Η καθυστερημένη υποχώρηση της κυβέρνησης στην υπόθεση Ρούτσι

Χρειάστηκαν 22 ημέρες απεργίας πείνας από τον Πάνο Ρούτσι, έναν πατέρα που ζητούσε απλώς να μάθει από τι πέθανε το παιδί του, για να αντιληφθεί η κυβέρνηση το αυτονόητο. Αντί να σταθεί με στοιχειώδη ανθρωπιά απέναντι στον πόνο των θυμάτων των Τεμπών, επέλεξε τη γραφειοκρατική ψυχρότητα και την πολιτική αδιαλλαξία. Μόνο όταν το θέμα άρχισε να προκαλεί πολιτικό σεισμό εντός Νέας Δημοκρατίας και κοινωνική οργή, το Μέγαρο Μαξίμου αναγκάστηκε να υποχωρήσει.
Το «τείχος» που ύψωσε η κυβέρνηση, πίσω από το γράμμα του νόμου και τις απορρίψεις της Δικαιοσύνης, αποδείχθηκε προσχηματικό και υποκριτικό. Από το «όχι» της Προέδρου του Αρείου Πάγου φτάσαμε, ξαφνικά, στο «ναι» της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Λάρισας – χωρίς να έχει αλλάξει τίποτα ουσιαστικά στο νομικό πλαίσιο. Αυτό που άλλαξε ήταν η πολιτική πίεση. Όταν υπουργοί και βουλευτές –με πρώτο τον Νίκο Δένδια– άρχισαν να παίρνουν ανοιχτά θέση υπέρ του Ρούτσι, το κυβερνητικό αφήγημα κατέρρευσε.

Η εικόνα μιας κυβέρνησης που σύρεται πίσω από τις εξελίξεις είναι πλέον εμφανής και ταπεινωτική. Με τα μπρος-πίσω, τους επικοινωνιακούς χειρισμούς και την καθυστερημένη «στροφή», κατάφερε να χάσει και πάλι την ηθική και πολιτική πρωτοβουλία στο ζήτημα των Τεμπών. Ενίσχυσε την αίσθηση ότι προτεραιότητά της δεν είναι η αλήθεια, αλλά ο έλεγχος του πολιτικού κόστους.
Ακόμη χειρότερα, το Μαξίμου άνοιξε νέο εσωκομματικό μέτωπο, νομιμοποιώντας στην πράξη την «γαλάζια» αντιπολίτευση γύρω από τον Δένδια και εκθέτοντας τον ίδιο τον πρωθυπουργό σε εικόνα αδυναμίας. Παράλληλα, ενίσχυσε την αξιοπιστία πολιτικών αντιπάλων, όπως η Ζωή Κωνσταντοπούλου, που είχαν στοχοποιηθεί για «εργαλειοποίηση του πόνου».

Η κυβέρνηση δεν έχασε μόνο τη μάχη των εντυπώσεων· έχασε και το ηθικό έρεισμα. Η υπόθεση Ρούτσι είναι το σύμβολο της πολιτικής τύφλωσης μιας εξουσίας που προτιμά να δείχνει αμετακίνητη, ακόμη κι όταν έχει απέναντί της έναν πατέρα που παλεύει με τη ζωή του για να μάθει την αλήθεια.

Διαβάστε ακόμη

Σχόλια