιο ανησυχητικό φαινόμενο: η συστηματική αδυναμία της Δικαιοσύνης να οδηγήσει ενώπιον του νόμου τους υπεύθυνους για εμπρησμό.
Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία της Γενικής Εισαγγελίας, που δόθηκαν στη δημοσιότητα για την περίοδο 2020–2024, η απόσταση ανάμεσα στον αριθμό των ποινικών διαδικασιών και στις τελικές καταδίκες είναι χαοτική. Παρά το γεγονός ότι δεκάδες δικογραφίες σχηματίζονται κάθε χρόνο, ελάχιστες καταλήγουν σε ποινές. Το 2020, για παράδειγμα, καταγράφηκαν 24 ποινικές διαδικασίες, αλλά καμία δεν οδήγησε σε καταδίκη. Μόνο το 2024 σημειώθηκε κάποια πρόοδος, με πέντε καταδίκες για εμπρησμό εξ αμελείας (άρθρο 206/β).

Η τάση αυτή αποκαλύπτει ότι η δικαστική πορεία των υποθέσεων εμπρησμού συχνά «κολλάει» σε ενδιάμεσα στάδια. Μεγάλος αριθμός υποθέσεων είτε απορρίπτεται είτε αναστέλλεται. Ενδεικτικά, το 2022, 23 υποθέσεις που αφορούσαν το άρθρο 206/α («Καταστροφή δασών από πυρκαγιά») απορρίφθηκαν, ενώ το 2024 σημειώθηκαν 18 απορρίψεις και 9 αναστολές. Αυτά τα στοιχεία δείχνουν ότι οι αρχές δυσκολεύονται να συγκεντρώσουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ή να ταυτοποιήσουν τους δράστες.
Η νομική πρόβλεψη, πάντως, είναι σαφής. Ο Ποινικός Κώδικας στο άρθρο 206/α προβλέπει ποινή κάθειρξης έως και 15 ετών για εμπρησμό εκ προθέσεως, ενώ στο άρθρο 206/β προβλέπεται φυλάκιση έως 5 ετών για εμπρησμό εξ αμελείας. Στην πράξη, ωστόσο, οι περισσότερες υποθέσεις δεν φτάνουν καν στο ακροατήριο, ενώ ακόμα κι όταν φτάνουν, συχνά καταλήγουν σε εναλλακτικά μέτρα ή ήπιες ποινές.

Η αντίφαση ανάμεσα στη βαρύτητα της ζημιάς και στην ελαστικότητα της δικαστικής αντιμετώπισης δημιουργεί ένα αίσθημα ατιμωρησίας. Όσο οι εμπρηστές παραμένουν ουσιαστικά στο απυρόβλητο, το φαινόμενο δύσκολα θα περιοριστεί. Η καταστροφή των δασών δεν είναι μόνο περιβαλλοντικό ζήτημα∙ επηρεάζει την οικονομία, τον τουρισμό, αλλά και την ασφάλεια των τοπικών κοινωνιών που βρίσκονται αντιμέτωπες κάθε καλοκαίρι με τον φόβο των φλογών.
Τα στοιχεία της Γενικής Εισαγγελίας αποδεικνύουν ότι τα τελευταία χρόνια έχει υπάρξει μια μεγαλύτερη θεσμική κινητοποίηση. Ο αριθμός των διαδικασιών έχει αυξηθεί, δείχνοντας ότι η πολιτεία αναγνωρίζει τη σοβαρότητα του προβλήματος. Ωστόσο, η έλλειψη ολοκληρωμένων και τεκμηριωμένων φακέλων παραμένει το μεγαλύτερο εμπόδιο.

Η λύση δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στη σκλήρυνση των ποινών, οι οποίες ήδη είναι αυστηρές στα χαρτιά. Αυτό που χρειάζεται είναι ενίσχυση των μηχανισμών έρευνας: αξιοποίηση νέων τεχνολογιών όπως drones και δορυφορικά δεδομένα για την παρακολούθηση των εστιών πυρκαγιάς, καλύτερη εκπαίδευση των ερευνητικών αρχών και πιο στενή συνεργασία με την πυροσβεστική και τις τοπικές κοινότητες. Μόνο έτσι μπορεί να συγκεντρωθεί το απαραίτητο αποδεικτικό υλικό που θα σταθεί στο δικαστήριο.
Η προστασία των δασών της Αλβανίας δεν είναι απλώς ένα περιβαλλοντικό καθήκον, αλλά μια στρατηγική αναγκαιότητα για το μέλλον της χώρας. Αν οι θεσμοί δεν καταφέρουν να σπάσουν τον κύκλο της ατιμωρησίας, τότε κάθε καλοκαίρι θα βλέπουμε το ίδιο σκηνικό: καμένα βουνά, καταστροφή φυσικών οικοσυστημάτων και δράστες που παραμένουν ελεύθεροι. Ο δρόμος προς την αποτελεσματική τιμωρία είναι μακρύς, αλλά χωρίς αποφασιστικότητα, θα συνεχίσει να καίγεται όχι μόνο το φυσικό κεφάλαιο της χώρας, αλλά και η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς.

Διαβάστε ακόμη

Σχόλια