Ο γάμος της χλιδής μέσα στη φτώχεια: Παύλος και Φρειδερίκη, 1938 — μια Ελλάδα που πεινούσε και ένα Παλάτι που γλεντούσε
Το 1938 ήταν ένας χρόνος σκοτεινός για τον ελληνικό λαό και ιδιαίτερα φωτεινός για τα Ανάκτορα.
Η Ελλάδα υπό την δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά πάλευε με τη φτώχεια, την ανεργία και την άγρια κοινωνική ανισότητα, ενώ στην Ευρώπη διάφοροι «ισχυροί άνδρες» υψώνουν πύρινους λόγους και προετοιμάζουν καταιγίδες: ο Χίτλερ, ο Μουσολίνι, η σκιά ενός επερχόμενου πολέμου.
Κι όμως, στην Αθήνα, ένα γεγονός μονοπωλεί τις επίσημες τελετές: ο γάμος του διαδόχου Παύλου με τη Γερμανίδα πριγκίπισσα Φρειδερίκη του Αννόβερου.
Ένας γάμος που έμελλε να μείνει στην ιστορία όχι για το ρομάντζο, αλλά για τη σκληρή αντίθεση ανάμεσα στη χλιδή του Παλατιού και τη δυστυχία του ελληνικού λαού.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’30 η Ελλάδα βρίσκεται σε μια από τις δυσμενέστερες οικονομικά περιόδους της.
Το κατά κεφαλήν εισόδημα μόλις αγγίζει τα 61 δολάρια ετησίως – συγκλονιστικά χαμηλότερο από των δυτικοευρωπαϊκών χωρών. Έλληνες εργάτες πληρώνονται 50 έως 70 δραχμές τη μέρα, ενώ βασικά αγαθά, όπως κρέας, λάδι και ζάχαρη, είναι πανάκριβα για μια μέση οικογένεια.
Το 60% της ημερήσιας ενέργειας των νοικοκυριών προέρχεται από ψωμί και δημητριακά. Η κατανάλωση κρέατος είναι μόλις 16 κιλά τον χρόνο, όταν στην Αγγλία φτάνει τα 63. Ο «λιτοδίαιτος Έλλην» αναφέρεται συχνά στην ευρωπαϊκή βιβλιογραφία σχεδόν ως ανέκδοτο.
Κι όμως, μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, το Παλάτι ετοιμάζει έναν γάμο που θα κοστίσει –σύμφωνα με τις τότε εφημερίδες– 1,5 εκατ. δραχμές, με το γαμήλιο δώρο να φτάνει τις 855.000 δραχμές. Ποσά αδιανόητα σε μια χώρα που λιμοκτονεί.
Ο Παύλος γνωρίζει τη Φρειδερίκη στο Βερολίνο, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936. Η Γερμανίδα πριγκίπισσα, με σαφείς δεσμούς με νεολαιίστικες οργανώσεις του ναζιστικού καθεστώτος, εντάσσεται χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία στη γερμανική αριστοκρατική σκηνή της εποχής.
Γύρω από τον γάμο κυκλοφορούν πολλές ιστορίες – άλλες ιστορικά επιβεβαιωμένες, άλλες καθαρά κουτσομπολιό της εποχής:
Στις 9 Ιανουαρίου 1938, η Αθήνα στολίζεται όσο μπορεί: άμαξες, παράνυμφοι, καβαλάρηδες, επίσημοι, χρυσοκέντητα ενδύματα.
Η νύφη διασχίζει τους δρόμους με ουρά νυφικού που κρατούν τέσσερις παράνυμφοι.
Τα πλήθη χειροκροτούν – άλλοι με χαρά, άλλοι με περιέργεια, άλλοι από ανάγκη.
Στην τελετή παρίστανται ευρωπαίοι γαλαζοαίματοι από Ρουμανία, Γιουγκοσλαβία, Βέλγιο και σχεδόν όλα τα ανάκτορα που συγκροτούν τον κλειστό κύκλο της τότε ευρωπαϊκής αριστοκρατίας.
Δεξιώσεις στα Ανάκτορα, δεξιώσεις στο Εθνικό Θέατρο, δείπνα, χοροί, επιδείξεις.
Την ίδια στιγμή, χιλιάδες Έλληνες δεν έχουν ούτε παπούτσια, ούτε θέρμανση, ούτε επαρκές φαγητό.
Δεν είναι παράξενο ότι ο βρετανός πρέσβης της εποχής σημειώνει στις αναφορές του ότι «η κοινή γνώμη αντιμετωπίζει τον γάμο με δυσφορία» και ότι «οι πολιτικές συνέπειες της επιλογής νύφης δεν είναι αμελητέες».
Το νέο ζευγάρι εγκαθίσταται στην έπαυλη του Ψυχικού, ζώντας κατά το μεγαλύτερο μέρος με ξενόγλωσση καθημερινότητα και έντονες οικογενειακές εντάσεις.
Οι σχέσεις της Φρειδερίκης με τον βασιλιά Γεώργιο Β΄ παραμένουν τεταμένες σε όλη τη διάρκεια της βασιλείας του.
Και όταν, την Πρωταπριλιά του 1947, ο Γεώργιος Β΄ πεθαίνει ξαφνικά, ο Παύλος και η Φρειδερίκη γίνονται βασιλείς της Ελλάδας.
Η άνοδος στον θρόνο συμπίπτει με μια από τις πιο δύσκολες και τραυματικές περιόδους για τη χώρα: τις αρχές του Εμφυλίου.
Ο γάμος του 1938 δεν έμεινε στη μνήμη των Ελλήνων ως παραμύθι με χρυσές άμαξες· έμεινε ως σύμβολο της αντίθεσης ανάμεσα σε δύο κόσμους: τον κόσμο της ανάγκης και της φτώχειας, και τον κόσμο της βασιλικής επίδειξης.
Για πολλούς, ο γάμος αυτός αντιπροσώπευε την απόσταση ανάμεσα στη μοναρχία και τον λαό που υποτίθεται πως υπηρετούσε.
Μια απόσταση που, δεκαετίες αργότερα, θα οδηγήσει οριστικά στην απόρριψη της δυναστείας από το ελληνικό σώμα.
Οι απόγονοι, οι «ντε Γκρες» της νέας εποχής, συνεχίζουν να εμφανίζονται στη δημόσια συζήτηση, υπενθυμίζοντας ότι το παρελθόν –όσο κι αν αλλάξει όνομα– δεν παύει να απλώνει τη σκιά του
Η Ελλάδα υπό την δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά πάλευε με τη φτώχεια, την ανεργία και την άγρια κοινωνική ανισότητα, ενώ στην Ευρώπη διάφοροι «ισχυροί άνδρες» υψώνουν πύρινους λόγους και προετοιμάζουν καταιγίδες: ο Χίτλερ, ο Μουσολίνι, η σκιά ενός επερχόμενου πολέμου.
Κι όμως, στην Αθήνα, ένα γεγονός μονοπωλεί τις επίσημες τελετές: ο γάμος του διαδόχου Παύλου με τη Γερμανίδα πριγκίπισσα Φρειδερίκη του Αννόβερου.
Ένας γάμος που έμελλε να μείνει στην ιστορία όχι για το ρομάντζο, αλλά για τη σκληρή αντίθεση ανάμεσα στη χλιδή του Παλατιού και τη δυστυχία του ελληνικού λαού.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’30 η Ελλάδα βρίσκεται σε μια από τις δυσμενέστερες οικονομικά περιόδους της.
Το κατά κεφαλήν εισόδημα μόλις αγγίζει τα 61 δολάρια ετησίως – συγκλονιστικά χαμηλότερο από των δυτικοευρωπαϊκών χωρών. Έλληνες εργάτες πληρώνονται 50 έως 70 δραχμές τη μέρα, ενώ βασικά αγαθά, όπως κρέας, λάδι και ζάχαρη, είναι πανάκριβα για μια μέση οικογένεια.
Το 60% της ημερήσιας ενέργειας των νοικοκυριών προέρχεται από ψωμί και δημητριακά. Η κατανάλωση κρέατος είναι μόλις 16 κιλά τον χρόνο, όταν στην Αγγλία φτάνει τα 63. Ο «λιτοδίαιτος Έλλην» αναφέρεται συχνά στην ευρωπαϊκή βιβλιογραφία σχεδόν ως ανέκδοτο.
Κι όμως, μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, το Παλάτι ετοιμάζει έναν γάμο που θα κοστίσει –σύμφωνα με τις τότε εφημερίδες– 1,5 εκατ. δραχμές, με το γαμήλιο δώρο να φτάνει τις 855.000 δραχμές. Ποσά αδιανόητα σε μια χώρα που λιμοκτονεί.
Ο Παύλος γνωρίζει τη Φρειδερίκη στο Βερολίνο, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936. Η Γερμανίδα πριγκίπισσα, με σαφείς δεσμούς με νεολαιίστικες οργανώσεις του ναζιστικού καθεστώτος, εντάσσεται χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία στη γερμανική αριστοκρατική σκηνή της εποχής.
Γύρω από τον γάμο κυκλοφορούν πολλές ιστορίες – άλλες ιστορικά επιβεβαιωμένες, άλλες καθαρά κουτσομπολιό της εποχής:
- Φήμες για προσωπικές επιλογές και σχέσεις του Παύλου.
- Αναφορές ότι η Φρειδερίκη αρχικά προτιμούσε διαφορετικό γαμπρό, τον πρίγκιπα Πέτρο, ο οποίος, σύμφωνα με τις μαρτυρίες της εποχής, την απέρριψε.
- Η έντονη αντιπάθεια του βασιλιά Γεωργίου Β΄ προς τη μέλλουσα νύφη του – καταγεγραμμένη στις τότε διπλωματικές αναφορές.
Στις 9 Ιανουαρίου 1938, η Αθήνα στολίζεται όσο μπορεί: άμαξες, παράνυμφοι, καβαλάρηδες, επίσημοι, χρυσοκέντητα ενδύματα.
Η νύφη διασχίζει τους δρόμους με ουρά νυφικού που κρατούν τέσσερις παράνυμφοι.
Τα πλήθη χειροκροτούν – άλλοι με χαρά, άλλοι με περιέργεια, άλλοι από ανάγκη.
Στην τελετή παρίστανται ευρωπαίοι γαλαζοαίματοι από Ρουμανία, Γιουγκοσλαβία, Βέλγιο και σχεδόν όλα τα ανάκτορα που συγκροτούν τον κλειστό κύκλο της τότε ευρωπαϊκής αριστοκρατίας.
Δεξιώσεις στα Ανάκτορα, δεξιώσεις στο Εθνικό Θέατρο, δείπνα, χοροί, επιδείξεις.
Την ίδια στιγμή, χιλιάδες Έλληνες δεν έχουν ούτε παπούτσια, ούτε θέρμανση, ούτε επαρκές φαγητό.
Δεν είναι παράξενο ότι ο βρετανός πρέσβης της εποχής σημειώνει στις αναφορές του ότι «η κοινή γνώμη αντιμετωπίζει τον γάμο με δυσφορία» και ότι «οι πολιτικές συνέπειες της επιλογής νύφης δεν είναι αμελητέες».
Το νέο ζευγάρι εγκαθίσταται στην έπαυλη του Ψυχικού, ζώντας κατά το μεγαλύτερο μέρος με ξενόγλωσση καθημερινότητα και έντονες οικογενειακές εντάσεις.
Οι σχέσεις της Φρειδερίκης με τον βασιλιά Γεώργιο Β΄ παραμένουν τεταμένες σε όλη τη διάρκεια της βασιλείας του.
Και όταν, την Πρωταπριλιά του 1947, ο Γεώργιος Β΄ πεθαίνει ξαφνικά, ο Παύλος και η Φρειδερίκη γίνονται βασιλείς της Ελλάδας.
Η άνοδος στον θρόνο συμπίπτει με μια από τις πιο δύσκολες και τραυματικές περιόδους για τη χώρα: τις αρχές του Εμφυλίου.
Ο γάμος του 1938 δεν έμεινε στη μνήμη των Ελλήνων ως παραμύθι με χρυσές άμαξες· έμεινε ως σύμβολο της αντίθεσης ανάμεσα σε δύο κόσμους: τον κόσμο της ανάγκης και της φτώχειας, και τον κόσμο της βασιλικής επίδειξης.
Για πολλούς, ο γάμος αυτός αντιπροσώπευε την απόσταση ανάμεσα στη μοναρχία και τον λαό που υποτίθεται πως υπηρετούσε.
Μια απόσταση που, δεκαετίες αργότερα, θα οδηγήσει οριστικά στην απόρριψη της δυναστείας από το ελληνικό σώμα.
Οι απόγονοι, οι «ντε Γκρες» της νέας εποχής, συνεχίζουν να εμφανίζονται στη δημόσια συζήτηση, υπενθυμίζοντας ότι το παρελθόν –όσο κι αν αλλάξει όνομα– δεν παύει να απλώνει τη σκιά του
Διαβάστε ακόμη
👉Ακολουθήστε μας στο twitter

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών