Από τη Ρωμαϊκή Ήπειρο στους Αρβανίτες - Οι μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών στα Βαλκάνια και η μακρά ιστορική διαδρομή της Νέας Ηπείρου
Η ιστορία της Ηπείρου και των δυτικών Βαλκανίων είναι μια ιστορία συνόρων που μετακινούνται, πληθυσμών που αναμειγνύονται, γλωσσών που αλλάζουν και πολιτικών εξουσιών που διαδέχονται η μία την άλλη. Είναι επίσης μια ιστορία που, ιδιαίτερα από τον 19ο αιώνα και μετά, φορτίστηκε έντονα από τις εθνικές ιδεολογίες. Η ίδια γεωγραφική περιοχή μπορεί να περιγραφεί με εντελώς διαφορετικούς όρους ανάλογα με την εποχή, την πηγή και τον ιστορικό που την εξετάζει. Η «εθνότητα» με τη σημερινή έννοια δεν μπορεί να μεταφερθεί αυτούσια στον 5ο, στον 8ο ή ακόμη και στον 12ο αιώνα.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο σημείο αφετηρίας για να κατανοήσει κανείς την ιστορική διαδρομή της Ηπείρου, της Νέας Ηπείρου, της Δαλματίας, της Πραιβαλιτανίας και των γειτονικών περιοχών.
Στους ύστερους ρωμαϊκούς χρόνους η περιοχή αποτελούσε τμήμα ενός τεράστιου πολιτικού και οικονομικού συστήματος. Οι πληθυσμοί της δεν ήταν απομονωμένες και αμετάβλητες «φυλές», αλλά κοινότητες που μετακινούνταν, αφομοιώνονταν, άλλαζαν γλώσσα και εντάσσονταν σε διαφορετικά διοικητικά και πολιτισμικά περιβάλλοντα. Η Ρώμη είχε ήδη μεταμορφώσει βαθιά τα Βαλκάνια.
Από την Ιλλυρίδα στις ρωμαϊκές επαρχίες
Κατά την ύστερη αρχαιότητα, ο χώρος των δυτικών Βαλκανίων οργανώθηκε σε μια σειρά διοικητικών επαρχιών. Η Δαλματία, η Πραιβαλιτανία, η Δαρδανία, η Παλαιά Ήπειρος και η Νέα Ήπειρος αποτελούσαν διαφορετικές διοικητικές ενότητες ενός κόσμου που βρισκόταν ανάμεσα στη λατινική και την ελληνική πολιτισμική σφαίρα.
Η Epirus Vetus, με κέντρο τη Νικόπολη, ανήκε στον ελληνόφωνο κόσμο της ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Η Epirus Nova, με σημαντικό κέντρο το Δυρράχιο, βρισκόταν σε μια περισσότερο σύνθετη ζώνη, όπου συναντώνταν ελληνικές, λατινικές και τοπικές βαλκανικές παραδόσεις.
Η διάκριση αυτή δεν σημαίνει ότι υπήρχαν δύο απολύτως διαχωρισμένοι πληθυσμοί. Αντίθετα, οι πόλεις, τα λιμάνια, οι εμπορικοί δρόμοι, ο στρατός και η διοίκηση δημιουργούσαν διαρκείς επαφές.
Ο παλαιότερος κόσμος των Ιλλυριών είχε ήδη υποστεί βαθιές μεταβολές. Η ρωμαϊκή κατάκτηση, η αστικοποίηση, η στρατιωτική παρουσία, οι μετακινήσεις πληθυσμών και η σταδιακή διάδοση της λατινικής και της ελληνικής γλώσσας άλλαξαν την κοινωνική και πολιτισμική φυσιογνωμία της περιοχής.
Δεν μπορούμε όμως να μιλήσουμε με επιστημονική ασφάλεια για έναν συγκεκριμένο «εξαφανισμό» των Ιλλυριών σε μία συγκεκριμένη ημερομηνία. Οι αρχαίες ταυτότητες δεν λειτουργούσαν όπως οι νεότερες εθνικές ταυτότητες. Η χρήση του ονόματος «Ιλλυριός» υποχώρησε, ενώ οι τοπικοί πληθυσμοί συνέχισαν να υπάρχουν μέσα σε νέες πολιτικές, γλωσσικές και κοινωνικές πραγματικότητες.
Το σημαντικότερο ήταν ότι ο χώρος ενσωματώθηκε βαθύτερα στον ρωμαϊκό κόσμο.
Η Constitutio Antoniniana του Καρακάλλα, το 212 μ.Χ., επέκτεινε τη ρωμαϊκή πολιτεία σε όλους σχεδόν τους ελεύθερους κατοίκους της αυτοκρατορίας. Δεν «εξάλειψε» από μόνη της τις τοπικές ταυτότητες, συνέβαλε όμως στην ενοποίηση ενός τεράστιου πολιτικού χώρου.
Στους ύστερους ρωμαϊκούς χρόνους η περιοχή αποτελούσε τμήμα ενός τεράστιου πολιτικού και οικονομικού συστήματος. Οι πληθυσμοί της δεν ήταν απομονωμένες και αμετάβλητες «φυλές», αλλά κοινότητες που μετακινούνταν, αφομοιώνονταν, άλλαζαν γλώσσα και εντάσσονταν σε διαφορετικά διοικητικά και πολιτισμικά περιβάλλοντα. Η Ρώμη είχε ήδη μεταμορφώσει βαθιά τα Βαλκάνια.
Από την Ιλλυρίδα στις ρωμαϊκές επαρχίες
Κατά την ύστερη αρχαιότητα, ο χώρος των δυτικών Βαλκανίων οργανώθηκε σε μια σειρά διοικητικών επαρχιών. Η Δαλματία, η Πραιβαλιτανία, η Δαρδανία, η Παλαιά Ήπειρος και η Νέα Ήπειρος αποτελούσαν διαφορετικές διοικητικές ενότητες ενός κόσμου που βρισκόταν ανάμεσα στη λατινική και την ελληνική πολιτισμική σφαίρα.
Η Epirus Vetus, με κέντρο τη Νικόπολη, ανήκε στον ελληνόφωνο κόσμο της ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Η Epirus Nova, με σημαντικό κέντρο το Δυρράχιο, βρισκόταν σε μια περισσότερο σύνθετη ζώνη, όπου συναντώνταν ελληνικές, λατινικές και τοπικές βαλκανικές παραδόσεις.
Η διάκριση αυτή δεν σημαίνει ότι υπήρχαν δύο απολύτως διαχωρισμένοι πληθυσμοί. Αντίθετα, οι πόλεις, τα λιμάνια, οι εμπορικοί δρόμοι, ο στρατός και η διοίκηση δημιουργούσαν διαρκείς επαφές.
Ο παλαιότερος κόσμος των Ιλλυριών είχε ήδη υποστεί βαθιές μεταβολές. Η ρωμαϊκή κατάκτηση, η αστικοποίηση, η στρατιωτική παρουσία, οι μετακινήσεις πληθυσμών και η σταδιακή διάδοση της λατινικής και της ελληνικής γλώσσας άλλαξαν την κοινωνική και πολιτισμική φυσιογνωμία της περιοχής.
Δεν μπορούμε όμως να μιλήσουμε με επιστημονική ασφάλεια για έναν συγκεκριμένο «εξαφανισμό» των Ιλλυριών σε μία συγκεκριμένη ημερομηνία. Οι αρχαίες ταυτότητες δεν λειτουργούσαν όπως οι νεότερες εθνικές ταυτότητες. Η χρήση του ονόματος «Ιλλυριός» υποχώρησε, ενώ οι τοπικοί πληθυσμοί συνέχισαν να υπάρχουν μέσα σε νέες πολιτικές, γλωσσικές και κοινωνικές πραγματικότητες.
Το σημαντικότερο ήταν ότι ο χώρος ενσωματώθηκε βαθύτερα στον ρωμαϊκό κόσμο.
Η Constitutio Antoniniana του Καρακάλλα, το 212 μ.Χ., επέκτεινε τη ρωμαϊκή πολιτεία σε όλους σχεδόν τους ελεύθερους κατοίκους της αυτοκρατορίας. Δεν «εξάλειψε» από μόνη της τις τοπικές ταυτότητες, συνέβαλε όμως στην ενοποίηση ενός τεράστιου πολιτικού χώρου.
Ακόμη πιο σημαντική υπήρξε η επικράτηση του Χριστιανισμού. Η νέα θρησκεία λειτούργησε ως ισχυρός παράγοντας πολιτισμικής ενσωμάτωσης και δημιούργησε ένα κοινό θρησκευτικό πλαίσιο από τις ακτές της Αδριατικής έως την Κωνσταντινούπολη. Στην ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, ο ελληνικός πολιτισμός και η ελληνική γλώσσα απέκτησαν σταδιακά ολοένα μεγαλύτερο βάρος.
Έτσι, όταν φθάνουμε στον 5ο αιώνα, δεν έχουμε απέναντί μας έναν απλό χάρτη «Ιλλυριών» και «Ελλήνων». Έχουμε έναν σύνθετο πληθυσμιακό κόσμο, ενταγμένο στη ρωμαϊκή πολιτική τάξη και επηρεασμένο σε διαφορετικό βαθμό από την ελληνική και τη λατινική γλώσσα.
Η Ήπειρος ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση
Η γεωγραφική θέση της περιοχής υπήρξε καθοριστική. Το Δυρράχιο ήταν ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια της Αδριατικής και αποτελούσε βασικό κόμβο μεταξύ της ιταλικής χερσονήσου και του εσωτερικού των Βαλκανίων. Η Εγνατία Οδός συνέδεε το Δυρράχιο με τη Θεσσαλονίκη και από εκεί με την Κωνσταντινούπολη. Η Νικόπολη, η Απολλωνία, η Απολλωνία της Ιλλυρίας, το Δυρράχιο, η Σκόδρα και άλλες πόλεις αποτελούσαν κρίκους ενός δικτύου που έφερνε σε επαφή διαφορετικούς πληθυσμούς.
Η λεγόμενη Γραμμή του Γίρετσεκ, η οποία χρησιμοποιήθηκε από τον ιστορικό Konstantin Jireček για να περιγράψει τη γενική κατανομή της λατινικής και ελληνικής γλωσσικής επιρροής στα Βαλκάνια, έχει ιστορική αξία ως εργαλείο προσέγγισης. Δεν πρέπει όμως να αντιμετωπίζεται ως απόλυτο σύνορο μεταξύ «Λατίνων» και «Ελλήνων». Η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο σύνθετη και οι γλωσσικές ζώνες επικαλύπτονταν. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τη Νέα Ήπειρο.
Η περιοχή δεν ήταν ούτε ένας αποκλειστικά ελληνικός ούτε ένας αποκλειστικά λατινικός κόσμος. Ήταν μια συνοριακή ζώνη της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, όπου διαφορετικές γλωσσικές και πολιτισμικές επιρροές συνυπήρχαν. Και αυτή ακριβώς η σύνθετη φυσιογνωμία θα αποδειχθεί αποφασιστική όταν αρχίσουν οι μεγάλες αναστατώσεις του 6ου αιώνα.
Οι Γότθοι, οι Ούννοι και η μεγάλη αναστάτωση
Οι επιδρομές των Γότθων, των Ούννων και άλλων ομάδων κατά τον 4ο και 5ο αιώνα συγκλόνισαν τη ρωμαϊκή οικουμένη. Η μάχη της Αδριανούπολης το 378 υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της εποχής. Ωστόσο, δεν πρέπει να θεωρούμε ότι κάθε περιοχή της Βαλκανικής υπέστη την ίδια δημογραφική μεταβολή. Η Ήπειρος και οι δυτικές περιοχές της Βαλκανικής εξακολούθησαν για σημαντικό διάστημα να βρίσκονται υπό τον έλεγχο της ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Το Δυρράχιο παρέμεινε σημαντικό στρατηγικό κέντρο. Τα οχυρά ανακατασκευάστηκαν και ενισχύθηκαν. Η αυτοκρατορική διοίκηση εξακολούθησε να διατηρεί παρουσία. Η μεγάλη τομή ήρθε αργότερα. Ήταν ο 6ος και κυρίως ο 7ος αιώνας, όταν οι επιδρομές και οι εγκαταστάσεις Σλάβων και Αβάρων άλλαξαν σημαντικά το δημογραφικό και πολιτικό τοπίο της Βαλκανικής.
Η κάθοδος των Σλάβων
Από τον 6ο αιώνα οι σλαβικές ομάδες εμφανίζονται όλο και συχνότερα στις πηγές ως επιδρομείς, πολεμιστές και στη συνέχεια ως εγκατεστημένοι πληθυσμοί. Οι σύγχρονες ιστορικές και αρχαιολογικές έρευνες έχουν εγκαταλείψει την απλουστευμένη εικόνα μιας ενιαίας «σλαβικής εισβολής» που κατέστρεψε μονομιάς τον παλαιό πληθυσμό των Βαλκανίων. Οι διαδικασίες ήταν διαφορετικές από περιοχή σε περιοχή, ενώ η μετάβαση από την ύστερη αρχαιότητα στον Μεσαίωνα υπήρξε αποτέλεσμα πολέμων, οικονομικών αλλαγών, επιδημιών, μετακινήσεων και αναδιοργάνωσης της αυτοκρατορικής εξουσίας. Οι Σλάβοι έφτασαν μέχρι την Αδριατική και το νότιο τμήμα της Βαλκανικής. Η εγκατάστασή τους υπήρξε ιδιαίτερα έντονη σε ορισμένες περιοχές, ενώ αλλού οι παλαιότεροι πληθυσμοί διατήρησαν μεγαλύτερη συνέχεια. Αυτό σημαίνει ότι η εικόνα μιας απόλυτης δημογραφικής αντικατάστασης δεν ανταποκρίνεται στην πολυπλοκότητα των διαθέσιμων στοιχείων. Ακόμη και στην Ελλάδα, όπου οι σλαβικές εγκαταστάσεις υπήρξαν σημαντικές, η αρχαιολογία δείχνει ότι η διαδικασία δεν ήταν παντού ίδια. Υπήρχαν παράκτιες και νησιωτικές κοινότητες που διατήρησαν παρουσία και αποτέλεσαν καταφύγια πληθυσμών σε περιόδους ανασφάλειας. Στον βορειότερο χώρο της Νέας Ηπείρου και της Πραιβαλιτανίας η κατάσταση υπήρξε επίσης σύνθετη. Σλαβικές εγκαταστάσεις είναι αναγνωρίσιμες από τη γλωσσική και τοπωνυμική κληρονομιά, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι οι παλαιότεροι ελληνόφωνοι, λατινόφωνοι ή άλλοι πληθυσμοί εξαφανίστηκαν. Οι ταυτότητες που θα εμφανιστούν στους επόμενους αιώνες είναι προϊόν αλληλεπίδρασης.
Το Κομάνι–Κρούγια και το μεγάλο ερώτημα της συνέχειας
Ένα από τα σημαντικότερα αρχαιολογικά ζητήματα για την πρώιμη μεσαιωνική ιστορία της σημερινής Αλβανίας είναι ο λεγόμενος πολιτισμός ή αρχαιολογική ομάδα Κομάνι–Κρούγια, που χρονολογείται περίπου από τα τέλη του 6ου έως τον 8ο αιώνα. Τα ευρήματα δείχνουν έναν κόσμο που δεν μπορεί εύκολα να ενταχθεί σε μία μόνο εθνική κατηγορία. Αντικείμενα, κοσμήματα, ταφικά έθιμα και στοιχεία υλικού πολιτισμού παραπέμπουν σε ένα περιβάλλον όπου συνυπήρχαν παλαιότερες βαλκανικές παραδόσεις και βυζαντινές επιρροές. Το ζήτημα έχει χρησιμοποιηθεί από διαφορετικές σχολές για να υποστηρίξει διαφορετικές θεωρίες σχετικά με την προέλευση των Αλβανών.
Έτσι, όταν φθάνουμε στον 5ο αιώνα, δεν έχουμε απέναντί μας έναν απλό χάρτη «Ιλλυριών» και «Ελλήνων». Έχουμε έναν σύνθετο πληθυσμιακό κόσμο, ενταγμένο στη ρωμαϊκή πολιτική τάξη και επηρεασμένο σε διαφορετικό βαθμό από την ελληνική και τη λατινική γλώσσα.
Η Ήπειρος ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση
Η γεωγραφική θέση της περιοχής υπήρξε καθοριστική. Το Δυρράχιο ήταν ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια της Αδριατικής και αποτελούσε βασικό κόμβο μεταξύ της ιταλικής χερσονήσου και του εσωτερικού των Βαλκανίων. Η Εγνατία Οδός συνέδεε το Δυρράχιο με τη Θεσσαλονίκη και από εκεί με την Κωνσταντινούπολη. Η Νικόπολη, η Απολλωνία, η Απολλωνία της Ιλλυρίας, το Δυρράχιο, η Σκόδρα και άλλες πόλεις αποτελούσαν κρίκους ενός δικτύου που έφερνε σε επαφή διαφορετικούς πληθυσμούς.
Η λεγόμενη Γραμμή του Γίρετσεκ, η οποία χρησιμοποιήθηκε από τον ιστορικό Konstantin Jireček για να περιγράψει τη γενική κατανομή της λατινικής και ελληνικής γλωσσικής επιρροής στα Βαλκάνια, έχει ιστορική αξία ως εργαλείο προσέγγισης. Δεν πρέπει όμως να αντιμετωπίζεται ως απόλυτο σύνορο μεταξύ «Λατίνων» και «Ελλήνων». Η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο σύνθετη και οι γλωσσικές ζώνες επικαλύπτονταν. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τη Νέα Ήπειρο.
Η περιοχή δεν ήταν ούτε ένας αποκλειστικά ελληνικός ούτε ένας αποκλειστικά λατινικός κόσμος. Ήταν μια συνοριακή ζώνη της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, όπου διαφορετικές γλωσσικές και πολιτισμικές επιρροές συνυπήρχαν. Και αυτή ακριβώς η σύνθετη φυσιογνωμία θα αποδειχθεί αποφασιστική όταν αρχίσουν οι μεγάλες αναστατώσεις του 6ου αιώνα.
Οι Γότθοι, οι Ούννοι και η μεγάλη αναστάτωση
Οι επιδρομές των Γότθων, των Ούννων και άλλων ομάδων κατά τον 4ο και 5ο αιώνα συγκλόνισαν τη ρωμαϊκή οικουμένη. Η μάχη της Αδριανούπολης το 378 υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της εποχής. Ωστόσο, δεν πρέπει να θεωρούμε ότι κάθε περιοχή της Βαλκανικής υπέστη την ίδια δημογραφική μεταβολή. Η Ήπειρος και οι δυτικές περιοχές της Βαλκανικής εξακολούθησαν για σημαντικό διάστημα να βρίσκονται υπό τον έλεγχο της ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Το Δυρράχιο παρέμεινε σημαντικό στρατηγικό κέντρο. Τα οχυρά ανακατασκευάστηκαν και ενισχύθηκαν. Η αυτοκρατορική διοίκηση εξακολούθησε να διατηρεί παρουσία. Η μεγάλη τομή ήρθε αργότερα. Ήταν ο 6ος και κυρίως ο 7ος αιώνας, όταν οι επιδρομές και οι εγκαταστάσεις Σλάβων και Αβάρων άλλαξαν σημαντικά το δημογραφικό και πολιτικό τοπίο της Βαλκανικής.
Η κάθοδος των Σλάβων
Από τον 6ο αιώνα οι σλαβικές ομάδες εμφανίζονται όλο και συχνότερα στις πηγές ως επιδρομείς, πολεμιστές και στη συνέχεια ως εγκατεστημένοι πληθυσμοί. Οι σύγχρονες ιστορικές και αρχαιολογικές έρευνες έχουν εγκαταλείψει την απλουστευμένη εικόνα μιας ενιαίας «σλαβικής εισβολής» που κατέστρεψε μονομιάς τον παλαιό πληθυσμό των Βαλκανίων. Οι διαδικασίες ήταν διαφορετικές από περιοχή σε περιοχή, ενώ η μετάβαση από την ύστερη αρχαιότητα στον Μεσαίωνα υπήρξε αποτέλεσμα πολέμων, οικονομικών αλλαγών, επιδημιών, μετακινήσεων και αναδιοργάνωσης της αυτοκρατορικής εξουσίας. Οι Σλάβοι έφτασαν μέχρι την Αδριατική και το νότιο τμήμα της Βαλκανικής. Η εγκατάστασή τους υπήρξε ιδιαίτερα έντονη σε ορισμένες περιοχές, ενώ αλλού οι παλαιότεροι πληθυσμοί διατήρησαν μεγαλύτερη συνέχεια. Αυτό σημαίνει ότι η εικόνα μιας απόλυτης δημογραφικής αντικατάστασης δεν ανταποκρίνεται στην πολυπλοκότητα των διαθέσιμων στοιχείων. Ακόμη και στην Ελλάδα, όπου οι σλαβικές εγκαταστάσεις υπήρξαν σημαντικές, η αρχαιολογία δείχνει ότι η διαδικασία δεν ήταν παντού ίδια. Υπήρχαν παράκτιες και νησιωτικές κοινότητες που διατήρησαν παρουσία και αποτέλεσαν καταφύγια πληθυσμών σε περιόδους ανασφάλειας. Στον βορειότερο χώρο της Νέας Ηπείρου και της Πραιβαλιτανίας η κατάσταση υπήρξε επίσης σύνθετη. Σλαβικές εγκαταστάσεις είναι αναγνωρίσιμες από τη γλωσσική και τοπωνυμική κληρονομιά, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι οι παλαιότεροι ελληνόφωνοι, λατινόφωνοι ή άλλοι πληθυσμοί εξαφανίστηκαν. Οι ταυτότητες που θα εμφανιστούν στους επόμενους αιώνες είναι προϊόν αλληλεπίδρασης.
Το Κομάνι–Κρούγια και το μεγάλο ερώτημα της συνέχειας
Ένα από τα σημαντικότερα αρχαιολογικά ζητήματα για την πρώιμη μεσαιωνική ιστορία της σημερινής Αλβανίας είναι ο λεγόμενος πολιτισμός ή αρχαιολογική ομάδα Κομάνι–Κρούγια, που χρονολογείται περίπου από τα τέλη του 6ου έως τον 8ο αιώνα. Τα ευρήματα δείχνουν έναν κόσμο που δεν μπορεί εύκολα να ενταχθεί σε μία μόνο εθνική κατηγορία. Αντικείμενα, κοσμήματα, ταφικά έθιμα και στοιχεία υλικού πολιτισμού παραπέμπουν σε ένα περιβάλλον όπου συνυπήρχαν παλαιότερες βαλκανικές παραδόσεις και βυζαντινές επιρροές. Το ζήτημα έχει χρησιμοποιηθεί από διαφορετικές σχολές για να υποστηρίξει διαφορετικές θεωρίες σχετικά με την προέλευση των Αλβανών.
Εδώ χρειάζεται προσοχή.
Η αρχαιολογία μπορεί να αποκαλύψει πολιτισμικές επαφές, μετακινήσεις και συνέχειες. Δεν μπορεί από μόνη της να μετατρέψει ένα σύνολο ευρημάτων σε «εθνότητα» με τη σύγχρονη έννοια. Το ίδιο ισχύει και για τη γλώσσα. Η αλβανική γλώσσα αποτελεί ξεχωριστό κλάδο της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας. Η ακριβής διαδρομή με την οποία διαμορφώθηκε από τους αρχαίους και ύστερους αρχαίους πληθυσμούς των δυτικών Βαλκανίων εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο επιστημονικής συζήτησης. Στη σύγχρονη αλβανική ιστοριογραφία και σε τμήμα της διεθνούς έρευνας έχει υποστηριχθεί η συνέχεια μεταξύ αρχαίων βαλκανικών πληθυσμών και των μεσαιωνικών Αλβανών. Άλλες προσεγγίσεις δίνουν μεγαλύτερο βάρος στις μετακινήσεις και στις δημογραφικές ανακατατάξεις του πρώιμου Μεσαίωνα.
Η σημερινή έρευνα είναι πολύ πιο προσεκτική από τις παλαιότερες εθνικές ιστοριογραφίες. Η ίδια η σύγχρονη βιβλιογραφία για την αλβανική ιστορία εξετάζει ξεχωριστά ζητήματα όπως η ρωμαϊκή συνέχεια, οι πρώιμες σλαβικές πολιτείες, οι μεσαιωνικές μετακινήσεις και η εμφάνιση των Αρβανιτών.
Πότε εμφανίζονται οι Αλβανοί στην ιστορική σκηνή;
Εδώ βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της βαλκανικής ιστοριογραφίας. Οι αρχαίες πηγές δεν μας παραδίδουν έναν λαό με τη σύγχρονη ονομασία «Αλβανοί» που να περιγράφεται συνεχώς από την αρχαιότητα έως τον Μεσαίωνα. Η εμφάνιση των ονομασιών που συνδέονται με τους Αλβανούς στον μεσαιωνικό κόσμο είναι σταδιακή. Οι μεταγενέστερες πηγές αναφέρονται σε Albanoi, Arbanitai, Arbanon και άλλες σχετικές μορφές. Η ακριβής σχέση μεταξύ των διαφορετικών αυτών ονομασιών, των γεωγραφικών περιοχών στις οποίες χρησιμοποιούνται και των πληθυσμών που περιγράφουν είναι αντικείμενο έρευνας.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι Αλβανοί «εμφανίστηκαν από το πουθενά». Ούτε, αντίστροφα, επιτρέπει να θεωρήσουμε αποδεδειγμένη οποιαδήποτε συγκεκριμένη θεωρία περί απευθείας καταγωγής από έναν και μοναδικό αρχαίο λαό. Η εθνογένεση είναι συνήθως διαδικασία και όχι στιγμιαίο γεγονός. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την περιοχή της Ηπείρου.
Η Ήπειρος του Μεσαίωνα δεν ήταν μονοεθνική
Μία από τις παλαιότερες αντιπαραθέσεις της ελληνικής και της αλβανικής ιστοριογραφίας αφορά το ερώτημα ποιος πληθυσμός κατοικούσε στην Ήπειρο κατά τον Μεσαίωνα. Η σύγχρονη έρευνα έχει απομακρυνθεί από τις απόλυτες διατυπώσεις.
Για την περιοχή του Αργυροκάστρου, της Δρυινουπόλεως και της ευρύτερης Ηπείρου, υπάρχουν ενδείξεις για συνύπαρξη ελληνόφωνων και αλβανόφωνων πληθυσμών, ενώ οι αλβανικές μετακινήσεις προς την περιοχή κατά τον 14ο αιώνα είναι τεκμηριωμένες. Μελέτη του Κωνσταντίνου Γιακουμή, βασισμένη σε γλωσσικές και ιστορικές πηγές, υπογραμμίζει ακριβώς αυτή την πολυπλοκότητα και απορρίπτει την εικόνα ενός χώρου που υπήρξε αποκλειστικά ελληνικός ή αποκλειστικά αλβανικός.
Αυτό δεν μειώνει τη σημασία της ελληνικής παρουσίας στην Ήπειρο. Αντίθετα, εξηγεί γιατί η ελληνική γλώσσα, η ορθόδοξη παράδοση, οι τοπικές κοινότητες και οι ελληνικοί θεσμοί επιβίωσαν σε πολλές περιοχές μέσα σε ένα πολυγλωσσικό περιβάλλον. Η ιστορία της περιοχής δεν ήταν ιστορία «αντικατάστασης» ενός λαού από έναν άλλον. Ήταν πολύ συχνότερα ιστορία συνύπαρξης, αφομοίωσης, μετακίνησης και αλλαγής γλώσσας.
Οι μεγάλες μετακινήσεις του 13ου και 14ου αιώνα
Ο 13ος και ο 14ος αιώνας υπήρξαν αποφασιστικοί. Η κατάρρευση της βυζαντινής πολιτικής ενότητας μετά το 1204, η δημιουργία του Δεσποτάτου της Ηπείρου, οι λατινικές ηγεμονίες, οι βουλγαρικές και σερβικές επεκτάσεις και οι εσωτερικές συγκρούσεις δημιούργησαν ένα περιβάλλον μεγάλης πολιτικής αστάθειας. Σε αυτό το περιβάλλον σημειώθηκαν σημαντικές μετακινήσεις πληθυσμών. Αλβανόφωνες ομάδες μετακινήθηκαν προς διάφορες περιοχές της Ηπείρου και της Θεσσαλίας. Παράλληλα μετακινούνταν ελληνόφωνοι και βλαχόφωνοι πληθυσμοί.
Δεν υπήρχε μία μοναδική κατεύθυνση μετακίνησης. Οι άνθρωποι εγκατέλειπαν περιοχές που βρίσκονταν σε εμπόλεμη κατάσταση και αναζητούσαν ασφαλέστερες ζώνες. Η οικονομία, η κτηνοτροφία, η γη και οι ανάγκες των ηγεμόνων για εποίκους επηρέαζαν επίσης τις μετακινήσεις.
Στα μέσα του 14ου αιώνα η επέκταση του Στεφάνου Δουσάν αναδιαμόρφωσε εκ νέου τον χάρτη. Το 1346 ο Στέφανος Δουσάν στέφθηκε «αυτοκράτωρ Σέρβων και Ρωμαίων/Ελλήνων» και μέσα σε λίγα χρόνια η σερβική κυριαρχία είχε επεκταθεί βαθιά στον βαλκανικό χώρο. Οι συνεχείς πόλεμοι συνέβαλαν στη δημιουργία νέων μεταναστευτικών κυμάτων. Κάποιες από αυτές τις ομάδες θα κατευθυνθούν προς τη Θεσσαλία, την Αιτωλοακαρνανία, τη Στερεά Ελλάδα και τελικά την Πελοπόννησο. Εδώ βρίσκεται ένας από τους βασικούς σταθμούς της ιστορίας των Αρβανιτών.
Οι Αρβανίτες και η ελληνική ιστορική εμπειρία
Οι Αρβανίτες αποτελούν ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο γλώσσα και εθνική ταυτότητα δεν ταυτίζονται πάντοτε. Οι αρβανίτικες ποικιλίες είναι συγγενείς με την αλβανική γλώσσα. Οι κοινότητες που εγκαταστάθηκαν στον ελλαδικό χώρο κατά τον Μεσαίωνα και τους μεταγενέστερους αιώνες εντάχθηκαν όμως σταδιακά στον ελληνικό κοινωνικό, πολιτικό και θρησκευτικό κόσμο. Οι μετακινήσεις προς τη Θεσσαλία, τη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο πραγματοποιήθηκαν σε διαφορετικά κύματα και υπό διαφορετικές συνθήκες. Κατά τον ύστερο Μεσαίωνα και την πρώιμη οθωμανική περίοδο, αλβανόφωνοι πληθυσμοί εγκαταστάθηκαν σε πολλές περιοχές του ελληνικού χώρου. Ορισμένες εγκαταστάσεις συνδέθηκαν με προσκλήσεις ηγεμόνων, άλλες με την ανάγκη ανασυγκρότησης κατεστραμμένων περιοχών και άλλες με την αναζήτηση ασφαλέστερων τόπων. Η ιστορία αυτή δεν μπορεί να χωρέσει σε μία μόνο «μετανάστευση των Αλβανών προς την Ελλάδα». Υπήρξαν πολλά διαφορετικά κύματα, διαφορετικές ομάδες, διαφορετικές θρησκευτικές ταυτότητες και διαφορετικές σχέσεις με τον ελληνόφωνο πληθυσμό. Οι ορθόδοξοι Αρβανίτες της νότιας Ελλάδας αποτέλεσαν σταδιακά αναπόσπαστο μέρος της ελληνικής κοινωνίας.
Η γλώσσα τους παρέμεινε για αιώνες, ενώ η ελληνική γλώσσα κυριάρχησε σταδιακά ως γλώσσα εκπαίδευσης, διοίκησης, εκκλησίας και δημόσιας ζωής. Η μετάβαση αυτή αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα γλωσσικής μετατόπισης.
Αρβανίτες δεν σημαίνει αυτομάτως «αλβανική μειονότητα»
Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό επειδή στη νεότερη εποχή επιχειρήθηκε συχνά να ταυτιστούν η γλώσσα, η εθνότητα και η πολιτική ταυτότητα. Αυτό όμως είναι ιστορικά προβληματικό. Η ύπαρξη μιας κοινότητας που μιλά ή μιλούσε μια γλωσσική ποικιλία συγγενή προς την αλβανική δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι η συγκεκριμένη κοινότητα αυτοπροσδιοριζόταν ως αλβανική εθνική μειονότητα. Οι Αρβανίτες της Ελλάδας αποτέλεσαν ιστορικά ένα ιδιαίτερο παράδειγμα: αρβανίτικη γλώσσα, ορθόδοξη πίστη, τοπικές παραδόσεις και βαθμιαία ισχυρή ελληνική εθνική ταυτότητα. Η ιστορική αυτή πραγματικότητα πρέπει να μελετάται χωρίς υπερβολές και προς τις δύο κατευθύνσεις.
Δεν είναι επιστημονικά ορθό να υποστηρίζεται ότι κάθε Αρβανίτης ήταν απλώς «Αλβανός που εξελληνίστηκε». Εξίσου προβληματικό θα ήταν να διαγραφεί η αλβανική γλωσσική συγγένεια των αρβανίτικων.
Η γλώσσα είναι ένα ιστορικό δεδομένο. Η ταυτότητα όμως είναι αποτέλεσμα πολύ ευρύτερων κοινωνικών και ιστορικών διαδικασιών.
Η Πελοπόννησος και οι Αρβανίτες
Στην Πελοπόννησο οι αλβανόφωνες εγκαταστάσεις απέκτησαν σημαντική έκταση. Η Αργολίδα, η Κορινθία, η Αρκαδία, η Λακωνία και άλλες περιοχές γνώρισαν την εγκατάσταση αλβανόφωνων πληθυσμών σε διαφορετικές περιόδους. Κατά τους ύστερους βυζαντινούς χρόνους και ιδιαίτερα κατά την περίοδο των Παλαιολόγων, η εγκατάσταση πληθυσμών συνδεόταν συχνά με τις ανάγκες των ηγεμόνων για την ενίσχυση της άμυνας και της παραγωγής. Αργότερα, υπό την οθωμανική κυριαρχία, οι μετακινήσεις συνεχίστηκαν.
Οι Αρβανίτες συμμετείχαν ενεργά στην οικονομική και κοινωνική ζωή των περιοχών όπου εγκαταστάθηκαν. Δημιούργησαν χωριά, καλλιέργησαν γη, ασχολήθηκαν με την κτηνοτροφία και συμμετείχαν στις τοπικές κοινωνίες. Η ιστορική τους παρουσία είναι επομένως πολύ ευρύτερη από το ζήτημα της γλώσσας.
Οι αριθμοί που δεν μπορούν να δώσουν εύκολη απάντηση
Ένα από τα δυσκολότερα ζητήματα είναι ο αριθμός των Αρβανιτών και των αρβανιτόφωνων. Οι παλαιότερες απογραφές δεν κατέγραφαν πάντοτε την εθνική ή γλωσσική ταυτότητα με τρόπο συγκρίσιμο με τις σύγχρονες στατιστικές. Οι αριθμοί που έχουν προταθεί από διαφορετικούς μελετητές παρουσιάζουν τεράστιες αποκλίσεις.
Αυτό δεν είναι παράδοξο. Ένας ερευνητής μπορεί να υπολογίζει τους ανθρώπους που μιλούσαν ενεργά αρβανίτικα. Άλλος μπορεί να συμπεριλαμβάνει όλους όσοι προέρχονταν από αρβανίτικες οικογένειες. Άλλος μπορεί να χρησιμοποιεί γεωγραφικά κριτήρια. Γι' αυτό και αριθμοί από δεκάδες χιλιάδες έως πολύ μεγαλύτερα μεγέθη δεν μπορούν να συγκριθούν χωρίς να γνωρίζουμε ακριβώς τι μετρούν.
Ο Peter Trudgill, ένας από τους σημαντικότερους κοινωνιογλωσσολόγους που ασχολήθηκαν με τα αρβανίτικα, είχε επισημάνει ήδη από τις δεκαετίες του 1970 και του 1980 ότι η διγλωσσία και η εγκατάλειψη της γλώσσας από τις νεότερες γενιές καθιστούσαν εξαιρετικά δύσκολη την καταμέτρηση των ομιλητών. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σήμερα.
Οι αρβανίτικες ποικιλίες βρίσκονται σε διαδικασία σημαντικής υποχώρησης. Η ελληνική έχει καταστεί η κυρίαρχη γλώσσα των κοινοτήτων και οι φυσικοί ομιλητές μειώνονται. Έτσι, το ζήτημα πλέον δεν είναι μόνο πόσοι Αρβανίτες υπάρχουν, αλλά πόσο από το γλωσσικό και πολιτισμικό τους απόθεμα θα επιβιώσει.
Από τον Καστριώτη στην οθωμανική κατάκτηση
Ο 15ος αιώνας υπήρξε ο αιώνας της μεγάλης ανατροπής. Η άνοδος της οθωμανικής δύναμης άλλαξε οριστικά τον πολιτικό χάρτη των Βαλκανίων. Τα Ιωάννινα καταλήφθηκαν το 1430, η Άρτα το 1449, ενώ η Κωνσταντινούπολη έπεσε το 1453. Η αντίσταση του Γεωργίου Καστριώτη, γνωστού ως Σκεντέρμπεη, ανέκοψε για δεκαετίες την οθωμανική επέκταση στις περιοχές της σημερινής Αλβανίας, αλλά τελικά οι Οθωμανοί επικράτησαν. Η νέα πολιτική πραγματικότητα δημιούργησε καινούργια μεταναστευτικά κύματα. Πληθυσμοί εγκατέλειψαν περιοχές όπου ο πόλεμος, η φορολογία και η ανασφάλεια είχαν καταστήσει δύσκολη τη ζωή. Άλλοι μετακινήθηκαν για οικονομικούς λόγους. Άλλοι μεταφέρθηκαν ή εγκαταστάθηκαν σε νέες περιοχές στο πλαίσιο των οθωμανικών πρακτικών εποικισμού. Η Βαλκανική συνέχισε να μετακινείται.
Από την Ύδρα και τις Σπέτσες έως τον Λάλα
Στους επόμενους αιώνες, αλβανόφωνοι πληθυσμοί βρίσκονται σε πολλές περιοχές της νότιας Ελλάδας.
Η Ύδρα, οι Σπέτσες, ο Πόρος και άλλες περιοχές του Αργοσαρωνικού συνδέθηκαν με αρβανίτικες κοινότητες. Στην Πελοπόννησο, ιδιαίτερα στην Αργολίδα και την Κορινθία, δημιουργήθηκαν ισχυρές αρβανίτικες κοινότητες. Η περίπτωση του Λάλα στην Ηλεία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της πολυπλοκότητας της περιόδου. Οι πληθυσμιακές μετακινήσεις δεν ήταν μονοσήμαντες ούτε αφορούσαν αποκλειστικά χριστιανούς ή μουσουλμάνους. Η θρησκευτική ταυτότητα μπορούσε να μεταβάλλει δραστικά την κοινωνική θέση μιας κοινότητας και τις σχέσεις της με τις γειτονικές ομάδες.
Γι' αυτό είναι απαραίτητο να διαχωρίζουμε τους ορθόδοξους Αρβανίτες της νότιας Ελλάδας από τις μουσουλμανικές αλβανόφωνες ομάδες που μετακινήθηκαν σε διάφορες περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η κοινή γλώσσα δεν συνεπαγόταν κοινή πολιτική ταυτότητα.
Το μεγάλο ιστορικό παράδοξο
Η περίπτωση των Αρβανιτών αναδεικνύει ένα από τα σημαντικότερα παράδοξα της βαλκανικής ιστορίας. Μία γλώσσα μπορεί να επιβιώνει όταν η αρχική εθνική ταυτότητα που συνδέθηκε μαζί της έχει αλλάξει. Ένας πληθυσμός μπορεί να διατηρεί τοπικές παραδόσεις και γλωσσικά στοιχεία ενώ ταυτόχρονα να αποκτά μια νέα εθνική ταυτότητα. Και μία κοινότητα μπορεί να συμμετέχει ενεργά στη δημιουργία ενός κράτους που χρησιμοποιεί ως επίσημη γλώσσα μια διαφορετική γλώσσα από τη δική της. Αυτό συνέβη με τους Αρβανίτες στην Ελλάδα.
Κατά την Επανάσταση του 1821, πολλοί Αρβανίτες συμμετείχαν στις ελληνικές επαναστατικές δυνάμεις. Η αρβανίτικη καταγωγή ή γλώσσα δεν αποτέλεσε εμπόδιο στη διαμόρφωση της ελληνικής εθνικής ταυτότητας. Η διαδικασία αυτή είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα και συνεχίστηκε μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους.
Το πρόβλημα των νεότερων εθνικών αφηγήσεων
Ακριβώς εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη παγίδα της ιστορικής μελέτης. Τόσο η ελληνική όσο και η αλβανική εθνική ιστοριογραφία διαμόρφωσαν, ιδιαίτερα από τον 19ο αιώνα, αφηγήσεις που συχνά αναζητούσαν καθαρές γραμμές συνέχειας. Η μία πλευρά μπορούσε να αναζητά έναν αδιάσπαστο ελληνικό πληθυσμό από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Η άλλη μπορούσε να αναζητά την αδιάσπαστη συνέχεια ενός αλβανικού πληθυσμού από την αρχαιότητα έως τη σύγχρονη εποχή.
Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ πιο σύνθετη. Οι πληθυσμοί μετακινούνταν. Οι γλώσσες άλλαζαν. Οι θρησκευτικές ταυτότητες μετασχηματίζονταν. Οι πολιτικές εξουσίες άλλαζαν. Και οι άνθρωποι μπορούσαν να αποκτούν νέες συλλογικές ταυτότητες χωρίς να εξαφανίζεται κάθε ίχνος της προηγούμενης πολιτισμικής τους κληρονομιάς.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι σύγχρονοι ιστορικοί αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερη προσοχή τις παλαιότερες θεωρίες περί «καθαρών» εθνικών πληθυσμών.
Η περίπτωση των Τόσκηδων
Ιδιαίτερα έντονη υπήρξε η συζήτηση γύρω από τους Τόσκηδες. Παλαιότεροι Έλληνες συγγραφείς και ορισμένοι περιηγητές του 19ου αιώνα τόνισαν τις έντονες πολιτισμικές και κοινωνικές ομοιότητες μεταξύ Τόσκηδων και Ελλήνων. Άλλες προσεγγίσεις υποστήριξαν ότι οι Τόσκηδες αποτελούσαν ελληνικούς πληθυσμούς που σταδιακά υιοθέτησαν την αλβανική γλώσσα. Η θέση αυτή είναι ενδιαφέρουσα ως ιστοριογραφική υπόθεση, δεν μπορεί όμως να μετατραπεί σε γενικό και αποδεδειγμένο κανόνα για ολόκληρο τον νότιο αλβανικό χώρο. Η γλωσσική αλλαγή είναι πράγματι δυνατό να συμβεί. Η υιοθέτηση μιας γλώσσας δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά μαζική μετακίνηση πληθυσμού. Ταυτόχρονα, όμως, η πολιτισμική ομοιότητα δεν αποδεικνύει από μόνη της συγκεκριμένη βιολογική ή εθνική καταγωγή. Η σύγχρονη ιστορική έρευνα προτιμά να εξετάζει κάθε περιοχή ξεχωριστά. Και αυτό είναι ίσως το ασφαλέστερο συμπέρασμα.
Η Ήπειρος ως σταυροδρόμι
Από τη ρωμαϊκή εποχή μέχρι τους ύστερους οθωμανικούς χρόνους, η Ήπειρος υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους χώρους συνάντησης των βαλκανικών πληθυσμών. Ελληνόφωνοι, αλβανόφωνοι, βλαχόφωνοι και άλλοι πληθυσμοί συνυπήρξαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και σε διαφορετικές αναλογίες.
Η ελληνική γλώσσα και η ορθόδοξη παράδοση διατήρησαν ισχυρότατη παρουσία σε μεγάλο τμήμα της Ηπείρου. Παράλληλα, η αλβανική γλώσσα εξαπλώθηκε σε ευρύτερες περιοχές, ιδίως κατά τους ύστερους μεσαιωνικούς και οθωμανικούς χρόνους.
Η εικόνα αυτή δεν αποτελεί εξαίρεση. Είναι ο κανόνας των Βαλκανίων. Η Βαλκανική δεν υπήρξε ποτέ ένα μωσαϊκό από απολύτως χωρισμένους και αμετάβλητους λαούς. Υπήρξε ένα μωσαϊκό που συνεχώς ανασυντιθέμενο.
Η αρχαιολογία μπορεί να αποκαλύψει πολιτισμικές επαφές, μετακινήσεις και συνέχειες. Δεν μπορεί από μόνη της να μετατρέψει ένα σύνολο ευρημάτων σε «εθνότητα» με τη σύγχρονη έννοια. Το ίδιο ισχύει και για τη γλώσσα. Η αλβανική γλώσσα αποτελεί ξεχωριστό κλάδο της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας. Η ακριβής διαδρομή με την οποία διαμορφώθηκε από τους αρχαίους και ύστερους αρχαίους πληθυσμούς των δυτικών Βαλκανίων εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο επιστημονικής συζήτησης. Στη σύγχρονη αλβανική ιστοριογραφία και σε τμήμα της διεθνούς έρευνας έχει υποστηριχθεί η συνέχεια μεταξύ αρχαίων βαλκανικών πληθυσμών και των μεσαιωνικών Αλβανών. Άλλες προσεγγίσεις δίνουν μεγαλύτερο βάρος στις μετακινήσεις και στις δημογραφικές ανακατατάξεις του πρώιμου Μεσαίωνα.
Η σημερινή έρευνα είναι πολύ πιο προσεκτική από τις παλαιότερες εθνικές ιστοριογραφίες. Η ίδια η σύγχρονη βιβλιογραφία για την αλβανική ιστορία εξετάζει ξεχωριστά ζητήματα όπως η ρωμαϊκή συνέχεια, οι πρώιμες σλαβικές πολιτείες, οι μεσαιωνικές μετακινήσεις και η εμφάνιση των Αρβανιτών.
Πότε εμφανίζονται οι Αλβανοί στην ιστορική σκηνή;
Εδώ βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της βαλκανικής ιστοριογραφίας. Οι αρχαίες πηγές δεν μας παραδίδουν έναν λαό με τη σύγχρονη ονομασία «Αλβανοί» που να περιγράφεται συνεχώς από την αρχαιότητα έως τον Μεσαίωνα. Η εμφάνιση των ονομασιών που συνδέονται με τους Αλβανούς στον μεσαιωνικό κόσμο είναι σταδιακή. Οι μεταγενέστερες πηγές αναφέρονται σε Albanoi, Arbanitai, Arbanon και άλλες σχετικές μορφές. Η ακριβής σχέση μεταξύ των διαφορετικών αυτών ονομασιών, των γεωγραφικών περιοχών στις οποίες χρησιμοποιούνται και των πληθυσμών που περιγράφουν είναι αντικείμενο έρευνας.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι Αλβανοί «εμφανίστηκαν από το πουθενά». Ούτε, αντίστροφα, επιτρέπει να θεωρήσουμε αποδεδειγμένη οποιαδήποτε συγκεκριμένη θεωρία περί απευθείας καταγωγής από έναν και μοναδικό αρχαίο λαό. Η εθνογένεση είναι συνήθως διαδικασία και όχι στιγμιαίο γεγονός. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την περιοχή της Ηπείρου.
Η Ήπειρος του Μεσαίωνα δεν ήταν μονοεθνική
Μία από τις παλαιότερες αντιπαραθέσεις της ελληνικής και της αλβανικής ιστοριογραφίας αφορά το ερώτημα ποιος πληθυσμός κατοικούσε στην Ήπειρο κατά τον Μεσαίωνα. Η σύγχρονη έρευνα έχει απομακρυνθεί από τις απόλυτες διατυπώσεις.
Για την περιοχή του Αργυροκάστρου, της Δρυινουπόλεως και της ευρύτερης Ηπείρου, υπάρχουν ενδείξεις για συνύπαρξη ελληνόφωνων και αλβανόφωνων πληθυσμών, ενώ οι αλβανικές μετακινήσεις προς την περιοχή κατά τον 14ο αιώνα είναι τεκμηριωμένες. Μελέτη του Κωνσταντίνου Γιακουμή, βασισμένη σε γλωσσικές και ιστορικές πηγές, υπογραμμίζει ακριβώς αυτή την πολυπλοκότητα και απορρίπτει την εικόνα ενός χώρου που υπήρξε αποκλειστικά ελληνικός ή αποκλειστικά αλβανικός.
Αυτό δεν μειώνει τη σημασία της ελληνικής παρουσίας στην Ήπειρο. Αντίθετα, εξηγεί γιατί η ελληνική γλώσσα, η ορθόδοξη παράδοση, οι τοπικές κοινότητες και οι ελληνικοί θεσμοί επιβίωσαν σε πολλές περιοχές μέσα σε ένα πολυγλωσσικό περιβάλλον. Η ιστορία της περιοχής δεν ήταν ιστορία «αντικατάστασης» ενός λαού από έναν άλλον. Ήταν πολύ συχνότερα ιστορία συνύπαρξης, αφομοίωσης, μετακίνησης και αλλαγής γλώσσας.
Οι μεγάλες μετακινήσεις του 13ου και 14ου αιώνα
Ο 13ος και ο 14ος αιώνας υπήρξαν αποφασιστικοί. Η κατάρρευση της βυζαντινής πολιτικής ενότητας μετά το 1204, η δημιουργία του Δεσποτάτου της Ηπείρου, οι λατινικές ηγεμονίες, οι βουλγαρικές και σερβικές επεκτάσεις και οι εσωτερικές συγκρούσεις δημιούργησαν ένα περιβάλλον μεγάλης πολιτικής αστάθειας. Σε αυτό το περιβάλλον σημειώθηκαν σημαντικές μετακινήσεις πληθυσμών. Αλβανόφωνες ομάδες μετακινήθηκαν προς διάφορες περιοχές της Ηπείρου και της Θεσσαλίας. Παράλληλα μετακινούνταν ελληνόφωνοι και βλαχόφωνοι πληθυσμοί.
Δεν υπήρχε μία μοναδική κατεύθυνση μετακίνησης. Οι άνθρωποι εγκατέλειπαν περιοχές που βρίσκονταν σε εμπόλεμη κατάσταση και αναζητούσαν ασφαλέστερες ζώνες. Η οικονομία, η κτηνοτροφία, η γη και οι ανάγκες των ηγεμόνων για εποίκους επηρέαζαν επίσης τις μετακινήσεις.
Στα μέσα του 14ου αιώνα η επέκταση του Στεφάνου Δουσάν αναδιαμόρφωσε εκ νέου τον χάρτη. Το 1346 ο Στέφανος Δουσάν στέφθηκε «αυτοκράτωρ Σέρβων και Ρωμαίων/Ελλήνων» και μέσα σε λίγα χρόνια η σερβική κυριαρχία είχε επεκταθεί βαθιά στον βαλκανικό χώρο. Οι συνεχείς πόλεμοι συνέβαλαν στη δημιουργία νέων μεταναστευτικών κυμάτων. Κάποιες από αυτές τις ομάδες θα κατευθυνθούν προς τη Θεσσαλία, την Αιτωλοακαρνανία, τη Στερεά Ελλάδα και τελικά την Πελοπόννησο. Εδώ βρίσκεται ένας από τους βασικούς σταθμούς της ιστορίας των Αρβανιτών.
Οι Αρβανίτες και η ελληνική ιστορική εμπειρία
Οι Αρβανίτες αποτελούν ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο γλώσσα και εθνική ταυτότητα δεν ταυτίζονται πάντοτε. Οι αρβανίτικες ποικιλίες είναι συγγενείς με την αλβανική γλώσσα. Οι κοινότητες που εγκαταστάθηκαν στον ελλαδικό χώρο κατά τον Μεσαίωνα και τους μεταγενέστερους αιώνες εντάχθηκαν όμως σταδιακά στον ελληνικό κοινωνικό, πολιτικό και θρησκευτικό κόσμο. Οι μετακινήσεις προς τη Θεσσαλία, τη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο πραγματοποιήθηκαν σε διαφορετικά κύματα και υπό διαφορετικές συνθήκες. Κατά τον ύστερο Μεσαίωνα και την πρώιμη οθωμανική περίοδο, αλβανόφωνοι πληθυσμοί εγκαταστάθηκαν σε πολλές περιοχές του ελληνικού χώρου. Ορισμένες εγκαταστάσεις συνδέθηκαν με προσκλήσεις ηγεμόνων, άλλες με την ανάγκη ανασυγκρότησης κατεστραμμένων περιοχών και άλλες με την αναζήτηση ασφαλέστερων τόπων. Η ιστορία αυτή δεν μπορεί να χωρέσει σε μία μόνο «μετανάστευση των Αλβανών προς την Ελλάδα». Υπήρξαν πολλά διαφορετικά κύματα, διαφορετικές ομάδες, διαφορετικές θρησκευτικές ταυτότητες και διαφορετικές σχέσεις με τον ελληνόφωνο πληθυσμό. Οι ορθόδοξοι Αρβανίτες της νότιας Ελλάδας αποτέλεσαν σταδιακά αναπόσπαστο μέρος της ελληνικής κοινωνίας.
Η γλώσσα τους παρέμεινε για αιώνες, ενώ η ελληνική γλώσσα κυριάρχησε σταδιακά ως γλώσσα εκπαίδευσης, διοίκησης, εκκλησίας και δημόσιας ζωής. Η μετάβαση αυτή αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα γλωσσικής μετατόπισης.
Αρβανίτες δεν σημαίνει αυτομάτως «αλβανική μειονότητα»
Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό επειδή στη νεότερη εποχή επιχειρήθηκε συχνά να ταυτιστούν η γλώσσα, η εθνότητα και η πολιτική ταυτότητα. Αυτό όμως είναι ιστορικά προβληματικό. Η ύπαρξη μιας κοινότητας που μιλά ή μιλούσε μια γλωσσική ποικιλία συγγενή προς την αλβανική δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι η συγκεκριμένη κοινότητα αυτοπροσδιοριζόταν ως αλβανική εθνική μειονότητα. Οι Αρβανίτες της Ελλάδας αποτέλεσαν ιστορικά ένα ιδιαίτερο παράδειγμα: αρβανίτικη γλώσσα, ορθόδοξη πίστη, τοπικές παραδόσεις και βαθμιαία ισχυρή ελληνική εθνική ταυτότητα. Η ιστορική αυτή πραγματικότητα πρέπει να μελετάται χωρίς υπερβολές και προς τις δύο κατευθύνσεις.
Δεν είναι επιστημονικά ορθό να υποστηρίζεται ότι κάθε Αρβανίτης ήταν απλώς «Αλβανός που εξελληνίστηκε». Εξίσου προβληματικό θα ήταν να διαγραφεί η αλβανική γλωσσική συγγένεια των αρβανίτικων.
Η γλώσσα είναι ένα ιστορικό δεδομένο. Η ταυτότητα όμως είναι αποτέλεσμα πολύ ευρύτερων κοινωνικών και ιστορικών διαδικασιών.
Η Πελοπόννησος και οι Αρβανίτες
Στην Πελοπόννησο οι αλβανόφωνες εγκαταστάσεις απέκτησαν σημαντική έκταση. Η Αργολίδα, η Κορινθία, η Αρκαδία, η Λακωνία και άλλες περιοχές γνώρισαν την εγκατάσταση αλβανόφωνων πληθυσμών σε διαφορετικές περιόδους. Κατά τους ύστερους βυζαντινούς χρόνους και ιδιαίτερα κατά την περίοδο των Παλαιολόγων, η εγκατάσταση πληθυσμών συνδεόταν συχνά με τις ανάγκες των ηγεμόνων για την ενίσχυση της άμυνας και της παραγωγής. Αργότερα, υπό την οθωμανική κυριαρχία, οι μετακινήσεις συνεχίστηκαν.
Οι Αρβανίτες συμμετείχαν ενεργά στην οικονομική και κοινωνική ζωή των περιοχών όπου εγκαταστάθηκαν. Δημιούργησαν χωριά, καλλιέργησαν γη, ασχολήθηκαν με την κτηνοτροφία και συμμετείχαν στις τοπικές κοινωνίες. Η ιστορική τους παρουσία είναι επομένως πολύ ευρύτερη από το ζήτημα της γλώσσας.
Οι αριθμοί που δεν μπορούν να δώσουν εύκολη απάντηση
Ένα από τα δυσκολότερα ζητήματα είναι ο αριθμός των Αρβανιτών και των αρβανιτόφωνων. Οι παλαιότερες απογραφές δεν κατέγραφαν πάντοτε την εθνική ή γλωσσική ταυτότητα με τρόπο συγκρίσιμο με τις σύγχρονες στατιστικές. Οι αριθμοί που έχουν προταθεί από διαφορετικούς μελετητές παρουσιάζουν τεράστιες αποκλίσεις.
Αυτό δεν είναι παράδοξο. Ένας ερευνητής μπορεί να υπολογίζει τους ανθρώπους που μιλούσαν ενεργά αρβανίτικα. Άλλος μπορεί να συμπεριλαμβάνει όλους όσοι προέρχονταν από αρβανίτικες οικογένειες. Άλλος μπορεί να χρησιμοποιεί γεωγραφικά κριτήρια. Γι' αυτό και αριθμοί από δεκάδες χιλιάδες έως πολύ μεγαλύτερα μεγέθη δεν μπορούν να συγκριθούν χωρίς να γνωρίζουμε ακριβώς τι μετρούν.
Ο Peter Trudgill, ένας από τους σημαντικότερους κοινωνιογλωσσολόγους που ασχολήθηκαν με τα αρβανίτικα, είχε επισημάνει ήδη από τις δεκαετίες του 1970 και του 1980 ότι η διγλωσσία και η εγκατάλειψη της γλώσσας από τις νεότερες γενιές καθιστούσαν εξαιρετικά δύσκολη την καταμέτρηση των ομιλητών. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σήμερα.
Οι αρβανίτικες ποικιλίες βρίσκονται σε διαδικασία σημαντικής υποχώρησης. Η ελληνική έχει καταστεί η κυρίαρχη γλώσσα των κοινοτήτων και οι φυσικοί ομιλητές μειώνονται. Έτσι, το ζήτημα πλέον δεν είναι μόνο πόσοι Αρβανίτες υπάρχουν, αλλά πόσο από το γλωσσικό και πολιτισμικό τους απόθεμα θα επιβιώσει.
Από τον Καστριώτη στην οθωμανική κατάκτηση
Ο 15ος αιώνας υπήρξε ο αιώνας της μεγάλης ανατροπής. Η άνοδος της οθωμανικής δύναμης άλλαξε οριστικά τον πολιτικό χάρτη των Βαλκανίων. Τα Ιωάννινα καταλήφθηκαν το 1430, η Άρτα το 1449, ενώ η Κωνσταντινούπολη έπεσε το 1453. Η αντίσταση του Γεωργίου Καστριώτη, γνωστού ως Σκεντέρμπεη, ανέκοψε για δεκαετίες την οθωμανική επέκταση στις περιοχές της σημερινής Αλβανίας, αλλά τελικά οι Οθωμανοί επικράτησαν. Η νέα πολιτική πραγματικότητα δημιούργησε καινούργια μεταναστευτικά κύματα. Πληθυσμοί εγκατέλειψαν περιοχές όπου ο πόλεμος, η φορολογία και η ανασφάλεια είχαν καταστήσει δύσκολη τη ζωή. Άλλοι μετακινήθηκαν για οικονομικούς λόγους. Άλλοι μεταφέρθηκαν ή εγκαταστάθηκαν σε νέες περιοχές στο πλαίσιο των οθωμανικών πρακτικών εποικισμού. Η Βαλκανική συνέχισε να μετακινείται.
Από την Ύδρα και τις Σπέτσες έως τον Λάλα
Στους επόμενους αιώνες, αλβανόφωνοι πληθυσμοί βρίσκονται σε πολλές περιοχές της νότιας Ελλάδας.
Η Ύδρα, οι Σπέτσες, ο Πόρος και άλλες περιοχές του Αργοσαρωνικού συνδέθηκαν με αρβανίτικες κοινότητες. Στην Πελοπόννησο, ιδιαίτερα στην Αργολίδα και την Κορινθία, δημιουργήθηκαν ισχυρές αρβανίτικες κοινότητες. Η περίπτωση του Λάλα στην Ηλεία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της πολυπλοκότητας της περιόδου. Οι πληθυσμιακές μετακινήσεις δεν ήταν μονοσήμαντες ούτε αφορούσαν αποκλειστικά χριστιανούς ή μουσουλμάνους. Η θρησκευτική ταυτότητα μπορούσε να μεταβάλλει δραστικά την κοινωνική θέση μιας κοινότητας και τις σχέσεις της με τις γειτονικές ομάδες.
Γι' αυτό είναι απαραίτητο να διαχωρίζουμε τους ορθόδοξους Αρβανίτες της νότιας Ελλάδας από τις μουσουλμανικές αλβανόφωνες ομάδες που μετακινήθηκαν σε διάφορες περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η κοινή γλώσσα δεν συνεπαγόταν κοινή πολιτική ταυτότητα.
Το μεγάλο ιστορικό παράδοξο
Η περίπτωση των Αρβανιτών αναδεικνύει ένα από τα σημαντικότερα παράδοξα της βαλκανικής ιστορίας. Μία γλώσσα μπορεί να επιβιώνει όταν η αρχική εθνική ταυτότητα που συνδέθηκε μαζί της έχει αλλάξει. Ένας πληθυσμός μπορεί να διατηρεί τοπικές παραδόσεις και γλωσσικά στοιχεία ενώ ταυτόχρονα να αποκτά μια νέα εθνική ταυτότητα. Και μία κοινότητα μπορεί να συμμετέχει ενεργά στη δημιουργία ενός κράτους που χρησιμοποιεί ως επίσημη γλώσσα μια διαφορετική γλώσσα από τη δική της. Αυτό συνέβη με τους Αρβανίτες στην Ελλάδα.
Κατά την Επανάσταση του 1821, πολλοί Αρβανίτες συμμετείχαν στις ελληνικές επαναστατικές δυνάμεις. Η αρβανίτικη καταγωγή ή γλώσσα δεν αποτέλεσε εμπόδιο στη διαμόρφωση της ελληνικής εθνικής ταυτότητας. Η διαδικασία αυτή είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα και συνεχίστηκε μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους.
Το πρόβλημα των νεότερων εθνικών αφηγήσεων
Ακριβώς εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη παγίδα της ιστορικής μελέτης. Τόσο η ελληνική όσο και η αλβανική εθνική ιστοριογραφία διαμόρφωσαν, ιδιαίτερα από τον 19ο αιώνα, αφηγήσεις που συχνά αναζητούσαν καθαρές γραμμές συνέχειας. Η μία πλευρά μπορούσε να αναζητά έναν αδιάσπαστο ελληνικό πληθυσμό από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Η άλλη μπορούσε να αναζητά την αδιάσπαστη συνέχεια ενός αλβανικού πληθυσμού από την αρχαιότητα έως τη σύγχρονη εποχή.
Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ πιο σύνθετη. Οι πληθυσμοί μετακινούνταν. Οι γλώσσες άλλαζαν. Οι θρησκευτικές ταυτότητες μετασχηματίζονταν. Οι πολιτικές εξουσίες άλλαζαν. Και οι άνθρωποι μπορούσαν να αποκτούν νέες συλλογικές ταυτότητες χωρίς να εξαφανίζεται κάθε ίχνος της προηγούμενης πολιτισμικής τους κληρονομιάς.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι σύγχρονοι ιστορικοί αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερη προσοχή τις παλαιότερες θεωρίες περί «καθαρών» εθνικών πληθυσμών.
Η περίπτωση των Τόσκηδων
Ιδιαίτερα έντονη υπήρξε η συζήτηση γύρω από τους Τόσκηδες. Παλαιότεροι Έλληνες συγγραφείς και ορισμένοι περιηγητές του 19ου αιώνα τόνισαν τις έντονες πολιτισμικές και κοινωνικές ομοιότητες μεταξύ Τόσκηδων και Ελλήνων. Άλλες προσεγγίσεις υποστήριξαν ότι οι Τόσκηδες αποτελούσαν ελληνικούς πληθυσμούς που σταδιακά υιοθέτησαν την αλβανική γλώσσα. Η θέση αυτή είναι ενδιαφέρουσα ως ιστοριογραφική υπόθεση, δεν μπορεί όμως να μετατραπεί σε γενικό και αποδεδειγμένο κανόνα για ολόκληρο τον νότιο αλβανικό χώρο. Η γλωσσική αλλαγή είναι πράγματι δυνατό να συμβεί. Η υιοθέτηση μιας γλώσσας δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά μαζική μετακίνηση πληθυσμού. Ταυτόχρονα, όμως, η πολιτισμική ομοιότητα δεν αποδεικνύει από μόνη της συγκεκριμένη βιολογική ή εθνική καταγωγή. Η σύγχρονη ιστορική έρευνα προτιμά να εξετάζει κάθε περιοχή ξεχωριστά. Και αυτό είναι ίσως το ασφαλέστερο συμπέρασμα.
Η Ήπειρος ως σταυροδρόμι
Από τη ρωμαϊκή εποχή μέχρι τους ύστερους οθωμανικούς χρόνους, η Ήπειρος υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους χώρους συνάντησης των βαλκανικών πληθυσμών. Ελληνόφωνοι, αλβανόφωνοι, βλαχόφωνοι και άλλοι πληθυσμοί συνυπήρξαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και σε διαφορετικές αναλογίες.
Η ελληνική γλώσσα και η ορθόδοξη παράδοση διατήρησαν ισχυρότατη παρουσία σε μεγάλο τμήμα της Ηπείρου. Παράλληλα, η αλβανική γλώσσα εξαπλώθηκε σε ευρύτερες περιοχές, ιδίως κατά τους ύστερους μεσαιωνικούς και οθωμανικούς χρόνους.
Η εικόνα αυτή δεν αποτελεί εξαίρεση. Είναι ο κανόνας των Βαλκανίων. Η Βαλκανική δεν υπήρξε ποτέ ένα μωσαϊκό από απολύτως χωρισμένους και αμετάβλητους λαούς. Υπήρξε ένα μωσαϊκό που συνεχώς ανασυντιθέμενο.
Τι απέμεινε από τον παλαιό κόσμο;
Σήμερα, όταν κοιτάζουμε τον χάρτη της Ελλάδας και της Αλβανίας, είναι εύκολο να θεωρήσουμε ότι τα σύνορα των κρατών αντιστοιχούν σε αρχαίες ή μεσαιωνικές εθνικές γραμμές.
Δεν ισχύει. Τα σύγχρονα σύνορα είναι προϊόν πολύ μεταγενέστερων πολιτικών εξελίξεων. Πίσω από αυτά παραμένουν παλαιότερες στρώσεις πληθυσμών, γλωσσών και πολιτισμών. Στη σημερινή Ελλάδα, οι αρβανίτικες κοινότητες εξακολουθούν να αποτελούν μέρος της ιστορικής και πολιτιστικής κληρονομιάς πολλών περιοχών της Αττικής, της Βοιωτίας, της Εύβοιας, της Πελοποννήσου, της Φθιώτιδας και των νησιών του Αργοσαρωνικού. Σε πολλά χωριά η γλώσσα έχει σχεδόν χαθεί. Οι οικογένειες όμως διατηρούν επώνυμα, τοπωνύμια, τραγούδια, έθιμα, προφορικές παραδόσεις και οικογενειακές μνήμες. Η γλωσσική υποχώρηση δεν σημαίνει υποχρεωτικά εξαφάνιση της ιστορικής μνήμης. Αλλά ούτε και η διατήρηση μιας γλώσσας αποτελεί από μόνη της απόδειξη μιας συγκεκριμένης εθνικής ταυτότητας. Αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα μαθήματα που προσφέρει η ιστορία των Αρβανιτών.
Η ιστορία δεν είναι αγώνας ιδιοκτησίας
Η μελέτη της ιστορίας της Ηπείρου και των Αρβανιτών δεν χρειάζεται να μετατρέπεται σε διαγωνισμό για το ποιος «ανήκει» σε ποιον. Η ιστορική πραγματικότητα είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα. Οι άνθρωποι που έζησαν σε αυτές τις περιοχές δεν γνώριζαν τα σημερινά εθνικά σύνορα. Δεν μπορούσαν να προβλέψουν τις εθνικές ιδεολογίες του 19ου και του 20ού αιώνα. Ζούσαν μέσα σε αυτοκρατορίες, ηγεμονίες, πόλεις, χωριά και κοινότητες. Άλλαζαν γλώσσα, θρησκεία ή πολιτική ένταξη. Μετακινούνταν. Παντρεύονταν μεταξύ διαφορετικών κοινοτήτων. Εγκαθίσταντο σε νέους τόπους. Και δημιουργούσαν νέες ταυτότητες. Ακριβώς γι' αυτό η ιστορία των Βαλκανίων είναι τόσο δύσκολο να χωρέσει σε απλές εθνικές αφηγήσεις.
Από τη Νέα Ήπειρο στους Αρβανίτες
Η μεγάλη ιστορική διαδρομή που ξεκινά από τις ρωμαϊκές επαρχίες της ύστερης αρχαιότητας και φτάνει στις αρβανίτικες κοινότητες της νεότερης Ελλάδας δεν είναι μια ευθεία γραμμή. Είναι ένα τεράστιο δίκτυο μετακινήσεων. Από τον ρωμαϊκό κόσμο της Δαλματίας και της Ηπείρου, στις ανακατατάξεις του 6ου και του 7ου αιώνα. Από τις σλαβικές εγκαταστάσεις και τις μεταβολές του βυζαντινού κόσμου, στη σταδιακή εμφάνιση των μεσαιωνικών αλβανικών κοινοτήτων. Από τις αναστατώσεις του 13ου και 14ου αιώνα στις μετακινήσεις πληθυσμών προς τη Θεσσαλία, την Αιτωλοακαρνανία και τη νότια Ελλάδα. Και από εκεί στη δημιουργία των αρβανίτικων κοινοτήτων που θα αποτελέσουν τμήμα της κοινωνικής και πολιτικής ιστορίας του ελληνικού χώρου. Η ιστορία αυτή δεν αποδεικνύει ότι όλοι οι κάτοικοι μιας περιοχής είχαν την ίδια καταγωγή. Δεν αποδεικνύει ούτε το αντίθετο. Αποδεικνύει κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: ότι η Βαλκανική υπήρξε επί αιώνες χώρος συνεχούς αλληλεπίδρασης. Και μέσα από αυτή την αλληλεπίδραση διαμορφώθηκαν οι λαοί και οι κοινότητες που γνωρίζουμε σήμερα. Οι Αρβανίτες αποτελούν ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα αυτής της ιστορικής διαδικασίας. Η γλώσσα τους μαρτυρεί μια βαθιά σχέση με τον αλβανόφωνο κόσμο. Η ιστορική τους πορεία, όμως, τους ενέταξε στον ελληνικό κοινωνικό και πολιτικό χώρο. Η ορθόδοξη παράδοση, η συμμετοχή τους στις τοπικές κοινωνίες, η παρουσία τους στην Επανάσταση του 1821 και η συμβολή τους στη συγκρότηση του νεότερου ελληνικού κράτους αποτελούν αναπόσπαστα τμήματα αυτής της ιστορίας. Και ίσως ακριβώς εδώ βρίσκεται το ουσιαστικό συμπέρασμα. Η ιστορία των Βαλκανίων δεν γράφτηκε από λαούς που έμειναν ακίνητοι μέσα στα ίδια σύνορα. Γράφτηκε από ανθρώπους που μετακινήθηκαν, αναμείχθηκαν, αφομοιώθηκαν, διατήρησαν μνήμες και δημιούργησαν νέες ταυτότητες. Η Νέα Ήπειρος, η Δαλματία, η Πραιβαλιτανία, η Δαρδανία, η Ήπειρος, η Θεσσαλία και η Πελοπόννησος υπήρξαν κρίκοι αυτής της τεράστιας ιστορικής αλυσίδας. Και όσο περισσότερο μελετά κανείς αυτή την ιστορία, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται ότι οι βεβαιότητες είναι λιγότερες από ό,τι πίστευαν οι παλαιότερες εθνικές αφηγήσεις. Αυτό όμως δεν κάνει την ιστορία φτωχότερη. Την κάνει πολύ πιο συναρπαστική. Γιατί πίσω από τα σημερινά σύνορα και τις σημερινές εθνικές ονομασίες υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που έζησε, πολέμησε, μετακινήθηκε, μίλησε διαφορετικές γλώσσες και άφησε τα ίχνη του σε ολόκληρη τη Βαλκανική. Και αυτά τα ίχνη, από τα ερείπια της αρχαίας και ρωμαϊκής Ηπείρου μέχρι τα αρβανίτικα χωριά της Αττικής, της Βοιωτίας και της Πελοποννήσου, αποτελούν κομμάτια μιας κοινής, σύνθετης και συχνά αντιφατικής βαλκανικής ιστορίας. Μιας ιστορίας που δεν ανήκει αποκλειστικά σε έναν λαό. Αλλά ανήκει σε όλους όσοι έζησαν, δημιούργησαν και άφησαν το αποτύπωμά τους σε αυτή τη γη.
Σήμερα, όταν κοιτάζουμε τον χάρτη της Ελλάδας και της Αλβανίας, είναι εύκολο να θεωρήσουμε ότι τα σύνορα των κρατών αντιστοιχούν σε αρχαίες ή μεσαιωνικές εθνικές γραμμές.
Δεν ισχύει. Τα σύγχρονα σύνορα είναι προϊόν πολύ μεταγενέστερων πολιτικών εξελίξεων. Πίσω από αυτά παραμένουν παλαιότερες στρώσεις πληθυσμών, γλωσσών και πολιτισμών. Στη σημερινή Ελλάδα, οι αρβανίτικες κοινότητες εξακολουθούν να αποτελούν μέρος της ιστορικής και πολιτιστικής κληρονομιάς πολλών περιοχών της Αττικής, της Βοιωτίας, της Εύβοιας, της Πελοποννήσου, της Φθιώτιδας και των νησιών του Αργοσαρωνικού. Σε πολλά χωριά η γλώσσα έχει σχεδόν χαθεί. Οι οικογένειες όμως διατηρούν επώνυμα, τοπωνύμια, τραγούδια, έθιμα, προφορικές παραδόσεις και οικογενειακές μνήμες. Η γλωσσική υποχώρηση δεν σημαίνει υποχρεωτικά εξαφάνιση της ιστορικής μνήμης. Αλλά ούτε και η διατήρηση μιας γλώσσας αποτελεί από μόνη της απόδειξη μιας συγκεκριμένης εθνικής ταυτότητας. Αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα μαθήματα που προσφέρει η ιστορία των Αρβανιτών.
Η ιστορία δεν είναι αγώνας ιδιοκτησίας
Η μελέτη της ιστορίας της Ηπείρου και των Αρβανιτών δεν χρειάζεται να μετατρέπεται σε διαγωνισμό για το ποιος «ανήκει» σε ποιον. Η ιστορική πραγματικότητα είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα. Οι άνθρωποι που έζησαν σε αυτές τις περιοχές δεν γνώριζαν τα σημερινά εθνικά σύνορα. Δεν μπορούσαν να προβλέψουν τις εθνικές ιδεολογίες του 19ου και του 20ού αιώνα. Ζούσαν μέσα σε αυτοκρατορίες, ηγεμονίες, πόλεις, χωριά και κοινότητες. Άλλαζαν γλώσσα, θρησκεία ή πολιτική ένταξη. Μετακινούνταν. Παντρεύονταν μεταξύ διαφορετικών κοινοτήτων. Εγκαθίσταντο σε νέους τόπους. Και δημιουργούσαν νέες ταυτότητες. Ακριβώς γι' αυτό η ιστορία των Βαλκανίων είναι τόσο δύσκολο να χωρέσει σε απλές εθνικές αφηγήσεις.
Από τη Νέα Ήπειρο στους Αρβανίτες
Η μεγάλη ιστορική διαδρομή που ξεκινά από τις ρωμαϊκές επαρχίες της ύστερης αρχαιότητας και φτάνει στις αρβανίτικες κοινότητες της νεότερης Ελλάδας δεν είναι μια ευθεία γραμμή. Είναι ένα τεράστιο δίκτυο μετακινήσεων. Από τον ρωμαϊκό κόσμο της Δαλματίας και της Ηπείρου, στις ανακατατάξεις του 6ου και του 7ου αιώνα. Από τις σλαβικές εγκαταστάσεις και τις μεταβολές του βυζαντινού κόσμου, στη σταδιακή εμφάνιση των μεσαιωνικών αλβανικών κοινοτήτων. Από τις αναστατώσεις του 13ου και 14ου αιώνα στις μετακινήσεις πληθυσμών προς τη Θεσσαλία, την Αιτωλοακαρνανία και τη νότια Ελλάδα. Και από εκεί στη δημιουργία των αρβανίτικων κοινοτήτων που θα αποτελέσουν τμήμα της κοινωνικής και πολιτικής ιστορίας του ελληνικού χώρου. Η ιστορία αυτή δεν αποδεικνύει ότι όλοι οι κάτοικοι μιας περιοχής είχαν την ίδια καταγωγή. Δεν αποδεικνύει ούτε το αντίθετο. Αποδεικνύει κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: ότι η Βαλκανική υπήρξε επί αιώνες χώρος συνεχούς αλληλεπίδρασης. Και μέσα από αυτή την αλληλεπίδραση διαμορφώθηκαν οι λαοί και οι κοινότητες που γνωρίζουμε σήμερα. Οι Αρβανίτες αποτελούν ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα αυτής της ιστορικής διαδικασίας. Η γλώσσα τους μαρτυρεί μια βαθιά σχέση με τον αλβανόφωνο κόσμο. Η ιστορική τους πορεία, όμως, τους ενέταξε στον ελληνικό κοινωνικό και πολιτικό χώρο. Η ορθόδοξη παράδοση, η συμμετοχή τους στις τοπικές κοινωνίες, η παρουσία τους στην Επανάσταση του 1821 και η συμβολή τους στη συγκρότηση του νεότερου ελληνικού κράτους αποτελούν αναπόσπαστα τμήματα αυτής της ιστορίας. Και ίσως ακριβώς εδώ βρίσκεται το ουσιαστικό συμπέρασμα. Η ιστορία των Βαλκανίων δεν γράφτηκε από λαούς που έμειναν ακίνητοι μέσα στα ίδια σύνορα. Γράφτηκε από ανθρώπους που μετακινήθηκαν, αναμείχθηκαν, αφομοιώθηκαν, διατήρησαν μνήμες και δημιούργησαν νέες ταυτότητες. Η Νέα Ήπειρος, η Δαλματία, η Πραιβαλιτανία, η Δαρδανία, η Ήπειρος, η Θεσσαλία και η Πελοπόννησος υπήρξαν κρίκοι αυτής της τεράστιας ιστορικής αλυσίδας. Και όσο περισσότερο μελετά κανείς αυτή την ιστορία, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται ότι οι βεβαιότητες είναι λιγότερες από ό,τι πίστευαν οι παλαιότερες εθνικές αφηγήσεις. Αυτό όμως δεν κάνει την ιστορία φτωχότερη. Την κάνει πολύ πιο συναρπαστική. Γιατί πίσω από τα σημερινά σύνορα και τις σημερινές εθνικές ονομασίες υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που έζησε, πολέμησε, μετακινήθηκε, μίλησε διαφορετικές γλώσσες και άφησε τα ίχνη του σε ολόκληρη τη Βαλκανική. Και αυτά τα ίχνη, από τα ερείπια της αρχαίας και ρωμαϊκής Ηπείρου μέχρι τα αρβανίτικα χωριά της Αττικής, της Βοιωτίας και της Πελοποννήσου, αποτελούν κομμάτια μιας κοινής, σύνθετης και συχνά αντιφατικής βαλκανικής ιστορίας. Μιας ιστορίας που δεν ανήκει αποκλειστικά σε έναν λαό. Αλλά ανήκει σε όλους όσοι έζησαν, δημιούργησαν και άφησαν το αποτύπωμά τους σε αυτή τη γη.
Διαβάστε ακόμη

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών