Υπάρχει μια στιγμή στην πορεία κάθε δημοκρατίας όπου η εξουσία αρχίζει να ακούει μόνο τον εαυτό της. Είναι η στιγμή που οι αριθμοί γίνονται πιο σημαντικοί από τους ανθρώπους, οι δημοσκοπήσεις υποκαθιστούν την πραγματική επαφή με την κοινωνία και η επικοινωνία υπερισχύει της πολιτικής ουσίας.
Εκεί αρχίζει η φθορά.
Η πολιτική έχει την τάση να επαναλαμβάνει το ίδιο λάθος. Μια κυβέρνηση που κερδίζει συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις συχνά θεωρεί ότι η λαϊκή εντολή της εξασφαλίζει χρόνο και ανοχή μέχρι τις επόμενες κάλπες. Μια αντιπολίτευση που γνωρίζει διαδοχικές ήττες καταλήγει να πιστεύει ότι αρκεί να περιμένει την κυβερνητική φθορά, χωρίς να αναρωτιέται γιατί η ίδια δεν πείθει.
Και οι δύο λησμονούν κάτι θεμελιώδες: η δημοκρατία δεν λειτουργεί με αυτόματο πιλότο.
Η εμπιστοσύνη των πολιτών δεν ανανεώνεται κάθε τέσσερα χρόνια. Ανανεώνεται καθημερινά. Στη στάση του κράτους απέναντι στον πολίτη. Στη λειτουργία των θεσμών. Στην αίσθηση ότι κάποιος ακούει πριν αποφασίσει.
Οι πολίτες δεν αξιολογούν την πολιτική μόνο μέσα από τους δείκτες ανάπτυξης ή τις κυβερνητικές ανακοινώσεις. Την αξιολογούν μέσα από την καθημερινότητά τους. Από το κόστος ζωής, τη δυσκολία εύρεσης αξιοπρεπούς εργασίας, την ποιότητα της δημόσιας υγείας και της εκπαίδευσης, την ασφάλεια, τη λειτουργία της Δικαιοσύνης και τις ευκαιρίες που έχουν τα παιδιά τους να παραμείνουν και να δημιουργήσουν στην Ελλάδα.
Όταν αυτή η καθημερινότητα αγνοείται, δημιουργείται ένα επικίνδυνο κενό ανάμεσα στην πολιτική και την κοινωνία.
Η ελληνική ιστορία προσφέρει αρκετά παραδείγματα.
Η οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας δεν ξέσπασε ξαφνικά. Είχαν προηγηθεί χρόνια κατά τα οποία προειδοποιήσεις αγνοήθηκαν, προβλήματα μετατέθηκαν στο μέλλον και η κοινωνική δυσαρέσκεια αντιμετωπίστηκε ως παροδικό φαινόμενο. Όταν η πραγματικότητα επέβαλε τους δικούς της κανόνες, η εμπιστοσύνη προς το πολιτικό σύστημα κατέρρευσε.
Τα τελευταία χρόνια, οι μεγάλες κοινωνικές αντιδράσεις για ζητήματα όπως η ακρίβεια, οι φυσικές καταστροφές, η λειτουργία του κράτους ή το πολύνεκρο δυστύχημα στα Τέμπη ανέδειξαν ένα κοινό χαρακτηριστικό: πολλοί πολίτες αισθάνθηκαν ότι δεν εισακούστηκαν έγκαιρα. Οι κοινωνίες δεν εξοργίζονται μόνο από τα γεγονότα. Εξοργίζονται όταν πιστεύουν ότι κανείς δεν αναλαμβάνει πραγματικά την ευθύνη ή δεν ακούει τις ανησυχίες τους.
Το ίδιο μοτίβο συναντάμε και διεθνώς.
Το Brexit αποκάλυψε το χάσμα ανάμεσα στις πολιτικές ελίτ και σε μεγάλο μέρος της βρετανικής κοινωνίας. Η εκλογή του Donald Trump το 2016 έδειξε ότι εκατομμύρια πολίτες θεωρούσαν πως είχαν πάψει να εκπροσωπούνται. Στη Γαλλία, τα «Κίτρινα Γιλέκα» δεν κινητοποιήθηκαν μόνο για την αύξηση των καυσίμων, αλλά επειδή ένιωθαν αποκλεισμένα από τη λήψη αποφάσεων. Στη Σρι Λάνκα, η αγνόηση των προειδοποιήσεων για την οικονομική κρίση οδήγησε τελικά σε γενικευμένη κοινωνική έκρηξη.
Το δίδαγμα είναι κοινό.
Οι πολίτες δεν βγαίνουν στους δρόμους επειδή το επιθυμούν. Βγαίνουν όταν αισθάνονται ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος να ακουστούν.
Στην Ελλάδα, η πολιτική αντιπαράθεση γίνεται ολοένα πιο τοξική. Η κριτική συχνά εκλαμβάνεται ως εχθρική ενέργεια και κάθε διαμαρτυρία ερμηνεύεται μέσα από κομματικούς συσχετισμούς. Έτσι, όμως, χάνεται το ουσιαστικό μήνυμα.
Η δημοκρατία δεν φοβάται την κριτική. Αντίθετα, τρέφεται από αυτήν.
Η κυβέρνηση οφείλει να θυμάται ότι η κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν αποτελεί λευκή επιταγή για να αγνοεί τις κοινωνικές ανησυχίες. Η αντιπολίτευση οφείλει να κατανοήσει ότι η καταγγελία από μόνη της δεν αρκεί· χρειάζεται πειστικές προτάσεις και ουσιαστική επαφή με την κοινωνία. Και οι θεσμοί οφείλουν καθημερινά να αποδεικνύουν ότι λειτουργούν υπέρ του δημόσιου συμφέροντος και όχι υπέρ των εκάστοτε πολιτικών ισορροπιών.
Υπάρχει ένα όριο που καμία δημοκρατία δεν πρέπει να ξεπεράσει: η στιγμή που οι πολίτες πείθονται ότι η φωνή τους δεν έχει πλέον καμία αξία.
Από εκεί και πέρα, η κρίση δεν είναι μόνο πολιτική. Είναι κρίση εμπιστοσύνης.
Και όταν χάνεται η εμπιστοσύνη, αποδυναμώνονται οι θεσμοί. Όταν αποδυναμώνονται οι θεσμοί, δεν υπάρχουν νικητές.
Ούτε η κυβέρνηση. Ούτε η αντιπολίτευση. Ούτε η ίδια η δημοκρατία.
Η πολιτική δεν χρειάζεται περισσότερα συνθήματα. Χρειάζεται περισσότερη ακρόαση.
Λιγότερη αλαζονεία και περισσότερη ταπεινότητα.
Λιγότερη επικοινωνία και περισσότερη ουσία.
Οι πολίτες δεν ζητούν θαύματα. Γνωρίζουν ότι τα προβλήματα δεν λύνονται από τη μία ημέρα στην άλλη. Ζητούν όμως κάτι απολύτως αυτονόητο: να ακούγονται, να αντιμετωπίζονται με σεβασμό και να αισθάνονται ότι συμμετέχουν ουσιαστικά στη δημοκρατική διαδικασία.
Η ιστορία έχει αποδείξει ότι οι κυβερνήσεις δεν καταρρέουν επειδή οι πολίτες μιλούν. Καταρρέουν όταν σταματούν να τους ακούνε.
Και η ιστορία, αργά ή γρήγορα, επιβεβαιώνει πάντα αυτή την αλήθεια.
Εκεί αρχίζει η φθορά.
Η πολιτική έχει την τάση να επαναλαμβάνει το ίδιο λάθος. Μια κυβέρνηση που κερδίζει συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις συχνά θεωρεί ότι η λαϊκή εντολή της εξασφαλίζει χρόνο και ανοχή μέχρι τις επόμενες κάλπες. Μια αντιπολίτευση που γνωρίζει διαδοχικές ήττες καταλήγει να πιστεύει ότι αρκεί να περιμένει την κυβερνητική φθορά, χωρίς να αναρωτιέται γιατί η ίδια δεν πείθει.
Και οι δύο λησμονούν κάτι θεμελιώδες: η δημοκρατία δεν λειτουργεί με αυτόματο πιλότο.
Η εμπιστοσύνη των πολιτών δεν ανανεώνεται κάθε τέσσερα χρόνια. Ανανεώνεται καθημερινά. Στη στάση του κράτους απέναντι στον πολίτη. Στη λειτουργία των θεσμών. Στην αίσθηση ότι κάποιος ακούει πριν αποφασίσει.
Οι πολίτες δεν αξιολογούν την πολιτική μόνο μέσα από τους δείκτες ανάπτυξης ή τις κυβερνητικές ανακοινώσεις. Την αξιολογούν μέσα από την καθημερινότητά τους. Από το κόστος ζωής, τη δυσκολία εύρεσης αξιοπρεπούς εργασίας, την ποιότητα της δημόσιας υγείας και της εκπαίδευσης, την ασφάλεια, τη λειτουργία της Δικαιοσύνης και τις ευκαιρίες που έχουν τα παιδιά τους να παραμείνουν και να δημιουργήσουν στην Ελλάδα.
Όταν αυτή η καθημερινότητα αγνοείται, δημιουργείται ένα επικίνδυνο κενό ανάμεσα στην πολιτική και την κοινωνία.
Η ελληνική ιστορία προσφέρει αρκετά παραδείγματα.
Η οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας δεν ξέσπασε ξαφνικά. Είχαν προηγηθεί χρόνια κατά τα οποία προειδοποιήσεις αγνοήθηκαν, προβλήματα μετατέθηκαν στο μέλλον και η κοινωνική δυσαρέσκεια αντιμετωπίστηκε ως παροδικό φαινόμενο. Όταν η πραγματικότητα επέβαλε τους δικούς της κανόνες, η εμπιστοσύνη προς το πολιτικό σύστημα κατέρρευσε.
Τα τελευταία χρόνια, οι μεγάλες κοινωνικές αντιδράσεις για ζητήματα όπως η ακρίβεια, οι φυσικές καταστροφές, η λειτουργία του κράτους ή το πολύνεκρο δυστύχημα στα Τέμπη ανέδειξαν ένα κοινό χαρακτηριστικό: πολλοί πολίτες αισθάνθηκαν ότι δεν εισακούστηκαν έγκαιρα. Οι κοινωνίες δεν εξοργίζονται μόνο από τα γεγονότα. Εξοργίζονται όταν πιστεύουν ότι κανείς δεν αναλαμβάνει πραγματικά την ευθύνη ή δεν ακούει τις ανησυχίες τους.
Το ίδιο μοτίβο συναντάμε και διεθνώς.
Το Brexit αποκάλυψε το χάσμα ανάμεσα στις πολιτικές ελίτ και σε μεγάλο μέρος της βρετανικής κοινωνίας. Η εκλογή του Donald Trump το 2016 έδειξε ότι εκατομμύρια πολίτες θεωρούσαν πως είχαν πάψει να εκπροσωπούνται. Στη Γαλλία, τα «Κίτρινα Γιλέκα» δεν κινητοποιήθηκαν μόνο για την αύξηση των καυσίμων, αλλά επειδή ένιωθαν αποκλεισμένα από τη λήψη αποφάσεων. Στη Σρι Λάνκα, η αγνόηση των προειδοποιήσεων για την οικονομική κρίση οδήγησε τελικά σε γενικευμένη κοινωνική έκρηξη.
Το δίδαγμα είναι κοινό.
Οι πολίτες δεν βγαίνουν στους δρόμους επειδή το επιθυμούν. Βγαίνουν όταν αισθάνονται ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος να ακουστούν.
Στην Ελλάδα, η πολιτική αντιπαράθεση γίνεται ολοένα πιο τοξική. Η κριτική συχνά εκλαμβάνεται ως εχθρική ενέργεια και κάθε διαμαρτυρία ερμηνεύεται μέσα από κομματικούς συσχετισμούς. Έτσι, όμως, χάνεται το ουσιαστικό μήνυμα.
Η δημοκρατία δεν φοβάται την κριτική. Αντίθετα, τρέφεται από αυτήν.
Η κυβέρνηση οφείλει να θυμάται ότι η κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν αποτελεί λευκή επιταγή για να αγνοεί τις κοινωνικές ανησυχίες. Η αντιπολίτευση οφείλει να κατανοήσει ότι η καταγγελία από μόνη της δεν αρκεί· χρειάζεται πειστικές προτάσεις και ουσιαστική επαφή με την κοινωνία. Και οι θεσμοί οφείλουν καθημερινά να αποδεικνύουν ότι λειτουργούν υπέρ του δημόσιου συμφέροντος και όχι υπέρ των εκάστοτε πολιτικών ισορροπιών.
Υπάρχει ένα όριο που καμία δημοκρατία δεν πρέπει να ξεπεράσει: η στιγμή που οι πολίτες πείθονται ότι η φωνή τους δεν έχει πλέον καμία αξία.
Από εκεί και πέρα, η κρίση δεν είναι μόνο πολιτική. Είναι κρίση εμπιστοσύνης.
Και όταν χάνεται η εμπιστοσύνη, αποδυναμώνονται οι θεσμοί. Όταν αποδυναμώνονται οι θεσμοί, δεν υπάρχουν νικητές.
Ούτε η κυβέρνηση. Ούτε η αντιπολίτευση. Ούτε η ίδια η δημοκρατία.
Η πολιτική δεν χρειάζεται περισσότερα συνθήματα. Χρειάζεται περισσότερη ακρόαση.
Λιγότερη αλαζονεία και περισσότερη ταπεινότητα.
Λιγότερη επικοινωνία και περισσότερη ουσία.
Οι πολίτες δεν ζητούν θαύματα. Γνωρίζουν ότι τα προβλήματα δεν λύνονται από τη μία ημέρα στην άλλη. Ζητούν όμως κάτι απολύτως αυτονόητο: να ακούγονται, να αντιμετωπίζονται με σεβασμό και να αισθάνονται ότι συμμετέχουν ουσιαστικά στη δημοκρατική διαδικασία.
Η ιστορία έχει αποδείξει ότι οι κυβερνήσεις δεν καταρρέουν επειδή οι πολίτες μιλούν. Καταρρέουν όταν σταματούν να τους ακούνε.
Και η ιστορία, αργά ή γρήγορα, επιβεβαιώνει πάντα αυτή την αλήθεια.
Διαβάστε ακόμη

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών