Φώτο Αγίου Γεωργίου Τσιούκας και (δεύτερος) ανάμεσα στους άλλοτε Πρόεδρους Παραρτημάτων ΟΜΟΝΟΙΑΣ, επ ευκαιρία γιορτής του Αγίου!
Χαράλαμπος Αθανασίου, Τ. Λαχανάς, Π. Μπερέτης και Βασίλης Καλυβάς.
(Απόσπασμα από το βιβλίο μου «ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΔΙΑΨΕΥΔΟΝΤΑΙ»!)
Για όσους αγωνιούν για επιστροφή στην ιδιαίτερη Πατρίδα μας!
Χαράλαμπος Αθανασίου, Τ. Λαχανάς, Π. Μπερέτης και Βασίλης Καλυβάς.
(Απόσπασμα από το βιβλίο μου «ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΔΙΑΨΕΥΔΟΝΤΑΙ»!)
Για όσους αγωνιούν για επιστροφή στην ιδιαίτερη Πατρίδα μας!
Αξιοσέβαστε αναγνώστη! Για τα αποσπάσματα που δημοσιεύω δεν διεκδικώ εύσημα! Άλλωστε στα βιβλία μου έχω αναφερθεί τόσο ξεκάθαρα που δεν αφήνω περιθώρια για αμφισβήτηση! Στόχος μου, όπως και σε προηγούμενα άρθρα, είναι η επιστροφή, όσων τολμήσουν, στην πάτρια γη. Που θεωρείς πιο γλυκό το χώμα, όταν η γεύση της παραγωγής (που δοκιμάζεις) σου ευφραίνει το στόμα; Πάντως εγώ, αν και περασμένης ηλικίας, προσπάθησα και… προσπαθώ!
(Για το χθες)…Στις συνοικίες δεν μπορούσαν να αποφύγουν τις εκλογές, οπότε στη συνοικία μου εκλέχτηκα και πρόεδρος. Στις άλλες δύο συνοικίες, στην τρίτη και την τέταρτη, εκλέχτηκαν πρόεδροι οι κ. Θ. Σήτος και Σ. Κυριάζης, με τους οποίους για το Προεδρείο του Παραρτήματος και το Γενικό Προεδρείο είχαμε την ίδια άποψη, εκτός του προέδρου της πρώτης συνοικίας, του αείμνηστου Σ. Κρομμύδα, χωριανός των Γενικών Προέδρου και Γραμματέα, όντας και υποψήφιος για λογιστής της οργάνωσης.
Με τους δυο προέδρους ταυτιστήκαμε πλήρως και κρατούσαμε την ίδια στάση. Ενώ τον άλλο, παρόλο πολύ καλός άνθρωπος, τον είχε προκαταβάλλει πανικός. Έλεγε «μη προκαλούμε και μας εκδικηθούν οι Τσάμηδες, μη διεκδικούμε, κάθε τι θα γίνει όταν θελήσουν οι Αλβανοί, γι’ αυτό μη τους εκνευρίζουμε κ.λ.π.». Για μας ένας λόγος παραπάνω να συμπεράνουμε ότι αυτή ήταν η γραμμή της ηγεσίας, ότι σχετικά με το «καθεστώς» μας στην Αλβανία δεν θα άλλαζε τίποτε. Και με το δίκιο μας γιατί δεν ήταν δυνατό αυτή η εκπροσώπηση να κοιμήθηκε ένα βράδυ υμνώντας το Κόμμα και τον Ενβέρ και να ξύπνησε το πρωί με δημοκρατικές αντιλήψεις. Δηλαδή δεν ήταν δυνατόν να διεκδικούσε από την Επικράτεια δικαιώματα που οι ίδιοι, ως εκπρόσωποι της, τα έχαιραν με το παραπάνω. Και περισσότερο καθώς ψιθυριζόταν ότι είχαν ζητήσει και από τον Υπουργό Εξωτερικών της Ελλάδας να μη επεμβαίνει στα εσωτερικά μας, μάλιστα εξαλείφοντας από το «λεξιλόγιο» και ορισμούς, όπως Β. Ήπειρος και βορειοηπειρωτικό. Εμείς δε γνωρίζαμε ποια ήταν η στρατηγική της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και τι τους συμβούλευε, αλλά βλέποντας ότι παρέμενε απαθή στην συμπεριφορά τους, μάλιστα τους χρηματοδοτούσε και από πάνω, από ένστικτο ακολουθούσαμε τη συνείδησή μας. Και καθώς εργαζόμουν στον Τομέα των Πολιτιστικών Μνημείων, τα απογεύματα μαζί με όλα τα μέλη των προεδρείων, μαζευόμασταν στα γραφεία μου, στην 3η συνοικία, και ανταλλάζαμε απόψεις για οτιδήποτε μας αφορούσε. Εννοείται λαμβάναμε υπόψη την ισορροπία με αλλοεθνείς ομάδες, ποντάροντας ταυτόχρονα στην υπεροχή και το κύρος μας στην πόλη.
Στο προεδρείο της συνοικίας μου συμμετείχε και ο αείμνηστος συνταξιούχος δάσκαλος Ν. Παπαθανάσης, του οποίου η δικτατορία είχε φυλακίσει πατέρα και αδερφό. Αν και δε γνωριζόμουν πριν, όταν εργαζόμουν στην Ε. Ε. Έργων γνώρισα το γιο του, τον Σπάρτακο, ο οποίος έτυχε μια δυο φορές μπροστά μου να ξεδιπλώσει απέραντο εθνικό φρόνημα, μέχρι σημείο που τον συμβούλεψα να βάλει στο στόμα του κλειδαρι!.
Είχα μάθει ότι ο Νάσιος πήγαινε ταχτικά στα Τίρανα και είχε επαφές με κάποιους από τους φερόμενους ως ιδρυτές της οργάνωσης. Μάλιστα αν και τον απέφευγαν, για τη νέα οργανωτική δομή είχε δραστηριοποιηθεί ενεργά, μέχρι που τον απομόνωσαν εντελώς. Με αυτόν και τον πρώην φυλακισμένο Α. Τσάκα (και με αυτόν δεν γνωριζόμουν πριν) ταξιδέψαμε δύο φορές στο Αργυρόκαστρο και συναντήσαμε τον εκεί Πρόεδρο του Παραρτήματος, τον αείμνηστο Θ. Μπεζιάνη, καθώς τότε τον θεωρούσαμε άσχετο με τους υπόλοιπους «Ομονίτες» και υπέρμαχο για την αλλαγή της ηγεσίας.
Στο μεταξύ το Μάρτη-Απρίλη του 1991 είχαν προηγηθεί οι κοινοβουλευτικές εκλογές και η «Ομόνοια» κατόρθωσε να στείλει στη βουλή 5 βουλευτές, δύο από το Αργυρόκαστρο και τρεις από τους Α. Σαράντα. Αυτό θεωρήθηκε θρίαμβος, καθώς σύσσωμα ο ελληνισμός ψήφισε «Ομόνοια». Η αλήθεια είναι ότι ενώ σε όλη την επικράτεια οι φοιτητές και τα νέα κόμματα δημιουργούσαν προβλήματα στο κυβερνών Σ. Κόμμα, στο χώρο μας υπήρχε συναίνεση. Οι δικοί μας απλοί σοσιαλιστές, αν και άρτια οργανωμένοι, επειδή ξαφνιάστηκαν από τις σαρωτικές αλλαγές ή επειδή στην ηγετική ομάδα της «Ομόνοιας» εκλέχτηκαν άτομα που έχαιραν την εκτίμησή τους, επίσης επειδή πολλοί συνειδητοποίησαν ότι υπάρχει ιδιαιτερότητα μεταξύ μας και των Αλβανών, πίστεψαν στην οργάνωση, μέχρι σημείο που καταψήφισαν τους υποψήφιους βουλευτές που κατέβασε το Σ. Κόμμα, αν και δικά μας παιδιά!
Αμέσως μετά τις εκλογές η κυβέρνηση, συνειδητοποιώντας ότι από πλευρά μας δεν υπήρξε καμιά αντίδραση, επωφελούμενη της σύγχυσης εξαιτίας της φυγής μας προς την Ελλάδα, έθεσε σε εφαρμογή τη στρατηγική Αlia, δηλαδή βήμα-βήμα την εκδίωξη μας από τα πάτρια εδάφη. Σε αυτή τη θητεία ψηφίστηκε ο νόμος 7501 του 1991, για το μοίρασμα της περιουσίας των αγροτικών συνεταιρισμών και των Φαρμών. Αυτός ο νόμος λοιπόν, όπου και οι πέντε δικοί μας βουλευτές τον ψήφισαν ασυζητητί, απέκλεισε από τις ιδιοκτησίες στα χωριά, τους περίπου το 30% των ομογενών που είχαν μεταναστεύσει στις πόλεις, που σημαίνει εκδιώχτηκαν μια για πάντα από τις πατρογονικές τους εστίες! Νόμος που σε κάποια χωριά σβαρνίστηκε να εφαρμοστεί, επειδή η γη που τους ανήκε δεν τους δίνονταν στην ίδια περιοχή, οπότε οι χωρικοί αντιδρούσαν. Υπήρχαν και χωριά που τους άλλαζαν τα σύνορα, προς όφελος άλλων χωριών, όπως π.χ. της Κουλουρίτσας και της Κρανιάς, στα οποία για να εφαρμόζονταν ο νόμος οι δικοί μας νομάρχες έφθασαν σε σημείο να στείλουν και αστυνομική δύναμη. Και στις δύο περιπτώσεις οι χωρικοί ξυλοκοπήθηκαν από την αστυνομία. Μάλιστα στις 21.10.93 στην Κρανιά το γεγονός είχε και δυσάρεστη κατάληξη, από τον ξυλοδαρμό απεβίωσε ηλικιωμένη γυναίκα, εκτός του ότι υπήρχαν και προηγούμενες περιπτώσεις, όπως στο Δέλβινο, στο Φοινίκι και στον Μεσοπόταμο. Και καθώς από πλευράς της ηγεσίας της «Ομόνοιας» δεν υπήρχε καν αντίδραση, άρχισε να αυξάνεται και η αγανάχτηση προς την ανυπαρξία της. Πιθανόν να είχε πειστεί και η ελληνική εξωτερική πολιτική ότι κάτι δεν πάει καλά, οπότε ίσως και συνέβαλε, καθώς η ηγεσία της οργάνωσης παραιτήθηκε και στις 3 του Φλεβάρη του 1992 διεξάχθηκαν νέες εκλογές. Προωθήσαμε για πρόεδρο τον πρώην φυλακισμένο Σ. Κυριαζάτη, χωριανός και μαζί γαμπρός του Α. Ζαρμπαλά. Θυμάμαι ότι επειδή το «τραβούσε και δεν το έκοβε, σε μια τυχαία συνάντηση του είχα πει από οικειότητα, «δέξου γιατί αλλιώς θα σε σκοτώσουμε με χελωνοκαύκαλο»! Ο Σωτήρης, πρώην ανώτερο κομματικό στέλεχος της Νομαρχίας, είχε φυλακιστεί το 1987 με άλλους πέντε συγγενείς του, για κάποια επιστολή περί της επικρατούσας πολιτικής κατάστασης στην Ελληνική Μειονότητα. Αλλά ο άνθρωπος που εμπιστεύθηκαν να την φέρει στην Ελλάδα, καθώς θα επισκέπτονταν τον πατέρα του φυγά, την παρέδωσε στην «ασφάλεια», καθώς χαφιές της! Περίεργη υπόθεση γιατί ο Σωτήρης, από τους συμπατριώτες του ήταν ο πιο ευνοούμενος!
Εκλογές έγιναν και για το Προεδρείο του Παραρτήματος. Πρόεδρος εκλέχτηκε ξανά ο Π. Μπερέτης, όταν το περίπου 70% των μελών του, πρώην στελέχη της εξουσίας και του κόμματος, κατοικούσαν μεν στην πόλη, αλλά εργάζονταν στα χωριά. Όσο για εκπροσώπους από τα τρία προεδρεία της πόλης δε γινόταν λόγος, μας θεωρούσαν αντιπολίτευση! Με λίγα λόγια στο Γ. Προεδρείο και στο Π. του Παραρτήματος, αν και η έδρα τους ήταν στην πόλη με περίπου το 40 % του πληθυσμού ομογενείς, έλειπε η εκπροσώπηση από τα προεδρεία της. Πάντως από τις αντιδράσεις μας υποχρεώθηκαν να εγκρίνουν για την πόλη μια Συντονιστική Επιτροπή, η οποία λειτούργησε μόνο έξι μήνες, καθώς μετά την κατάργησαν εξαιτίας μου, όπως θα γίνει αναφορά κάπου πιο κάτω!
Αποφασίστηκε λοιπόν πάνω από τα προεδρεία της πόλης να τεθεί Συντονιστική Επιτροπή, αποτελούμενη από εκπροσώπους των τεσσάρων συνοικιών. Για πρόεδρο μας επέβαλαν έναν συμπατριώτη μου μηχανολόγο μηχανικό, πρώην στέλεχος στο Ορυχείο Αλατιού της Δρόβιανης. Αν και δεν τον γνώριζα το χάρηκα, καθώς γνώριζα τους γονείς του και είχα ακούσει ότι ήταν μετριόφρων, ότι ήταν έξυπνος και λογικός! Δε γνώριζα όμως ότι ήταν στέλεχος στο νεοϊδρυθέν Κ.Ε.Α.Δ., το οποίο εμείς της πόλης το θεωρούσαμε αλβανικό. Πάντως εγώ εκλέχτηκα Γραμματέας και τα άλλα 4 μέλη εκπροσωπούσαν τις συνοικίες.
Ήταν η περίοδος που το Κ.Ε.Α.Δ. εμφανίστηκε από το πουθενά, αν και είχαμε ακούσει πως είχε οργανωθεί σε όλη την επικράτεια, με συμμετέχοντες μειονοτικούς, Βλάχους, Αθίγγανους, Μαυροβούνιους, αυτοαποκαλούμενους Μακεδόνες, Τσάμηδες και διάφορους. Μας το παρουσίασαν ως κόμμα «φάντασμα», ότι είναι η ίδια η «Ομόνοια», μιας και βάση του νόμου που ψήφισε η βουλή, περί απαγόρευσης συμμετοχής θρησκευτικών, τοπικών και εθνικών κομμάτων, δεν της επιτρέπονταν να κατέβει στις εκλογές ανεξάρτητη. Εμείς της πόλης δεν το χάψαμε και δε συνεργαστήκαμε μαζί του. Πιστέψαμε πως και αυτή η κίνηση ήταν παγίδα, εννοείται σφυγμομετρώντας και την αγανάχτηση των ομογενών έναντι της οργάνωσης! Το θεωρήσαμε κόμμα το οποίο, με τόσες μειονοτικές ομάδες και χωρίς συγκεκριμένη εθνική ταυτότητα και χωρίς διεκδικήσεις, δεν έπειθε ότι ήταν δικό μας.
Όπως ανέφερα και πιο πάνω, «υποτίθεται» ότι ήταν κόμμα «φάντασμα», αλλά ήταν πολύχρωμο και είχε απλώσει τα δίχτυα σε όλη την Αλβανία, οπότε δεν διαψευστήκαμε! Αμέσως καπέλωσε την «Ομόνοια» και μαζί της συνεργαζόταν μόνο για τις υποψηφιότητες βουλευτών και αιρετών του χώρου μας, επίσης σε κάθε προεκλογική εκστρατεία. Μάλιστα οι νεοεκλεγμένοι βουλευτές και οι αιρετοί, αμέσως θέτονταν υπό την δικαιοδοσία του, που σήμαινε εφάρμοζαν την γραμμή του, η οποία αν και σχετίζονταν με τα ανθρώπινα δικαιώματα, σχετίζονταν μέχρι σημείο που δεν βλάπτονταν τα αλβανικά συμφέροντα. Ο αλβανικός παράγοντας διαμέσου αυτού του κόμματος, όσο και αν ο νέος Πρόεδρος της «Ομόνοιας» προσπαθούσε να το θέσει υπό τον έλεγχο της οργάνωσης, βήμα-βήμα κατόρθωσε να μετατρέψει σε «φάντασμα» την «Ομόνοια» ή από πολιτική σε πολιτιστική οργάνωση, χωρίς καμιά δραστηριότητα και σε αυτόν τον τομέα.
ΜΑΗΣ-ΙΟΥΝΗΣ 1992, ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ!
«Εκλογές που έφεραν στην εξουσία το Δημοκρατικό Κόμμα».
Μιας και γίνεται λόγος για τους Α. Σαράντα και το Δέλβινο, ο υποψήφιος βουλευτής που κατέβασε το Κ.Ε.Α.Δ. είχε τον τρόπο και την αριστοτεχνία να προβληθεί. Γεγονός που και εμείς, παρ όλες τις αντιθέσεις και τις αντιδράσεις, κινητοποιηθήκαμε και κερδίσαμε τις εκλογές. Μάλιστα εγώ ως εκπρόσωπος της «Ομόνοιας» πήγα στο χωριό Πλάκα, παροτρύνοντας ευθέως τους χωριανούς να τον ψηφίσουν, αντί αυτόν που είχε κατεβάσει το Σ. Κόμμα, παρόλο συγγενής τους. Όσο για το Δ. Κόμμα δεν κατέβασε δικό του υποψήφιο, γεγονός που οι σοσιαλιστές το κατήγγειλαν ως μυστική συμφωνία με το Κ.Ε.Α.Δ.
Πάντως ο ελληνισμός του Νομού συσπειρώθηκε και το 97% ψήφισε τον δικό μας υποψήφιο. Έτσι που στο Κοινοβούλιο στείλαμε ξανά δυο δικούς μας βουλευτές, έναν από τους Α. Σαράντα και έναν από το Αργυρόκαστρο. Βουλευτές που όταν η αλβανική κυβέρνηση προχώρησε στη διχοτόμηση του ενιαίου των μειονοτικών περιοχών δεν αντέδρασαν, ψήφισαν και αυτοί για την διχοτόμηση του Νομού των Α. Σαράντα, δημιουργώντας και Νομό του Δελβίνου. Ενώ αυτοί οι νομοί πάντοτε ήταν υπό την δικαιοδοσία της Περιφέρειας Αργυροκάστρου, όπου το κέντρο της απέχει περίπου 60 χμ., τώρα πέρασαν υπό την δικαιοδοσία της Περιφέρειας της Αυλώνας, όπου το κέντρο της απέχει πάνω από 130 χμ. Αυτό είναι το δεύτερο μεγάλο χαστούκι για την Ε. Μειονότητα, αναμένοντας και τα υπόλοιπα. Χαστούκι υπό την έννοια ότι απομόνωσαν μεν τη Δρόπολη και το Πωγώνι από τις Μειονοτικές περιοχές των Αγίων Σαράντα και Δελβίνου, αλλά διαίρεσαν και το ενιαίο των χωριών του Βούρκου, μεταθέτοντας κάποια χωριά στον Νομό του Δελβίνου.
Στην πόλη δραστηριοποιηθήκαμε δυναμικά. Ήμουν επικοινωνιακός, ήμουν έντιμος, έχαιρα την εκτίμηση των ομογενών, ευτυχώς και όλων των πολιτών. Ως εκπρόσωπος της Συντονιστικής της πόλης είχα επισκεφτεί την Κέρκυρα, την Ηγουμενίτσα και τα Ιωάννινα, όπου είχα επαφές με δημάρχους και κομματικούς παράγοντες. Μαζί με την ενημέρωση τους έλεγα και το σκεπτικό μου για το πώς μπορούσαν να βάλουν πρώτοι το πόδι στο χώρο μας, πριν τους προλάβει άλλο γειτονικό κράτος, εννοούσα την Ιταλία. Πόνταρα στις δυνατότητες που θα πρόσφεραν οι παραγωγικές μας πεδιάδες, όπως εφοδιασμό με κηπευτικά, δυνατότητες που θα πρόσφεραν τα πολιτιστικά μας μνημεία για τουρισμό, οι φυσικές καλλονές και οι υδάτινες πηγές των ορεινών περιοχών μας κ.α. Πίστευα ότι είχαμε το δικαίωμα και τον δυναμισμό να διεκδικήσομε και να προστατεύσομε κάθε συνεργασία που θα μας κρατούσε στον τόπο, συνεργασία που θα επωφελούνταν και οι συγκάτοικοι Αλβανοί των περιοχών μας. Πίστευα και τα διεκδικούσα από τους αιρετούς μας, χωρίς να γνωρίζω ότι πάνω από τα πιστεύω μου εφαρμόζονταν η στρατηγική των εντολοδόχων.
Στα Ιωάννινα ο Παπαθανάσης με γνώρισε με τον αντιπρόεδρο του Ι. Β. Ε., τον αείμνηστο Μ. Ζώτο, ο πατριωτισμός και η ευγένεια του οποίου δεν περιγράφονται. Του παρέδωσα μια έκθεση για την κατάσταση του χώρου, επίσης και προτάσεις. όπως πιο πάνω! Του ζήτησα να βοηθήσει οικονομικά για την ανέγερση στην πόλη μας ενός πολιτιστικού κέντρου, το οποίο θα περιείχε γκαράζ, αίθουσα συγκεντρώσεων, βιβλιοθήκη, αίθουσα για εθνολογικό μουσείο, ρέσταραν-καφετέρια, γραφεία για το Γενικό Προεδρείο και το Π. του Παραρτήματος, ξενώνα κ.λ.π. Ο Μενέλαος μου υποσχέθηκε ότι θα βρει τα χρήματα, αφού πρωτίστως εξασφαλίσομε το οικόπεδο.
Επέστρεψα αισιόδοξος στους Α. Σαράντα και για τις δραστηριότητές μας σύνταξα ολόκληρο πρόγραμμα! Εκτός της εξασφάλισης του οικοπέδου, είχα προγραμματίσει για την πόλη και ανθρωπιστική βοήθεια, καθώς και μια φορά που είχε έρθει από τα Ιωάννινα ο τότε Δήμαρχος Καciupi την είχε αποθηκεύσει την ημέρα στην πρώην «έπαυλη αρχηγών», για να την κλέψουν οι «αόρατοι» την νύχτα. Επίσης οι δήμοι των πόλεων που είχα επισκεφθεί μου είχαν υποσχεθεί για εποχιακή εργασία, για παραθέριση μαθητών σε θερινές εγκαταστάσεις, για πολιτιστικές και θρησκευτικές δραστηριότητες, για οικονομική στήριξη, για την απογραφή των ομογενών και διάφορα.
Για ενημέρωση έδωσα το πρόγραμμα στον πρόεδρο της Συντονιστικής, ενώ ειδοποιήσαμε και τα προεδρεία της πόλης, ώστε την επόμενη να παρουσιάσω το πρόγραμμα. Ο πρόεδρος όμως, χωρίς να μας συμβουλευτεί, είχε προσκαλέσει για να πάρουν μέρος στην συνάντηση τον Πρόεδρο του Παραρτήματος, τον Γενικό Γ. της «Ομόνοιας» και τον αντιπρόεδρο του Κ.Ε.Α.Δ., τον οποίο έβλεπα για πρώτη φορά. Κάποιος που δεν είχε γνώση για τις σχέσεις μας με αυτό το κόμμα, θα θεωρούσε την πρόσκληση φυσιολογική και αναγκαία. Αποδείχτηκε όμως ότι ο πρόεδρός μας τους έφερε να μας κόψουν τη φόρα, καθώς είχαμε δηλώσει ως πόλη, ότι το κόμμα είναι αλβανικό και όχι δικό μας, Εκτός του ότι και οι αποφάσεις για τους ομογενείς της πόλης παραήταν τολμηρές!
Περίμενα ο πρόεδρος να ανοίξει τη συγκέντρωση και να μου δώσει τον λόγο, αλλά όταν είδα ότι παρουσίασε το πρόγραμμα μόνος του ξαφνιάστηκα. Εντούτοις συγκρατήθηκα μέχρι που τελείωσε και πήρα το λόγο για περαιτέρω διευκρινίσεις. Εξ απρόοπτου ο αντιπρόεδρος του κόμματος, ο Δημήτρης, σαν να διεύθυνε τη συγκέντρωση και σαν αλαζόνας, μου είπε ότι δε χρειάζεται, καθώς ακούσαμε τον Πρόεδρο! Κατάλαβα ότι ήταν προετοιμασμένοι να σαμποτάρουν τη συγκέντρωση, οπότε του απάντησα ότι, «είσαι καλεσμένος και αν θέλεις να ακούσεις κάθισε». Το ίδιο του απάντησαν και οι άλλοι δυο πρόεδροι των συνοικιών, έτσι που οι «καλεσμένοι» αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Υποχώρηση όμως που προμήνυε και το τέλος της Συντονιστικής.
Παρόλο το συμβάν εγώ δεν ενέδωσα. Πήγα στον τότε Νομάρχη και του υπέδειξα να μας εγκρίνει ένα οικόπεδο στην ακροθαλασσιά, για το πολιτιστικό κέντρο. «Τσάμης» μεν ο Νομάρχης (θα διαπιστώσετε πιο κάτω γιατί αυτή η αναφορά), αλλά διατεθειμένος να βοηθήσει. Μου είπε να κάνουμε τη μελέτη και να τη δώσουμε στον τότε πολεοδόμο της Νομαρχίας (Τσάμης και αυτός), ώστε να την περάσουν προς έγκριση. Φώναξα τότε τον γνωστό δικό μας αρχιτέκτονα, τον αείμνηστο Ζ. Μέλλο, ο οποίος προθυμοποιήθηκε και κάναμε μαζί το προσχέδιο συνοδευόμενο από έκθεση, και τα παρέδωσα στη Νομαρχία. Επειδή όμως πλησίαζαν οι δημοτικές και οι νομαρχιακές εκλογές, «δυστυχώς» το Νομαρχιακό Συμβούλιο δεν μαζεύτηκε ξανά. Το θεώρησα ως καλό οιωνό, καθώς αναμέναμε τις εκλογές να τις κερδίσουμε εμείς. Για το τι σημαίνει «δυστυχώς», θα το διαπιστώσετε στη συνέχεια.
ΕΚΛΟΓΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ!
Το τιμόνι της Συντονιστικής της πόλης το κρατούσα καλά και μαζί με τους άλλους συνεργάτες, εφαρμόζαμε με συνέπεια το πρόγραμμα όπως: Έγινε η μελέτη για το οικόπεδο και παραδόθηκε προς έγκριση, φέραμε την ανθρωπιστική βοήθεια σε τρόφιμα και για πρώτη φορά τη μοιράσαμε στους πολίτες, παρόλα τα εμπόδια από το Ε.Υ.Α.Π.Ο.Ε. Ιωαννίνων, το οποίο επέμενε ότι η βοήθεια έπρεπε να έρθει διαμέσου Νομαρχίας, έγινε η απογραφή των ομογενών της πόλης, στείλαμε στην Κέρκυρα δικά μας παιδιά για παραθέριση, τα μέλη της «Ομόνοιας» της πόλης άρχισαν να δίνουν συνδρομές, μοιράζαμε με πλήρη διαφάνεια τις λίγες βίζες που προγραμμάτιζε το Παράρτημα, κάναμε πάρα πολλά και χαίραμε την πλήρη εμπιστοσύνη των πολιτών.
Σχετικά με το Ε.Υ.Α.Π.Ο.Ε. τα κουτσομπολιά έδιναν και έπαιρναν, κυρίως για το φαγοπότι και τη διαφθορά κάποιων ηγετικών στελεχών της «Ομόνοιας»! Και δεν ήταν αβάσιμα, καθώς κατά περίεργο τρόπο εκλάπησαν από τα γραφεία της Ομόνοιας όλα τα λογιστικά αποδειχτικά, οπότε χάθηκε και κάθε αποδειχτικό για την λεηλασία βοηθειών και οικοδομικών υλικών. Για τον ίδιο λόγο κάποιος έβαλε φωτιά και στις αποθήκες του Βρυονιού, εκτός του ότι η ηγετική μας εκπροσώπησή γύριζε κάθε τόσο από τα Ιωάννινα με τα αυτοκίνητα φορτωμένα με τρόφιμα, αυτοκίνητα που τους είχε χαρίσει ο ίδιος φορέας.
Έτυχε να βρεθώ στα Ιωάννινα και μπήκα σε γνωστό ξενοδοχείο, για να γευματίσω. Σε ένα από τα τραπέζια του Χολ αντίκρισα να γευματίζει η ηγετική ομάδα της «Ομόνοιας», μαζί με τους Πρόεδρο και Αντιπρόεδρο του Ι. Β. Ερευνών Αισθάνθηκα άβολα και δεν πρόλαβα να βγω έξω, καθώς άκουσα να με φωνάζει ο Αντιπρόεδρος του Ιδρύματος, ο αείμνηστος Μ. Ζώτος. Αναγκάστηκα να πλησιάσω στο τραπέζι τους για να τους χαιρετίσω, αλλά μετά από παρακάλια υποχρεώθηκα να καθίσω μαζί τους. Κάποια στιγμή ήρθε και ο τότε πρόεδρος του Ε.Υ.Α.Π.Ο.Ε.
Με σύστηνε ο αντιπρόεδρος του Ι. Βορειοηπειρωτικών Ερευνών, αν και εγώ χαριτολογώντας, του απάντησα πως τον γνωρίζω, αλλά για να είναι ευπρόσδεκτος στην πόλη μας, πρόσθεσα, του συνιστώ να φέρει την ανθρωπιστική βοήθεια πριν από τις τοπικές εκλογές. Ξαφνιάστηκαν όλοι με τον τρόπο που εξηγήθηκα, αλλά ο Πρόεδρος του Ε.Υ.Α.Π.Ο.Ε. δεν έβγαλε τσιμουδιά. Η αλήθεια είναι ότι στην πόλη μας έρχονταν ταχτικά και τον είχα συναντήσει. Μου είχε αρνηθεί την περιβόητη βοήθεια, λέγοντας ότι σκόπευε να τη φέρει δια μέσου του νομαρχιακού εκπροσώπου, μειονοτικός μεν, αλλά στέλεχος του Σ. Κόμματος. Εγώ όμως του απάντησα, ότι για να κερδίσομε τις εκλογές πρέπει η βοήθεια να έρθει στο όνομα μας και όχι στο όνομα των σοσιαλιστών, πράγμα που έγινε, όπως εξήγησα και πιο πάνω.
Αναφέρθηκα κάπου πιο πάνω το πώς διορίστηκα στην Εφορεία Π. Μνημείων και πώς κατόρθωσα να χαίρω την εκτίμηση του Ινστιτούτου Μνημείων. Με τις κοσμογονικές αλλαγές όμως, καθώς είχαν παραλυθεί τα πάντα, το Ινστιτούτο με εξουσιοδότησε εν λευκό να ταξιδέψω στην Ελλάδα και να διαπραγματευτώ, ώστε να αρχίζαμε κάποια συνεργασία με την εκεί Διεύθυνση Μνημείων του Υ. Πολιτισμού, πράγμα που το κατόρθωσα.
Ήταν τότε Υ. Πολιτισμού η κ. Μπακογιάνη, την οποία δεν συνάντησα, καθώς δεν ήταν παρόν, αλλά της άφησα στον Γενικό Γ. του Υπουργείου μια επιστολή. Όταν εκείνος την ενημέρωσε για την επιστολή, η κ. Μπακογιάνη βρήκε τρόπο και μου έστειλε στους Α. Σαράντα μια χειρόγραφη ευχαριστήρια επιστολή, όπου για μένα σήμαινε μεγάλη ικανοποίηση. Έτυχε όμως την επόμενη μέρα να συλλάβουν τους πέντε της «Ομόνοιας» και βιάστηκα να την καταστρέψω, καθώς στις μία μετά τα μεσάνυχτα εκείνης της νύχτας, χωρίς να γνωρίζω τίποτε για την σύλληψη των πέντε, σήμανε και σ’ εμένα το τηλέφωνο της αστυνομίας, δήθεν κατά λάθος, μάλλον να με τρομοκρατήσουν για τις ανεξάρτητες κινήσεις μου. Όταν έμαθα το πρωί τι συνέβηκε, το πρώτο που έκανα ήταν να καταστρέψω την επιστολή και οτιδήποτε σχετιζόταν με το Ί. Β.Ε. Ιωαννίνων.
Η Υπουργός όμως, ανταποκρίθηκε στο αίτημα μου. Ενέκρινε πρόγραμμα ύψους 5.000.000 δραχμών και ανάθεσε στην Εφορεία Ιωαννίνων, με την οποία είχα συνάψει επίσης σχέσεις, να φέρει εις πέρα την συνεργασία με το Ι. Μνημείων Τιράνων, εννοείται δια μέσου της δικιάς μας Εφορείας. Το πρόγραμμα περιελάμβανε ανταλλαγή αντιπροσωπιών και μαζί την φωτογράφηση και την απογραφή των μνημείων στις περιοχές μας. Συνεργασία που διεκόπη μετά την πρώτη επαφή των εκπροσώπων από το Ινστιτούτο μας στα Ιωάννινα, καθώς στην εξουσία ήρθε το ΠΑ.ΣΟ.Κ και. μπλοκάρισε τα χρήματα. Παρ όλες τις προσπάθειές μου εκ’ νέου, η κυβέρνηση απέδειξε ότι δεν την ενδιέφερε ο δικός μας αρχαίος πολιτισμός, ο δικός μας ελληνικός πολιτισμός! Δυστυχώς δεν ενδιέφερε ούτε την ηγεσία της «Ομόνοιας», καθώς γινόταν λόγος για εκκλησίες υπό την προστασία του Ι. Μνημείων.
Ταυτόχρονα είχα συνάψει σχέσεις και με τα Τ.Ε.Ι. Αθήνας, ώστε η πραχτική των φοιτητών για την συντήρηση πέτρας και ψηφιδωτών, να γίνονταν στα δικά μας μνημεία, στο Βουθρωτό και τους Α. Σαράντα, αλλά να προχωρούσαμε και σε μελέτες για διάφορες αναστηλώσεις. Μάλιστα ο τότε πρόεδρος των Τ.Ε.Ϊ, ο κ. Ντόβας, επίσης οι καθηγητές κ. Χαραλάμπους, Νομπιλάκης και Παναγιάρης, για αυτή την πρωτοβουλία είχαν εκτιμήσει πάρα πολύ το ενδιαφέρον μου, οπότε με θεώρησαν και αρχιτέκτων, αν κατόρθωνα την διακρατική συνεργασία.
Στο προσκήνιο όμως και οι εκλογές, για την τοπική αυτοδιοίκηση! Διεξήχθησαν στις 27 Ιουλίου του 1992, οπότε είχε αρχίσει και η προεκλογική εκστρατεία. Στην πόλη μας, παρόλο που είχαν ενσωματωθεί και τα περίχωρα, Μετόχι, Σελεγκάρι, η Τσιούκα και τα Εξαμίλια, κατορθώσαμε να βγάλουμε δικό μας Δήμαρχο. Ο πιο κατάλληλος που μπορούσε να προσελκύσει τους ψηφοφόρους, θεωρήθηκε ο αείμνηστος πνευμονολόγος Λ. Γκιάτης, εξαιτίας και της γνωριμίας του με όλους τους πολίτες. Η εκλογή του όμως έγινε γεγονός στον δεύτερο γύρο εκλογών στην Τσιούκα με αντίπαλους τους σοσιαλιστές, οι οποίοι δεν περίμεναν ότι εμείς θα ανατρέπαμε το αποτέλεσμα και ήθελαν να μας επιβληθούν δια της βίας.
Για να κερδίζαμε τις εκλογές όμως, ο ρόλος από τον πρώτο γύρω ανατέθηκε στην Συντονιστική Επιτροπή. Επομένως επειδή από προηγούμενες συναντήσεις στην Κέρκυρα γνωριζόμουν με παράγοντες του κόμματος της Ν. Δημοκρατίας, έπεισα τον υποψήφιο Δήμαρχο και τον Πρόεδρο της Συντονιστικής, να επιχειρήσουμε μια επίσκεψη γνωριμίας και συνδρομής.
Από απειρία μου δεν κατορθώσαμε να έχομε επαφές με παράγοντες του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και του Κ.Κ.Ε., καθώς τότε πίστευα ότι για όσα υποφέραμε υπό το καθεστώς της δικτατορίας, ευθύνονταν αυτά τα δυο κόμματα. Πάντως ο υποψήφιος Δήμαρχος, συνάντησε συγγενή του φαρμακοποιό, από γονείς που είχαν φύγει πριν από τον πόλεμο, ο οποίος ήταν και στέλεχος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. ο οποίος για την προεκλογική καμπάνια μας βοήθησε με υλικό και με χρήματα. Επαφές είχαμε και με τον τότε Δήμαρχο, τον κ. Χρύσανθο, καθώς και αυτόν τον γνώριζα από προηγούμενη συνάντηση.
Στην Κέρκυρα δώσαμε και συνέντευξη σε τηλεοπτικό κανάλι. Αλλά εφόσον δημοσιογράφος ήμουνα, γυρίζοντας στους Α. Σαράντα προετοίμασα και την ομιλία για τον υποψήφιο Δήμαρχο, με τις προεκλογικές υποσχέσεις, ομιλία που στην προεκλογική συγκέντρωση που οργανώθηκε στο κινηματοθέατρο, είχε μεγάλη απήχηση. Έτσι που με την περιβόητη βοήθεια σε τρόφιμα και τις προεκλογικές υποσχέσεις, επίσης το ότι με εμάς θα κερδίσουν πολλά, πείσαμε τους πολίτες να μας ψηφίσουν, εννοείται εφόσον είχαμε πειστεί και μόνοι μας ότι θα κερδίζαμε τις εκλογές.
Όπως έγινε αναφορά και πιο πάνω, τις εκλογές δεν τις κερδίσαμε με τον πρώτο γύρω. Επαναλήφθηκαν την δεύτερη Κυριακή στην Τσιούκα, όπου το Σ. Κόμμα είχε συστρατεύσει όλο το βαρύ πυροβολικό του. Με τον υποψήφιο Δήμαρχο είχαμε βρεθεί στο Μετόχι για να ελέγχαμε αν λειτουργεί το ληξιαρχείο, ώστε αν κάποιος ψηφοφόρος από τους ερχόμενους δεν είχε μαζί του την ταυτότητα, να έπαιρνε πιστοποιητικό γέννησης. Φυσικά και το βρήκαμε κλειστό, καθώς ελέγχονταν από τους σοσιαλιστές. Αλλά καθώς ενδιαφερόμασταν για την εύρεση των υπαλλήλων, μας ειδοποίησαν από το εκλογικό κέντρο της Τσιούκας, ότι οι σοσιαλιστές της εκλογικής επιτροπής δεν άφηναν τους Τσιουκιώτες να ψηφίσουν, κυρίως αυτούς που είχαν έρθει από την Κέρκυρα και δεν είχαν τις ταυτότητες μαζί τους. Τότε αφήσαμε το Μετόχι και φθάσαμε στο εκλογικό κέντρο, όπου έξω συναντήσαμε δυσαρεστημένους Τσιουκιώτες για την ανυπαρξία της ηγεσίας της «Ομόνοιας» και του Κόμματος Α. Δικαιωμάτων, καθώς αν και παρών έπιναν ξένοιαστοι ούζο σε πρόχειρο καφενείο 20 μ. πιο πέρα, πεπεισμένοι ότι αδύνατον να τα βάλουν με τους σοσιαλιστές που ήδη κυβερνούσαν. Μάλλον λαμβάνοντας υπόψη και τις μετέπειτα σχέσεις τους με το Σ. Κόμμα, προσποιούνταν ότι δεν μπορούσαν!
Δε θυμάμαι τι τους είπα και κατευθύνθηκα στο εκλογικό κέντρο! Βλέπω στην εκλογική επιτροπή δύο σοσιαλιστές από την πόλη και ξαφνιάστηκα γιατί τους γνώριζα, καθώς ο ένας ήταν και γείτονάς μου. Τους ρωτάω γιατί δεν είναι στην επιτροπή σοσιαλιστές από την Τσιούκα και παίρνω την απάντηση ότι «εμάς έστειλε η Νομαρχιακή Σοσιαλιστική». Τότε ρωτάω θυμωμένος τους υπόλοιπους της επιτροπής, για το ποιος είναι ο πρόεδρος του εκλογικού κέντρου. Μου απάντησε ο Τσιουκιώτης πρόεδρος, το επώνυμο Λιάμπος και τον ρώτησα αν είναι από την Τσιούκα. Ναι μου απάντησε! Τότε τον τσάντισα άπρεπα, λέγοντας ότι «εφόσον επιτρέπεις να σου διώχνουν τους χωριανούς σου ψηφοφόρους σήκω να σε δω τι φοράς, παντελόνι ή φουστάνι»! Ο άνθρωπος κοκκίνισε αλλά δεν προσβλήθηκε. Πήρε θάρρος και βγήκε έξω, επιστρέφοντας αυτούς που είχαν φύγει χωρίς να ψηφίσουν. Τότε ένας από τους σοσιαλιστές βγήκε και τηλεφώνησε στον πρόεδρο της Ν. Σοσιαλιστικής, ο οποίος σε ένα τέταρτο ήρθε με το τζιπ και αμέσως μπήκε στο εκλογικό κέντρο. Αλλά και εγώ μόλις αντίκρισα το τζιπ και γνώρισα ποιανού είναι, πίσω του!
Στο εκλογικό κέντρο του είπαν οι δικοί του τι συνέβηκε και αυτός τους έδωσε διαταγή όσοι δεν έχουν ταυτότητα να μη τους επιτρέψουν να ψηφίσουν. Τότε του έβαλα τις φωνές να βγει έξω από το εκλογικό κέντρο, οπότε μου ανταπάντησε να βγω εγώ, καθώς αυτός είχε εξουσιοδότηση από την Επαρχιακή Επιτροπή Εκλογών. Εγώ πρώτος και εσύ πίσω μου, του απάντησα! Θα αφήσομε τους Τσιουκιώτες να ψηφίσουν όποιο κόμμα εμπιστεύονται. Ήταν τόσο φωναχτή η απάντησή μου, όπου η ακολουθία του έξω από το κέντρο προσπαθούσε να με καθησυχάσει, καθώς γνωριζόμουνα. Εντωμεταξύ οι Τσιουκιώτες πήραν θάρρος και ψήφιζαν χωρίς να τους εμποδίσει κανένας.
Επέστρεψα στο καφενείο και σε μισή ώρα βλέπω περίπου 40 στρατιώτες με επικεφαλής τον Διοικητή της Παραθαλάσσιας Στρατιωτικής Μονάδας, να κατευθύνονται προς το εκλογικό κέντρο αποφασισμένοι να ψηφίσουν με το έτσι θέλω. Αυθόρμητα πήγα ξανά στο εκλογικό κέντρο και αφού ρώτησα τον πρόεδρο, μου είπε ότι δεν είναι γραμμένοι στις λίστες. Τότε βγήκα στην πόρτα και απευθύνθηκα με θυμό στον Διοικητή, λέγοντάς αν με το πυροβολικό του είχε περικυκλώσει και την Τσιούκα. Επανέλαβα να αφήσουμε τους Τσιουκιώτες να ψηφίσουν όποιον συνδυασμό θέλουν και αποσύρθηκα. Έτσι με αυθόρμητη τρέλα, μη υπολογίζοντας ότι θα είχα και συνέπειες, κερδίσαμε τις εκλογές.
Η συμπεριφορά μου όμως, έναντι του Προέδρου του Σ. Κόμματος και του Διοικητή της Στρατιωτικής Μονάδας, αργότερα μου κόστισε πολύ. Ο Δήμαρχος μας και κάποιοι αιρετοί, παρασκηνιακά επανήλθαν στις τάξεις των σοσιαλιστών, εκεί που ανήκαν και πριν, ενώ εγώ με την επανάληψη μελέτης και διανομής των οικοπέδων από το επόμενο Δημαρχείο, αποκλείστηκα από το οικόπεδο που είχα πάρει επί εξουσίας μας. Και όχι μόνο!
Το 1997 με την ανεξέλεγκτη κατάσταση που δημιουργήθηκε εξαιτίας της γενικής εξέγερσης, ήμουν έτοιμος να φύγω από την πόλη, ώστε να αποφύγω τυχόν εκδίκηση από τον Διοικητή της Παραλιακής Στρατιωτικής Μονάδας, τον Xhevat, ο οποίος έπαιρνε μέρος στις διαμαρτυρίες των εξεγερμένων ως παρατηρητής, οπότε σχετικά με το γεγονός των επαναληπτικών εκλογών στην Τσιούκα, ίσως μπορούσα πριν αποφασίσω να φύγω να τον δοκιμάσω. Η ευκαιρία μου δόθηκε όταν τον είδα να συνομιλεί με τον κουνιάδο του φίλου μου Δ. Τσιώντη, τον Αναστάση Γκούρμα, τότε δεύτερος στην ιεραρχία του Επιτελείου της Μεραρχίας Αργυροκάστρου.
Στην λαοσύναξη της εξέγερσης, όπως είπα, ο Xhevat έδινε το παρών σαν παρατηρητής. Τότε για να ανιχνεύσω τις προθέσεις του, πλησίασα και τους δυο και χαιρέτησα φιλικά τον Αναστάση, επίσης έδωσα το χέρι του Xhevat, λέγοντάς τους βιαστικά ότι «ως έμπειροι στρατιωτικοί πρέπει να πάρετε την κατάσταση στα χέρια, καθώς αυτοί που ανεβαίνουν στην εξέδρα ούτε καν γνωρίζουν τι θέλουν». Ο Xhevat μου απάντησε αμέσως, ότι πρέπει κάποιος να μας προσκαλέσει. Αυτή και μόνο η απάντηση με ανακούφισε, καθώς ο Xhevat γνώριζε ποιος ήμουνα και δεν έδειξε να μου κρατάει κακία! Του απάντησα ότι δεν χρειάζεται πρόσκληση, όπως δεν χρειάστηκε και για αυτούς που ανέβηκαν στην εξέδρα! Τους χαιρέτησα με τρόπο και απομακρύνθηκα, πεπεισμένος να μη απομακρυνθώ από την πόλη, όπου στις εν συνεχεία εξελίξεις δεν έμεινα αδιάφορος!
Όταν οι κυριότεροι αιρετοί μας πήραν τις οικογένειες και έφυγαν στην Ελλάδα, εγώ παρέμεινα μεν στην πόλη, αλλά με μια ομάδα γνωστών συμπατριωτών συμβουλεύαμε ακόμα και αυτούς που έρχονταν από τα χωριά, εκτός των εναπομεινάντων ομογενών της πόλης όπου είχαμε επαφές καθ’ όλη την διάρκεια της ημέρας. Οι δραστηριότητες μας ήταν πάρα πολλές, αλλά για να μη γίνω κουραστικός θα τις αποφύγω.
(Όπως όλοι είχα πάρει και εγώ ένα οικόπεδο στην ακροθαλασσιά, δίπλα στην περιοχή που λέγεται Φανάρι. Το 1997 με την εξέγερση βγήκαν μπροστά από το οικόπεδο δυο αδέρφια με καταγωγή από το Τεπελένι και άρχισαν να οργώνουν με τους εκσκαφείς. Αν και έδιωξα τους εκσκαφείς δυο φορές με την αστυνομία, οι Τεπελενιώτες με βρήκαν και με απείλησαν, ότι θα με σκοτώσουν. Τους είπα τι τους είπα και τελικά πείστηκαν ότι οι φοβέρες τους δεν με φοβίζουν, οπότε τραβήχτηκαν. Όταν στην κυβέρνηση ήρθαν οι σοσιαλιστές και επαναλήφθηκε η πολεοδομική μελέτη, δυστυχώς με την ψήφο και των δικών μας εκπροσώπων, χωρίς να γνωρίζω επειδή κρατούσαν μυστική την μελέτη, το δικό μου οικόπεδο, είχε μείνει στην θέση του. Εμένα όμως, όπως και πολλούς ομογενείς, με είχαν αφαιρέσει από τις λίστες. Μετά από 3 χρόνια όπου μπόρεσα να εξασφαλίσω τον χάρτη της περιοχής, διαπίστωσα ότι περιέργως το οικόπεδο, στο οποίο είχαν προσθέσει και κάποια μέτρα, το είχαν μοιράσει στους πρώην Δήμαρχο Λ. Γκιάτη και τον Γενικό Γ. της Ομόνοιας Β. Παπαχρήστο, καθώς είχαν επανεκλεγεί Δημοτικοί Σύμβουλοι. Οι «υποτιθέμενοι» πατριώτες με πλήρωσαν με την αχαριστία τους!)
(Για το χθες)…Στις συνοικίες δεν μπορούσαν να αποφύγουν τις εκλογές, οπότε στη συνοικία μου εκλέχτηκα και πρόεδρος. Στις άλλες δύο συνοικίες, στην τρίτη και την τέταρτη, εκλέχτηκαν πρόεδροι οι κ. Θ. Σήτος και Σ. Κυριάζης, με τους οποίους για το Προεδρείο του Παραρτήματος και το Γενικό Προεδρείο είχαμε την ίδια άποψη, εκτός του προέδρου της πρώτης συνοικίας, του αείμνηστου Σ. Κρομμύδα, χωριανός των Γενικών Προέδρου και Γραμματέα, όντας και υποψήφιος για λογιστής της οργάνωσης.
Με τους δυο προέδρους ταυτιστήκαμε πλήρως και κρατούσαμε την ίδια στάση. Ενώ τον άλλο, παρόλο πολύ καλός άνθρωπος, τον είχε προκαταβάλλει πανικός. Έλεγε «μη προκαλούμε και μας εκδικηθούν οι Τσάμηδες, μη διεκδικούμε, κάθε τι θα γίνει όταν θελήσουν οι Αλβανοί, γι’ αυτό μη τους εκνευρίζουμε κ.λ.π.». Για μας ένας λόγος παραπάνω να συμπεράνουμε ότι αυτή ήταν η γραμμή της ηγεσίας, ότι σχετικά με το «καθεστώς» μας στην Αλβανία δεν θα άλλαζε τίποτε. Και με το δίκιο μας γιατί δεν ήταν δυνατό αυτή η εκπροσώπηση να κοιμήθηκε ένα βράδυ υμνώντας το Κόμμα και τον Ενβέρ και να ξύπνησε το πρωί με δημοκρατικές αντιλήψεις. Δηλαδή δεν ήταν δυνατόν να διεκδικούσε από την Επικράτεια δικαιώματα που οι ίδιοι, ως εκπρόσωποι της, τα έχαιραν με το παραπάνω. Και περισσότερο καθώς ψιθυριζόταν ότι είχαν ζητήσει και από τον Υπουργό Εξωτερικών της Ελλάδας να μη επεμβαίνει στα εσωτερικά μας, μάλιστα εξαλείφοντας από το «λεξιλόγιο» και ορισμούς, όπως Β. Ήπειρος και βορειοηπειρωτικό. Εμείς δε γνωρίζαμε ποια ήταν η στρατηγική της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και τι τους συμβούλευε, αλλά βλέποντας ότι παρέμενε απαθή στην συμπεριφορά τους, μάλιστα τους χρηματοδοτούσε και από πάνω, από ένστικτο ακολουθούσαμε τη συνείδησή μας. Και καθώς εργαζόμουν στον Τομέα των Πολιτιστικών Μνημείων, τα απογεύματα μαζί με όλα τα μέλη των προεδρείων, μαζευόμασταν στα γραφεία μου, στην 3η συνοικία, και ανταλλάζαμε απόψεις για οτιδήποτε μας αφορούσε. Εννοείται λαμβάναμε υπόψη την ισορροπία με αλλοεθνείς ομάδες, ποντάροντας ταυτόχρονα στην υπεροχή και το κύρος μας στην πόλη.
Στο προεδρείο της συνοικίας μου συμμετείχε και ο αείμνηστος συνταξιούχος δάσκαλος Ν. Παπαθανάσης, του οποίου η δικτατορία είχε φυλακίσει πατέρα και αδερφό. Αν και δε γνωριζόμουν πριν, όταν εργαζόμουν στην Ε. Ε. Έργων γνώρισα το γιο του, τον Σπάρτακο, ο οποίος έτυχε μια δυο φορές μπροστά μου να ξεδιπλώσει απέραντο εθνικό φρόνημα, μέχρι σημείο που τον συμβούλεψα να βάλει στο στόμα του κλειδαρι!.
Είχα μάθει ότι ο Νάσιος πήγαινε ταχτικά στα Τίρανα και είχε επαφές με κάποιους από τους φερόμενους ως ιδρυτές της οργάνωσης. Μάλιστα αν και τον απέφευγαν, για τη νέα οργανωτική δομή είχε δραστηριοποιηθεί ενεργά, μέχρι που τον απομόνωσαν εντελώς. Με αυτόν και τον πρώην φυλακισμένο Α. Τσάκα (και με αυτόν δεν γνωριζόμουν πριν) ταξιδέψαμε δύο φορές στο Αργυρόκαστρο και συναντήσαμε τον εκεί Πρόεδρο του Παραρτήματος, τον αείμνηστο Θ. Μπεζιάνη, καθώς τότε τον θεωρούσαμε άσχετο με τους υπόλοιπους «Ομονίτες» και υπέρμαχο για την αλλαγή της ηγεσίας.
Στο μεταξύ το Μάρτη-Απρίλη του 1991 είχαν προηγηθεί οι κοινοβουλευτικές εκλογές και η «Ομόνοια» κατόρθωσε να στείλει στη βουλή 5 βουλευτές, δύο από το Αργυρόκαστρο και τρεις από τους Α. Σαράντα. Αυτό θεωρήθηκε θρίαμβος, καθώς σύσσωμα ο ελληνισμός ψήφισε «Ομόνοια». Η αλήθεια είναι ότι ενώ σε όλη την επικράτεια οι φοιτητές και τα νέα κόμματα δημιουργούσαν προβλήματα στο κυβερνών Σ. Κόμμα, στο χώρο μας υπήρχε συναίνεση. Οι δικοί μας απλοί σοσιαλιστές, αν και άρτια οργανωμένοι, επειδή ξαφνιάστηκαν από τις σαρωτικές αλλαγές ή επειδή στην ηγετική ομάδα της «Ομόνοιας» εκλέχτηκαν άτομα που έχαιραν την εκτίμησή τους, επίσης επειδή πολλοί συνειδητοποίησαν ότι υπάρχει ιδιαιτερότητα μεταξύ μας και των Αλβανών, πίστεψαν στην οργάνωση, μέχρι σημείο που καταψήφισαν τους υποψήφιους βουλευτές που κατέβασε το Σ. Κόμμα, αν και δικά μας παιδιά!
Αμέσως μετά τις εκλογές η κυβέρνηση, συνειδητοποιώντας ότι από πλευρά μας δεν υπήρξε καμιά αντίδραση, επωφελούμενη της σύγχυσης εξαιτίας της φυγής μας προς την Ελλάδα, έθεσε σε εφαρμογή τη στρατηγική Αlia, δηλαδή βήμα-βήμα την εκδίωξη μας από τα πάτρια εδάφη. Σε αυτή τη θητεία ψηφίστηκε ο νόμος 7501 του 1991, για το μοίρασμα της περιουσίας των αγροτικών συνεταιρισμών και των Φαρμών. Αυτός ο νόμος λοιπόν, όπου και οι πέντε δικοί μας βουλευτές τον ψήφισαν ασυζητητί, απέκλεισε από τις ιδιοκτησίες στα χωριά, τους περίπου το 30% των ομογενών που είχαν μεταναστεύσει στις πόλεις, που σημαίνει εκδιώχτηκαν μια για πάντα από τις πατρογονικές τους εστίες! Νόμος που σε κάποια χωριά σβαρνίστηκε να εφαρμοστεί, επειδή η γη που τους ανήκε δεν τους δίνονταν στην ίδια περιοχή, οπότε οι χωρικοί αντιδρούσαν. Υπήρχαν και χωριά που τους άλλαζαν τα σύνορα, προς όφελος άλλων χωριών, όπως π.χ. της Κουλουρίτσας και της Κρανιάς, στα οποία για να εφαρμόζονταν ο νόμος οι δικοί μας νομάρχες έφθασαν σε σημείο να στείλουν και αστυνομική δύναμη. Και στις δύο περιπτώσεις οι χωρικοί ξυλοκοπήθηκαν από την αστυνομία. Μάλιστα στις 21.10.93 στην Κρανιά το γεγονός είχε και δυσάρεστη κατάληξη, από τον ξυλοδαρμό απεβίωσε ηλικιωμένη γυναίκα, εκτός του ότι υπήρχαν και προηγούμενες περιπτώσεις, όπως στο Δέλβινο, στο Φοινίκι και στον Μεσοπόταμο. Και καθώς από πλευράς της ηγεσίας της «Ομόνοιας» δεν υπήρχε καν αντίδραση, άρχισε να αυξάνεται και η αγανάχτηση προς την ανυπαρξία της. Πιθανόν να είχε πειστεί και η ελληνική εξωτερική πολιτική ότι κάτι δεν πάει καλά, οπότε ίσως και συνέβαλε, καθώς η ηγεσία της οργάνωσης παραιτήθηκε και στις 3 του Φλεβάρη του 1992 διεξάχθηκαν νέες εκλογές. Προωθήσαμε για πρόεδρο τον πρώην φυλακισμένο Σ. Κυριαζάτη, χωριανός και μαζί γαμπρός του Α. Ζαρμπαλά. Θυμάμαι ότι επειδή το «τραβούσε και δεν το έκοβε, σε μια τυχαία συνάντηση του είχα πει από οικειότητα, «δέξου γιατί αλλιώς θα σε σκοτώσουμε με χελωνοκαύκαλο»! Ο Σωτήρης, πρώην ανώτερο κομματικό στέλεχος της Νομαρχίας, είχε φυλακιστεί το 1987 με άλλους πέντε συγγενείς του, για κάποια επιστολή περί της επικρατούσας πολιτικής κατάστασης στην Ελληνική Μειονότητα. Αλλά ο άνθρωπος που εμπιστεύθηκαν να την φέρει στην Ελλάδα, καθώς θα επισκέπτονταν τον πατέρα του φυγά, την παρέδωσε στην «ασφάλεια», καθώς χαφιές της! Περίεργη υπόθεση γιατί ο Σωτήρης, από τους συμπατριώτες του ήταν ο πιο ευνοούμενος!
Εκλογές έγιναν και για το Προεδρείο του Παραρτήματος. Πρόεδρος εκλέχτηκε ξανά ο Π. Μπερέτης, όταν το περίπου 70% των μελών του, πρώην στελέχη της εξουσίας και του κόμματος, κατοικούσαν μεν στην πόλη, αλλά εργάζονταν στα χωριά. Όσο για εκπροσώπους από τα τρία προεδρεία της πόλης δε γινόταν λόγος, μας θεωρούσαν αντιπολίτευση! Με λίγα λόγια στο Γ. Προεδρείο και στο Π. του Παραρτήματος, αν και η έδρα τους ήταν στην πόλη με περίπου το 40 % του πληθυσμού ομογενείς, έλειπε η εκπροσώπηση από τα προεδρεία της. Πάντως από τις αντιδράσεις μας υποχρεώθηκαν να εγκρίνουν για την πόλη μια Συντονιστική Επιτροπή, η οποία λειτούργησε μόνο έξι μήνες, καθώς μετά την κατάργησαν εξαιτίας μου, όπως θα γίνει αναφορά κάπου πιο κάτω!
Αποφασίστηκε λοιπόν πάνω από τα προεδρεία της πόλης να τεθεί Συντονιστική Επιτροπή, αποτελούμενη από εκπροσώπους των τεσσάρων συνοικιών. Για πρόεδρο μας επέβαλαν έναν συμπατριώτη μου μηχανολόγο μηχανικό, πρώην στέλεχος στο Ορυχείο Αλατιού της Δρόβιανης. Αν και δεν τον γνώριζα το χάρηκα, καθώς γνώριζα τους γονείς του και είχα ακούσει ότι ήταν μετριόφρων, ότι ήταν έξυπνος και λογικός! Δε γνώριζα όμως ότι ήταν στέλεχος στο νεοϊδρυθέν Κ.Ε.Α.Δ., το οποίο εμείς της πόλης το θεωρούσαμε αλβανικό. Πάντως εγώ εκλέχτηκα Γραμματέας και τα άλλα 4 μέλη εκπροσωπούσαν τις συνοικίες.
Ήταν η περίοδος που το Κ.Ε.Α.Δ. εμφανίστηκε από το πουθενά, αν και είχαμε ακούσει πως είχε οργανωθεί σε όλη την επικράτεια, με συμμετέχοντες μειονοτικούς, Βλάχους, Αθίγγανους, Μαυροβούνιους, αυτοαποκαλούμενους Μακεδόνες, Τσάμηδες και διάφορους. Μας το παρουσίασαν ως κόμμα «φάντασμα», ότι είναι η ίδια η «Ομόνοια», μιας και βάση του νόμου που ψήφισε η βουλή, περί απαγόρευσης συμμετοχής θρησκευτικών, τοπικών και εθνικών κομμάτων, δεν της επιτρέπονταν να κατέβει στις εκλογές ανεξάρτητη. Εμείς της πόλης δεν το χάψαμε και δε συνεργαστήκαμε μαζί του. Πιστέψαμε πως και αυτή η κίνηση ήταν παγίδα, εννοείται σφυγμομετρώντας και την αγανάχτηση των ομογενών έναντι της οργάνωσης! Το θεωρήσαμε κόμμα το οποίο, με τόσες μειονοτικές ομάδες και χωρίς συγκεκριμένη εθνική ταυτότητα και χωρίς διεκδικήσεις, δεν έπειθε ότι ήταν δικό μας.
Όπως ανέφερα και πιο πάνω, «υποτίθεται» ότι ήταν κόμμα «φάντασμα», αλλά ήταν πολύχρωμο και είχε απλώσει τα δίχτυα σε όλη την Αλβανία, οπότε δεν διαψευστήκαμε! Αμέσως καπέλωσε την «Ομόνοια» και μαζί της συνεργαζόταν μόνο για τις υποψηφιότητες βουλευτών και αιρετών του χώρου μας, επίσης σε κάθε προεκλογική εκστρατεία. Μάλιστα οι νεοεκλεγμένοι βουλευτές και οι αιρετοί, αμέσως θέτονταν υπό την δικαιοδοσία του, που σήμαινε εφάρμοζαν την γραμμή του, η οποία αν και σχετίζονταν με τα ανθρώπινα δικαιώματα, σχετίζονταν μέχρι σημείο που δεν βλάπτονταν τα αλβανικά συμφέροντα. Ο αλβανικός παράγοντας διαμέσου αυτού του κόμματος, όσο και αν ο νέος Πρόεδρος της «Ομόνοιας» προσπαθούσε να το θέσει υπό τον έλεγχο της οργάνωσης, βήμα-βήμα κατόρθωσε να μετατρέψει σε «φάντασμα» την «Ομόνοια» ή από πολιτική σε πολιτιστική οργάνωση, χωρίς καμιά δραστηριότητα και σε αυτόν τον τομέα.
ΜΑΗΣ-ΙΟΥΝΗΣ 1992, ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ!
«Εκλογές που έφεραν στην εξουσία το Δημοκρατικό Κόμμα».
Μιας και γίνεται λόγος για τους Α. Σαράντα και το Δέλβινο, ο υποψήφιος βουλευτής που κατέβασε το Κ.Ε.Α.Δ. είχε τον τρόπο και την αριστοτεχνία να προβληθεί. Γεγονός που και εμείς, παρ όλες τις αντιθέσεις και τις αντιδράσεις, κινητοποιηθήκαμε και κερδίσαμε τις εκλογές. Μάλιστα εγώ ως εκπρόσωπος της «Ομόνοιας» πήγα στο χωριό Πλάκα, παροτρύνοντας ευθέως τους χωριανούς να τον ψηφίσουν, αντί αυτόν που είχε κατεβάσει το Σ. Κόμμα, παρόλο συγγενής τους. Όσο για το Δ. Κόμμα δεν κατέβασε δικό του υποψήφιο, γεγονός που οι σοσιαλιστές το κατήγγειλαν ως μυστική συμφωνία με το Κ.Ε.Α.Δ.
Πάντως ο ελληνισμός του Νομού συσπειρώθηκε και το 97% ψήφισε τον δικό μας υποψήφιο. Έτσι που στο Κοινοβούλιο στείλαμε ξανά δυο δικούς μας βουλευτές, έναν από τους Α. Σαράντα και έναν από το Αργυρόκαστρο. Βουλευτές που όταν η αλβανική κυβέρνηση προχώρησε στη διχοτόμηση του ενιαίου των μειονοτικών περιοχών δεν αντέδρασαν, ψήφισαν και αυτοί για την διχοτόμηση του Νομού των Α. Σαράντα, δημιουργώντας και Νομό του Δελβίνου. Ενώ αυτοί οι νομοί πάντοτε ήταν υπό την δικαιοδοσία της Περιφέρειας Αργυροκάστρου, όπου το κέντρο της απέχει περίπου 60 χμ., τώρα πέρασαν υπό την δικαιοδοσία της Περιφέρειας της Αυλώνας, όπου το κέντρο της απέχει πάνω από 130 χμ. Αυτό είναι το δεύτερο μεγάλο χαστούκι για την Ε. Μειονότητα, αναμένοντας και τα υπόλοιπα. Χαστούκι υπό την έννοια ότι απομόνωσαν μεν τη Δρόπολη και το Πωγώνι από τις Μειονοτικές περιοχές των Αγίων Σαράντα και Δελβίνου, αλλά διαίρεσαν και το ενιαίο των χωριών του Βούρκου, μεταθέτοντας κάποια χωριά στον Νομό του Δελβίνου.
Στην πόλη δραστηριοποιηθήκαμε δυναμικά. Ήμουν επικοινωνιακός, ήμουν έντιμος, έχαιρα την εκτίμηση των ομογενών, ευτυχώς και όλων των πολιτών. Ως εκπρόσωπος της Συντονιστικής της πόλης είχα επισκεφτεί την Κέρκυρα, την Ηγουμενίτσα και τα Ιωάννινα, όπου είχα επαφές με δημάρχους και κομματικούς παράγοντες. Μαζί με την ενημέρωση τους έλεγα και το σκεπτικό μου για το πώς μπορούσαν να βάλουν πρώτοι το πόδι στο χώρο μας, πριν τους προλάβει άλλο γειτονικό κράτος, εννοούσα την Ιταλία. Πόνταρα στις δυνατότητες που θα πρόσφεραν οι παραγωγικές μας πεδιάδες, όπως εφοδιασμό με κηπευτικά, δυνατότητες που θα πρόσφεραν τα πολιτιστικά μας μνημεία για τουρισμό, οι φυσικές καλλονές και οι υδάτινες πηγές των ορεινών περιοχών μας κ.α. Πίστευα ότι είχαμε το δικαίωμα και τον δυναμισμό να διεκδικήσομε και να προστατεύσομε κάθε συνεργασία που θα μας κρατούσε στον τόπο, συνεργασία που θα επωφελούνταν και οι συγκάτοικοι Αλβανοί των περιοχών μας. Πίστευα και τα διεκδικούσα από τους αιρετούς μας, χωρίς να γνωρίζω ότι πάνω από τα πιστεύω μου εφαρμόζονταν η στρατηγική των εντολοδόχων.
Στα Ιωάννινα ο Παπαθανάσης με γνώρισε με τον αντιπρόεδρο του Ι. Β. Ε., τον αείμνηστο Μ. Ζώτο, ο πατριωτισμός και η ευγένεια του οποίου δεν περιγράφονται. Του παρέδωσα μια έκθεση για την κατάσταση του χώρου, επίσης και προτάσεις. όπως πιο πάνω! Του ζήτησα να βοηθήσει οικονομικά για την ανέγερση στην πόλη μας ενός πολιτιστικού κέντρου, το οποίο θα περιείχε γκαράζ, αίθουσα συγκεντρώσεων, βιβλιοθήκη, αίθουσα για εθνολογικό μουσείο, ρέσταραν-καφετέρια, γραφεία για το Γενικό Προεδρείο και το Π. του Παραρτήματος, ξενώνα κ.λ.π. Ο Μενέλαος μου υποσχέθηκε ότι θα βρει τα χρήματα, αφού πρωτίστως εξασφαλίσομε το οικόπεδο.
Επέστρεψα αισιόδοξος στους Α. Σαράντα και για τις δραστηριότητές μας σύνταξα ολόκληρο πρόγραμμα! Εκτός της εξασφάλισης του οικοπέδου, είχα προγραμματίσει για την πόλη και ανθρωπιστική βοήθεια, καθώς και μια φορά που είχε έρθει από τα Ιωάννινα ο τότε Δήμαρχος Καciupi την είχε αποθηκεύσει την ημέρα στην πρώην «έπαυλη αρχηγών», για να την κλέψουν οι «αόρατοι» την νύχτα. Επίσης οι δήμοι των πόλεων που είχα επισκεφθεί μου είχαν υποσχεθεί για εποχιακή εργασία, για παραθέριση μαθητών σε θερινές εγκαταστάσεις, για πολιτιστικές και θρησκευτικές δραστηριότητες, για οικονομική στήριξη, για την απογραφή των ομογενών και διάφορα.
Για ενημέρωση έδωσα το πρόγραμμα στον πρόεδρο της Συντονιστικής, ενώ ειδοποιήσαμε και τα προεδρεία της πόλης, ώστε την επόμενη να παρουσιάσω το πρόγραμμα. Ο πρόεδρος όμως, χωρίς να μας συμβουλευτεί, είχε προσκαλέσει για να πάρουν μέρος στην συνάντηση τον Πρόεδρο του Παραρτήματος, τον Γενικό Γ. της «Ομόνοιας» και τον αντιπρόεδρο του Κ.Ε.Α.Δ., τον οποίο έβλεπα για πρώτη φορά. Κάποιος που δεν είχε γνώση για τις σχέσεις μας με αυτό το κόμμα, θα θεωρούσε την πρόσκληση φυσιολογική και αναγκαία. Αποδείχτηκε όμως ότι ο πρόεδρός μας τους έφερε να μας κόψουν τη φόρα, καθώς είχαμε δηλώσει ως πόλη, ότι το κόμμα είναι αλβανικό και όχι δικό μας, Εκτός του ότι και οι αποφάσεις για τους ομογενείς της πόλης παραήταν τολμηρές!
Περίμενα ο πρόεδρος να ανοίξει τη συγκέντρωση και να μου δώσει τον λόγο, αλλά όταν είδα ότι παρουσίασε το πρόγραμμα μόνος του ξαφνιάστηκα. Εντούτοις συγκρατήθηκα μέχρι που τελείωσε και πήρα το λόγο για περαιτέρω διευκρινίσεις. Εξ απρόοπτου ο αντιπρόεδρος του κόμματος, ο Δημήτρης, σαν να διεύθυνε τη συγκέντρωση και σαν αλαζόνας, μου είπε ότι δε χρειάζεται, καθώς ακούσαμε τον Πρόεδρο! Κατάλαβα ότι ήταν προετοιμασμένοι να σαμποτάρουν τη συγκέντρωση, οπότε του απάντησα ότι, «είσαι καλεσμένος και αν θέλεις να ακούσεις κάθισε». Το ίδιο του απάντησαν και οι άλλοι δυο πρόεδροι των συνοικιών, έτσι που οι «καλεσμένοι» αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Υποχώρηση όμως που προμήνυε και το τέλος της Συντονιστικής.
Παρόλο το συμβάν εγώ δεν ενέδωσα. Πήγα στον τότε Νομάρχη και του υπέδειξα να μας εγκρίνει ένα οικόπεδο στην ακροθαλασσιά, για το πολιτιστικό κέντρο. «Τσάμης» μεν ο Νομάρχης (θα διαπιστώσετε πιο κάτω γιατί αυτή η αναφορά), αλλά διατεθειμένος να βοηθήσει. Μου είπε να κάνουμε τη μελέτη και να τη δώσουμε στον τότε πολεοδόμο της Νομαρχίας (Τσάμης και αυτός), ώστε να την περάσουν προς έγκριση. Φώναξα τότε τον γνωστό δικό μας αρχιτέκτονα, τον αείμνηστο Ζ. Μέλλο, ο οποίος προθυμοποιήθηκε και κάναμε μαζί το προσχέδιο συνοδευόμενο από έκθεση, και τα παρέδωσα στη Νομαρχία. Επειδή όμως πλησίαζαν οι δημοτικές και οι νομαρχιακές εκλογές, «δυστυχώς» το Νομαρχιακό Συμβούλιο δεν μαζεύτηκε ξανά. Το θεώρησα ως καλό οιωνό, καθώς αναμέναμε τις εκλογές να τις κερδίσουμε εμείς. Για το τι σημαίνει «δυστυχώς», θα το διαπιστώσετε στη συνέχεια.
ΕΚΛΟΓΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ!
Το τιμόνι της Συντονιστικής της πόλης το κρατούσα καλά και μαζί με τους άλλους συνεργάτες, εφαρμόζαμε με συνέπεια το πρόγραμμα όπως: Έγινε η μελέτη για το οικόπεδο και παραδόθηκε προς έγκριση, φέραμε την ανθρωπιστική βοήθεια σε τρόφιμα και για πρώτη φορά τη μοιράσαμε στους πολίτες, παρόλα τα εμπόδια από το Ε.Υ.Α.Π.Ο.Ε. Ιωαννίνων, το οποίο επέμενε ότι η βοήθεια έπρεπε να έρθει διαμέσου Νομαρχίας, έγινε η απογραφή των ομογενών της πόλης, στείλαμε στην Κέρκυρα δικά μας παιδιά για παραθέριση, τα μέλη της «Ομόνοιας» της πόλης άρχισαν να δίνουν συνδρομές, μοιράζαμε με πλήρη διαφάνεια τις λίγες βίζες που προγραμμάτιζε το Παράρτημα, κάναμε πάρα πολλά και χαίραμε την πλήρη εμπιστοσύνη των πολιτών.
Σχετικά με το Ε.Υ.Α.Π.Ο.Ε. τα κουτσομπολιά έδιναν και έπαιρναν, κυρίως για το φαγοπότι και τη διαφθορά κάποιων ηγετικών στελεχών της «Ομόνοιας»! Και δεν ήταν αβάσιμα, καθώς κατά περίεργο τρόπο εκλάπησαν από τα γραφεία της Ομόνοιας όλα τα λογιστικά αποδειχτικά, οπότε χάθηκε και κάθε αποδειχτικό για την λεηλασία βοηθειών και οικοδομικών υλικών. Για τον ίδιο λόγο κάποιος έβαλε φωτιά και στις αποθήκες του Βρυονιού, εκτός του ότι η ηγετική μας εκπροσώπησή γύριζε κάθε τόσο από τα Ιωάννινα με τα αυτοκίνητα φορτωμένα με τρόφιμα, αυτοκίνητα που τους είχε χαρίσει ο ίδιος φορέας.
Έτυχε να βρεθώ στα Ιωάννινα και μπήκα σε γνωστό ξενοδοχείο, για να γευματίσω. Σε ένα από τα τραπέζια του Χολ αντίκρισα να γευματίζει η ηγετική ομάδα της «Ομόνοιας», μαζί με τους Πρόεδρο και Αντιπρόεδρο του Ι. Β. Ερευνών Αισθάνθηκα άβολα και δεν πρόλαβα να βγω έξω, καθώς άκουσα να με φωνάζει ο Αντιπρόεδρος του Ιδρύματος, ο αείμνηστος Μ. Ζώτος. Αναγκάστηκα να πλησιάσω στο τραπέζι τους για να τους χαιρετίσω, αλλά μετά από παρακάλια υποχρεώθηκα να καθίσω μαζί τους. Κάποια στιγμή ήρθε και ο τότε πρόεδρος του Ε.Υ.Α.Π.Ο.Ε.
Με σύστηνε ο αντιπρόεδρος του Ι. Βορειοηπειρωτικών Ερευνών, αν και εγώ χαριτολογώντας, του απάντησα πως τον γνωρίζω, αλλά για να είναι ευπρόσδεκτος στην πόλη μας, πρόσθεσα, του συνιστώ να φέρει την ανθρωπιστική βοήθεια πριν από τις τοπικές εκλογές. Ξαφνιάστηκαν όλοι με τον τρόπο που εξηγήθηκα, αλλά ο Πρόεδρος του Ε.Υ.Α.Π.Ο.Ε. δεν έβγαλε τσιμουδιά. Η αλήθεια είναι ότι στην πόλη μας έρχονταν ταχτικά και τον είχα συναντήσει. Μου είχε αρνηθεί την περιβόητη βοήθεια, λέγοντας ότι σκόπευε να τη φέρει δια μέσου του νομαρχιακού εκπροσώπου, μειονοτικός μεν, αλλά στέλεχος του Σ. Κόμματος. Εγώ όμως του απάντησα, ότι για να κερδίσομε τις εκλογές πρέπει η βοήθεια να έρθει στο όνομα μας και όχι στο όνομα των σοσιαλιστών, πράγμα που έγινε, όπως εξήγησα και πιο πάνω.
Αναφέρθηκα κάπου πιο πάνω το πώς διορίστηκα στην Εφορεία Π. Μνημείων και πώς κατόρθωσα να χαίρω την εκτίμηση του Ινστιτούτου Μνημείων. Με τις κοσμογονικές αλλαγές όμως, καθώς είχαν παραλυθεί τα πάντα, το Ινστιτούτο με εξουσιοδότησε εν λευκό να ταξιδέψω στην Ελλάδα και να διαπραγματευτώ, ώστε να αρχίζαμε κάποια συνεργασία με την εκεί Διεύθυνση Μνημείων του Υ. Πολιτισμού, πράγμα που το κατόρθωσα.
Ήταν τότε Υ. Πολιτισμού η κ. Μπακογιάνη, την οποία δεν συνάντησα, καθώς δεν ήταν παρόν, αλλά της άφησα στον Γενικό Γ. του Υπουργείου μια επιστολή. Όταν εκείνος την ενημέρωσε για την επιστολή, η κ. Μπακογιάνη βρήκε τρόπο και μου έστειλε στους Α. Σαράντα μια χειρόγραφη ευχαριστήρια επιστολή, όπου για μένα σήμαινε μεγάλη ικανοποίηση. Έτυχε όμως την επόμενη μέρα να συλλάβουν τους πέντε της «Ομόνοιας» και βιάστηκα να την καταστρέψω, καθώς στις μία μετά τα μεσάνυχτα εκείνης της νύχτας, χωρίς να γνωρίζω τίποτε για την σύλληψη των πέντε, σήμανε και σ’ εμένα το τηλέφωνο της αστυνομίας, δήθεν κατά λάθος, μάλλον να με τρομοκρατήσουν για τις ανεξάρτητες κινήσεις μου. Όταν έμαθα το πρωί τι συνέβηκε, το πρώτο που έκανα ήταν να καταστρέψω την επιστολή και οτιδήποτε σχετιζόταν με το Ί. Β.Ε. Ιωαννίνων.
Η Υπουργός όμως, ανταποκρίθηκε στο αίτημα μου. Ενέκρινε πρόγραμμα ύψους 5.000.000 δραχμών και ανάθεσε στην Εφορεία Ιωαννίνων, με την οποία είχα συνάψει επίσης σχέσεις, να φέρει εις πέρα την συνεργασία με το Ι. Μνημείων Τιράνων, εννοείται δια μέσου της δικιάς μας Εφορείας. Το πρόγραμμα περιελάμβανε ανταλλαγή αντιπροσωπιών και μαζί την φωτογράφηση και την απογραφή των μνημείων στις περιοχές μας. Συνεργασία που διεκόπη μετά την πρώτη επαφή των εκπροσώπων από το Ινστιτούτο μας στα Ιωάννινα, καθώς στην εξουσία ήρθε το ΠΑ.ΣΟ.Κ και. μπλοκάρισε τα χρήματα. Παρ όλες τις προσπάθειές μου εκ’ νέου, η κυβέρνηση απέδειξε ότι δεν την ενδιέφερε ο δικός μας αρχαίος πολιτισμός, ο δικός μας ελληνικός πολιτισμός! Δυστυχώς δεν ενδιέφερε ούτε την ηγεσία της «Ομόνοιας», καθώς γινόταν λόγος για εκκλησίες υπό την προστασία του Ι. Μνημείων.
Ταυτόχρονα είχα συνάψει σχέσεις και με τα Τ.Ε.Ι. Αθήνας, ώστε η πραχτική των φοιτητών για την συντήρηση πέτρας και ψηφιδωτών, να γίνονταν στα δικά μας μνημεία, στο Βουθρωτό και τους Α. Σαράντα, αλλά να προχωρούσαμε και σε μελέτες για διάφορες αναστηλώσεις. Μάλιστα ο τότε πρόεδρος των Τ.Ε.Ϊ, ο κ. Ντόβας, επίσης οι καθηγητές κ. Χαραλάμπους, Νομπιλάκης και Παναγιάρης, για αυτή την πρωτοβουλία είχαν εκτιμήσει πάρα πολύ το ενδιαφέρον μου, οπότε με θεώρησαν και αρχιτέκτων, αν κατόρθωνα την διακρατική συνεργασία.
Στο προσκήνιο όμως και οι εκλογές, για την τοπική αυτοδιοίκηση! Διεξήχθησαν στις 27 Ιουλίου του 1992, οπότε είχε αρχίσει και η προεκλογική εκστρατεία. Στην πόλη μας, παρόλο που είχαν ενσωματωθεί και τα περίχωρα, Μετόχι, Σελεγκάρι, η Τσιούκα και τα Εξαμίλια, κατορθώσαμε να βγάλουμε δικό μας Δήμαρχο. Ο πιο κατάλληλος που μπορούσε να προσελκύσει τους ψηφοφόρους, θεωρήθηκε ο αείμνηστος πνευμονολόγος Λ. Γκιάτης, εξαιτίας και της γνωριμίας του με όλους τους πολίτες. Η εκλογή του όμως έγινε γεγονός στον δεύτερο γύρο εκλογών στην Τσιούκα με αντίπαλους τους σοσιαλιστές, οι οποίοι δεν περίμεναν ότι εμείς θα ανατρέπαμε το αποτέλεσμα και ήθελαν να μας επιβληθούν δια της βίας.
Για να κερδίζαμε τις εκλογές όμως, ο ρόλος από τον πρώτο γύρω ανατέθηκε στην Συντονιστική Επιτροπή. Επομένως επειδή από προηγούμενες συναντήσεις στην Κέρκυρα γνωριζόμουν με παράγοντες του κόμματος της Ν. Δημοκρατίας, έπεισα τον υποψήφιο Δήμαρχο και τον Πρόεδρο της Συντονιστικής, να επιχειρήσουμε μια επίσκεψη γνωριμίας και συνδρομής.
Από απειρία μου δεν κατορθώσαμε να έχομε επαφές με παράγοντες του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και του Κ.Κ.Ε., καθώς τότε πίστευα ότι για όσα υποφέραμε υπό το καθεστώς της δικτατορίας, ευθύνονταν αυτά τα δυο κόμματα. Πάντως ο υποψήφιος Δήμαρχος, συνάντησε συγγενή του φαρμακοποιό, από γονείς που είχαν φύγει πριν από τον πόλεμο, ο οποίος ήταν και στέλεχος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. ο οποίος για την προεκλογική καμπάνια μας βοήθησε με υλικό και με χρήματα. Επαφές είχαμε και με τον τότε Δήμαρχο, τον κ. Χρύσανθο, καθώς και αυτόν τον γνώριζα από προηγούμενη συνάντηση.
Στην Κέρκυρα δώσαμε και συνέντευξη σε τηλεοπτικό κανάλι. Αλλά εφόσον δημοσιογράφος ήμουνα, γυρίζοντας στους Α. Σαράντα προετοίμασα και την ομιλία για τον υποψήφιο Δήμαρχο, με τις προεκλογικές υποσχέσεις, ομιλία που στην προεκλογική συγκέντρωση που οργανώθηκε στο κινηματοθέατρο, είχε μεγάλη απήχηση. Έτσι που με την περιβόητη βοήθεια σε τρόφιμα και τις προεκλογικές υποσχέσεις, επίσης το ότι με εμάς θα κερδίσουν πολλά, πείσαμε τους πολίτες να μας ψηφίσουν, εννοείται εφόσον είχαμε πειστεί και μόνοι μας ότι θα κερδίζαμε τις εκλογές.
Όπως έγινε αναφορά και πιο πάνω, τις εκλογές δεν τις κερδίσαμε με τον πρώτο γύρω. Επαναλήφθηκαν την δεύτερη Κυριακή στην Τσιούκα, όπου το Σ. Κόμμα είχε συστρατεύσει όλο το βαρύ πυροβολικό του. Με τον υποψήφιο Δήμαρχο είχαμε βρεθεί στο Μετόχι για να ελέγχαμε αν λειτουργεί το ληξιαρχείο, ώστε αν κάποιος ψηφοφόρος από τους ερχόμενους δεν είχε μαζί του την ταυτότητα, να έπαιρνε πιστοποιητικό γέννησης. Φυσικά και το βρήκαμε κλειστό, καθώς ελέγχονταν από τους σοσιαλιστές. Αλλά καθώς ενδιαφερόμασταν για την εύρεση των υπαλλήλων, μας ειδοποίησαν από το εκλογικό κέντρο της Τσιούκας, ότι οι σοσιαλιστές της εκλογικής επιτροπής δεν άφηναν τους Τσιουκιώτες να ψηφίσουν, κυρίως αυτούς που είχαν έρθει από την Κέρκυρα και δεν είχαν τις ταυτότητες μαζί τους. Τότε αφήσαμε το Μετόχι και φθάσαμε στο εκλογικό κέντρο, όπου έξω συναντήσαμε δυσαρεστημένους Τσιουκιώτες για την ανυπαρξία της ηγεσίας της «Ομόνοιας» και του Κόμματος Α. Δικαιωμάτων, καθώς αν και παρών έπιναν ξένοιαστοι ούζο σε πρόχειρο καφενείο 20 μ. πιο πέρα, πεπεισμένοι ότι αδύνατον να τα βάλουν με τους σοσιαλιστές που ήδη κυβερνούσαν. Μάλλον λαμβάνοντας υπόψη και τις μετέπειτα σχέσεις τους με το Σ. Κόμμα, προσποιούνταν ότι δεν μπορούσαν!
Δε θυμάμαι τι τους είπα και κατευθύνθηκα στο εκλογικό κέντρο! Βλέπω στην εκλογική επιτροπή δύο σοσιαλιστές από την πόλη και ξαφνιάστηκα γιατί τους γνώριζα, καθώς ο ένας ήταν και γείτονάς μου. Τους ρωτάω γιατί δεν είναι στην επιτροπή σοσιαλιστές από την Τσιούκα και παίρνω την απάντηση ότι «εμάς έστειλε η Νομαρχιακή Σοσιαλιστική». Τότε ρωτάω θυμωμένος τους υπόλοιπους της επιτροπής, για το ποιος είναι ο πρόεδρος του εκλογικού κέντρου. Μου απάντησε ο Τσιουκιώτης πρόεδρος, το επώνυμο Λιάμπος και τον ρώτησα αν είναι από την Τσιούκα. Ναι μου απάντησε! Τότε τον τσάντισα άπρεπα, λέγοντας ότι «εφόσον επιτρέπεις να σου διώχνουν τους χωριανούς σου ψηφοφόρους σήκω να σε δω τι φοράς, παντελόνι ή φουστάνι»! Ο άνθρωπος κοκκίνισε αλλά δεν προσβλήθηκε. Πήρε θάρρος και βγήκε έξω, επιστρέφοντας αυτούς που είχαν φύγει χωρίς να ψηφίσουν. Τότε ένας από τους σοσιαλιστές βγήκε και τηλεφώνησε στον πρόεδρο της Ν. Σοσιαλιστικής, ο οποίος σε ένα τέταρτο ήρθε με το τζιπ και αμέσως μπήκε στο εκλογικό κέντρο. Αλλά και εγώ μόλις αντίκρισα το τζιπ και γνώρισα ποιανού είναι, πίσω του!
Στο εκλογικό κέντρο του είπαν οι δικοί του τι συνέβηκε και αυτός τους έδωσε διαταγή όσοι δεν έχουν ταυτότητα να μη τους επιτρέψουν να ψηφίσουν. Τότε του έβαλα τις φωνές να βγει έξω από το εκλογικό κέντρο, οπότε μου ανταπάντησε να βγω εγώ, καθώς αυτός είχε εξουσιοδότηση από την Επαρχιακή Επιτροπή Εκλογών. Εγώ πρώτος και εσύ πίσω μου, του απάντησα! Θα αφήσομε τους Τσιουκιώτες να ψηφίσουν όποιο κόμμα εμπιστεύονται. Ήταν τόσο φωναχτή η απάντησή μου, όπου η ακολουθία του έξω από το κέντρο προσπαθούσε να με καθησυχάσει, καθώς γνωριζόμουνα. Εντωμεταξύ οι Τσιουκιώτες πήραν θάρρος και ψήφιζαν χωρίς να τους εμποδίσει κανένας.
Επέστρεψα στο καφενείο και σε μισή ώρα βλέπω περίπου 40 στρατιώτες με επικεφαλής τον Διοικητή της Παραθαλάσσιας Στρατιωτικής Μονάδας, να κατευθύνονται προς το εκλογικό κέντρο αποφασισμένοι να ψηφίσουν με το έτσι θέλω. Αυθόρμητα πήγα ξανά στο εκλογικό κέντρο και αφού ρώτησα τον πρόεδρο, μου είπε ότι δεν είναι γραμμένοι στις λίστες. Τότε βγήκα στην πόρτα και απευθύνθηκα με θυμό στον Διοικητή, λέγοντάς αν με το πυροβολικό του είχε περικυκλώσει και την Τσιούκα. Επανέλαβα να αφήσουμε τους Τσιουκιώτες να ψηφίσουν όποιον συνδυασμό θέλουν και αποσύρθηκα. Έτσι με αυθόρμητη τρέλα, μη υπολογίζοντας ότι θα είχα και συνέπειες, κερδίσαμε τις εκλογές.
Η συμπεριφορά μου όμως, έναντι του Προέδρου του Σ. Κόμματος και του Διοικητή της Στρατιωτικής Μονάδας, αργότερα μου κόστισε πολύ. Ο Δήμαρχος μας και κάποιοι αιρετοί, παρασκηνιακά επανήλθαν στις τάξεις των σοσιαλιστών, εκεί που ανήκαν και πριν, ενώ εγώ με την επανάληψη μελέτης και διανομής των οικοπέδων από το επόμενο Δημαρχείο, αποκλείστηκα από το οικόπεδο που είχα πάρει επί εξουσίας μας. Και όχι μόνο!
Το 1997 με την ανεξέλεγκτη κατάσταση που δημιουργήθηκε εξαιτίας της γενικής εξέγερσης, ήμουν έτοιμος να φύγω από την πόλη, ώστε να αποφύγω τυχόν εκδίκηση από τον Διοικητή της Παραλιακής Στρατιωτικής Μονάδας, τον Xhevat, ο οποίος έπαιρνε μέρος στις διαμαρτυρίες των εξεγερμένων ως παρατηρητής, οπότε σχετικά με το γεγονός των επαναληπτικών εκλογών στην Τσιούκα, ίσως μπορούσα πριν αποφασίσω να φύγω να τον δοκιμάσω. Η ευκαιρία μου δόθηκε όταν τον είδα να συνομιλεί με τον κουνιάδο του φίλου μου Δ. Τσιώντη, τον Αναστάση Γκούρμα, τότε δεύτερος στην ιεραρχία του Επιτελείου της Μεραρχίας Αργυροκάστρου.
Στην λαοσύναξη της εξέγερσης, όπως είπα, ο Xhevat έδινε το παρών σαν παρατηρητής. Τότε για να ανιχνεύσω τις προθέσεις του, πλησίασα και τους δυο και χαιρέτησα φιλικά τον Αναστάση, επίσης έδωσα το χέρι του Xhevat, λέγοντάς τους βιαστικά ότι «ως έμπειροι στρατιωτικοί πρέπει να πάρετε την κατάσταση στα χέρια, καθώς αυτοί που ανεβαίνουν στην εξέδρα ούτε καν γνωρίζουν τι θέλουν». Ο Xhevat μου απάντησε αμέσως, ότι πρέπει κάποιος να μας προσκαλέσει. Αυτή και μόνο η απάντηση με ανακούφισε, καθώς ο Xhevat γνώριζε ποιος ήμουνα και δεν έδειξε να μου κρατάει κακία! Του απάντησα ότι δεν χρειάζεται πρόσκληση, όπως δεν χρειάστηκε και για αυτούς που ανέβηκαν στην εξέδρα! Τους χαιρέτησα με τρόπο και απομακρύνθηκα, πεπεισμένος να μη απομακρυνθώ από την πόλη, όπου στις εν συνεχεία εξελίξεις δεν έμεινα αδιάφορος!
Όταν οι κυριότεροι αιρετοί μας πήραν τις οικογένειες και έφυγαν στην Ελλάδα, εγώ παρέμεινα μεν στην πόλη, αλλά με μια ομάδα γνωστών συμπατριωτών συμβουλεύαμε ακόμα και αυτούς που έρχονταν από τα χωριά, εκτός των εναπομεινάντων ομογενών της πόλης όπου είχαμε επαφές καθ’ όλη την διάρκεια της ημέρας. Οι δραστηριότητες μας ήταν πάρα πολλές, αλλά για να μη γίνω κουραστικός θα τις αποφύγω.
(Όπως όλοι είχα πάρει και εγώ ένα οικόπεδο στην ακροθαλασσιά, δίπλα στην περιοχή που λέγεται Φανάρι. Το 1997 με την εξέγερση βγήκαν μπροστά από το οικόπεδο δυο αδέρφια με καταγωγή από το Τεπελένι και άρχισαν να οργώνουν με τους εκσκαφείς. Αν και έδιωξα τους εκσκαφείς δυο φορές με την αστυνομία, οι Τεπελενιώτες με βρήκαν και με απείλησαν, ότι θα με σκοτώσουν. Τους είπα τι τους είπα και τελικά πείστηκαν ότι οι φοβέρες τους δεν με φοβίζουν, οπότε τραβήχτηκαν. Όταν στην κυβέρνηση ήρθαν οι σοσιαλιστές και επαναλήφθηκε η πολεοδομική μελέτη, δυστυχώς με την ψήφο και των δικών μας εκπροσώπων, χωρίς να γνωρίζω επειδή κρατούσαν μυστική την μελέτη, το δικό μου οικόπεδο, είχε μείνει στην θέση του. Εμένα όμως, όπως και πολλούς ομογενείς, με είχαν αφαιρέσει από τις λίστες. Μετά από 3 χρόνια όπου μπόρεσα να εξασφαλίσω τον χάρτη της περιοχής, διαπίστωσα ότι περιέργως το οικόπεδο, στο οποίο είχαν προσθέσει και κάποια μέτρα, το είχαν μοιράσει στους πρώην Δήμαρχο Λ. Γκιάτη και τον Γενικό Γ. της Ομόνοιας Β. Παπαχρήστο, καθώς είχαν επανεκλεγεί Δημοτικοί Σύμβουλοι. Οι «υποτιθέμενοι» πατριώτες με πλήρωσαν με την αχαριστία τους!)
Τηλέμαχος Λαχανάς
Διαβάστε ακόμη

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών