Ένα βιβλίο που αφηγείται συγκλονιστικά την τραγική ιστορία του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού υπό το απολυταρχικό καθεστώς
Εντολή του Διοικητή της 1ης Μεραρχίας του Στρατού της Αλβανίας, του διαβόητου Σεφκέτ Πέτσι, με ημερομηνία 5 Σεπτεμβρίου 1946, εκτελέστηκε την Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου, στο προαύλιο χώρο του Ιερού Ναού του Αγίου Μάμα, στο Βρυώνι ο Βασίλη Μηλιώρης – μόλις 34 ετών. Πατέρας τότε τριών παιδιών και το τέταρτο στην κοιλιά της μητέρας του, στον όγδοο μήνα της κύησης.
Ανήμερα της γιορτής του Γενεθλίου της Υπεραγίας Θεοτόκου. Αμέσως μετά απ’ τη Θεία Λειτουργία και παρουσία όλων των κατοίκων του χωριού αλλά και απ’ τα γύρω που εκκλησιάζονταν λόγω έλλειψης ιερέων.
Μάλιστα ούτε εβδομάδα απ’ την πανήγυρη του χωριού που κατά την παράδοση γίνονταν γιορτή όλων των κοινοτήτων του Βούρκου.
Πρόκειται για μια συγκλονιστική ιστορία που δεν αφορά μόνο τον Βασίλη ή την οικογένεια του. Αφορά το σύνολο του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού που υπήρξε το πρώτο και πιο τραγικό θύμα της προσπάθειας των κομουνιστών να εγκαθιδρύσουν το δικό του καθεστώς στην Αλβανία τρομοκρατώντας την κοινωνία και ειδικά τα μέλη της Ελληνικής κοινότητας ως «υπόπτους αντιλαϊκής δράσης».
Είναι ενδεικτική των μεθόδων ωστόσο διαφέρει ως προς τις διαστάσεις και τη μορφή της από όλα τα άλλα γνωστά εγκλήματα που διέπραξαν τα παρτιζάνικα τάγματα εκείνη τη σκοτεινή περίοδο 1945 – 1947.
Τον Βασίλη Μηλιώρη τον σκότωσαν στο κέντρο του χωριού του, στο μέσω του Βούρκου, ενώπιο της οικογενείας του και των συγχωριανών.
Είναι ξεκάθαρο τι αποσκοπούσε και εάν κανείς διαβάσει για τη ζωή του εθνομάρτυρα αυτού καταλαβαίνει καλύτερα ακόμη τα κίνητρα και τους λόγους των αδίστακτων συμμοριών που κατέλαβαν την εξουσία υπό τον Ενβέρ Χότζα.
Αποτελεί ένα απ’ τα καλύτερα παραδείγματα ότι οι εκτελέσεις, οι φυλακίσεις, οι εξορίες, οι εξαφανίσεις ακραιφνών Ελλήνων εκείνη την περίοδο αλλά και στη συνέχεια δεν αποτελούν ζήτημα απλά ιδεολογικής διαπάλης. Έχουν ουσιαστικό εθνικό υπόβαθρο και αποσκοπούσαν στον έλεγχο της κοινότητας των Βορειοηπειρωτών και την αποκοπή της από κάθε επικοινωνία με τον Οικουμενικό Ελληνισμό, με τις ρίζες και την ιστορίας της.
Κι εδώ είναι που η αφήγηση του γιού του Βασίλη Μηλιώρη, του Χριστόφορου, που ήταν μόλις ενάμιση χρόνο παιδάκι την ημέρα που εκτελούσαν τον μπαμπά του, διαφέρει κατά πολύ απ’ όσα στην «Ελένη» μας μεταφέρει ο Νικόλαος Γκατζογιάννης. Δεν ήταν απλά μια εκδίκηση από τους «νικητές». Τα κίνητρα ήταν ξεκάθαρα εθνικά και ενέχουν στοιχεία εθνικού μίσους.
Ο Βασίλης Μηλιώρης μαζί με άλλους νέους του χωριού του και της περιοχής είχε όχι απλά εκδηλώσει τη χαρά και την περηφάνια του κατά την νικηφόρο προέλαση του Ελληνικού Στρατού επί των Ιταλών κατακτητών. Είχε συμμετάσχει με άλλους εθελοντές σε πράξεις υποστήριξης όπως η καθοδήγηση στα δύσβατα περάσματα προς τα Ακροκεραύνια αλλά και τις μεταφορές πολεμικού υλικού στη συνέχεια. Παρά το νεαρό της ηλικίας του είχε καταστεί σε πρόσωπο που συσπείρωνε και ενέπνεε στη δύσκολη συγκυρία του πολέμου τον Ελληνισμό της περιοχής.
Μετείχε σε ομάδες που προβληματίζονταν για το τι μέλει γενέσθαι κατά τη λήξη του Β Παγκοσμίου Πολέμου και την οριστική απώλεια του οράματος των γηγενών Ελλήνων για ένωση με την Μητέρα Πατρίδα…
Το βιβλίο «Βασίλειος Μηλιώρης – Βίος και Πολιτεία ενός Πατριώτη»
Μετά από τόσα χρόνια με τρόπο ιδιαίτερα προσεγμένο ώστε αφενός να μην ανοίγει πληγές αφετέρου δε χωρίς να αφήνει καμιά λεπτομέρεια στην υπόθεση της αυθαίρετης σύλληψης κι εκτέλεσης εν τέλει του πατέρα του, ο γιος Χριστόφορος Μηλιώρης, κυκλοφόρησε το συγκλονιστικό βιβλίο στο οποίο αναφερθήκαμε.
Που αξίζει να διαβαστεί με πολύ προσοχή διότι αποτελεί ντοκουμέντο όχι για την περίπτωση ως μεμονωμένο γεγονός. Ο Χριστόφορος Μηλιώρης, ο οποίος μετά την πτώση του κομουνισμού υπήρξε εκπαιδευτικός φυσικής αγωγής συνδράμοντας ειδικά το εκπαιδευτικό έργο του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου στις περιοχές των Αγίων Σαράντα, με έντονο προβληματισμό φέρνει στις σελίδες του αφιερώματος στον πατέρα τεκμηριωμένες μαρτυρίες για την κατάσταση στους κόλπους του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού κατά την προηγηθείσα περίοδο, τα χρόνια του πολέμου και τις μεθόδους με τις οποίες επιβλήθηκε καθεστώς υποταγής στην περίοδο του καθεστώτος Χότζα. Διότι το καθεστώς Χότζα δεν αποτελεί περίπτωση κομουνιστικής εξουσίας όπως ιδεατά αντιλαμβάνονται ορισμένοι. Υπήρξε ιδιότυπο αυθεντικό καθεστώς εθνικισμού κεκαλυμμένου στο μανδύα του δήθεν σοσιαλισμού.
Ο Χριστόφορος συνεχίζει να συμβάλει ενεργά στα κοινοτικά ως μέλος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου της Ενορίας του Αγίου Χαραλάμπους στους Αγίους Σαράντα. Η μαρτυρία του είναι αυθεντική και απόρροια ενδελεχούς έρευνας…
Αξίζει να τον γνωρίσει κανείς και να μάθει και όσα στις σελίδες του βιβλίου δεν περιέχονται. Όχι διότι του λείπει η τεχνική της ιστορικής είσδυσης ή η τέχνη της φιλολογικής αφήγησης. Αλλά διότι ο ίδιος εφαρμόζοντας την αρετή της συγχώρεσης δεν θέλει να κάνει πιο οξείες τις αιχμές. Δεν θέλει να σκαλίσει τις πληγές που η ιστορία άφησε στο σώμα του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού.
Χωρίς τούτο να σημαίνει ότι δειλιάζει στην ομολογία της αλήθειας και πραγματικότητας είτε αφορά τούτο σε πρόσωπα είτε στο καθεστώς συνολικά…
Η τρελή Ραφιντέ του Ατζέμ
Οι πιο δραματικές απ’ τις 210 σελίδες του βιβλίου είναι οι 8 που περιγράφουν την ημέρα και τις συνθήκες της εκτέλεσης του Βασίλη Μηλιώρη – μάρτυρα του Ελληνισμού. Τον μετέφεραν κακοποιημένο από τους πολύμηνους βασανισμούς (τον είχαν συλλάβει στις 25 Αυγούστου 1946) στα κρατητήρια του Αργυροκάστρου, αγνώριστο. Τον πέταξαν απ’ την καρότσα ενώπιο των πιστών που μόλις είχαν απολύσει απ’ τη Θεία Λειτουργία και μάλιστα των ανήλικων παιδιών του. Που τον αναγνώρισαν εν τούτοις και θέλησαν να πάνε να τα πάρει στην πατρική αγκαλιά που θα στερούνταν για όλη τους την υπόλοιπη ζωή. Ούτε αυτά τα επέτρεψαν. Οι δήμιοι, Αγέτ Σένα και Τσερτσίζ Μπίναϊ, τον έδεσαν στον κορμό μιας γκοριτσάς στην βόρεια γωνία του περίβολου της Εκκλησίας και αμέσως το πενταμελές απόσπασμα πυροβόλησε και τον εκτέλεσε.
Ζούσε στο χωριό μια τσιγκάνα με τη μητέρα της και την θεωρούσαν όλοι παλαβή. Εκείνη τόλμησε και καθώς τους τα έλεγε και στα Αλβανικά εξόργισε τους δήμιους: «Έλεος, έλεος, τι τον καταντήσατε έτσι, δεν είχατε λίγο κρίμα. Που ανάθεμα σας!».
Αφηγείται ο Χριστόφορος τις στιγμές αμέσως μετά την εκτέλεση: «… Εν τω μεταξύ τα δύο αγγελούδια, ο Ανδρέας και ο Μιχάλης, πιασμένα χέρι – χέρι, πέρασαν ανάμεσα απ’ τα πόδια των όρθιων αντρών και στάθηκαν πίσω από τους καθιστούς που δεν άφηναν ούτε εκατοστό χώρο να περάσουν πιο κοντά. Μα κανείς δεν τολμούσε να τους ρίξει έστω μια ματιά ελεημοσύνης, αλλά ούτε κανείς να τα καθησύχαζε που έκλαιγαν και φώναζαν συνέχεια «Ωωω πατέρας μας!».
Όλοι είχαν χάσει την όραση και την ακοή τους, όλοι είχαν γίνει πέτρινα αγάλματα, χωρίς αίμα και αισθήσεις, είχαν παραλύσει εντελώς…».
Διαβάστε ακόμη
👉Ακολουθήστε μας στο twitter

.png)

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών