Η ιστορική πορεία της λέξης «βάρβαρος» από την αρχαιότητα έως τον ύστερο ρωμαϊκό κόσμο

Η λέξη «βάρβαρος» είναι μία από τις πιο φορτισμένες ιστορικά λέξεις της ελληνικής γλώσσας. Η χρήση της απλώνεται σε περισσότερους από δυόμισι χιλιάδες χρόνους, ενώ η σημασία της μεταβλήθηκε αρκετές φορές, ακολουθώντας τις κοινωνικές και πολιτικές μεταμορφώσεις του ελληνικού και ρωμαϊκού κόσμου. Από την αρχική της έννοια, που αφορούσε τον «αλλόγλωσσο», κατέληξε να δηλώνει τον «απολίτιστο, σκληρό, απάνθρωπο», και αυτή η σημασιολογική εξέλιξη διασώθηκε σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες.

Οι πρώτες αναφορές – Ο ήχος του «βαρ-βαρ»
Η λέξη «βάρβαρος» φαίνεται πως εισέρχεται για πρώτη φορά στη λογοτεχνία με τον ποιητή Αλκμάν, ο οποίος έζησε και έδρασε τον 7ο αιώνα π.Χ. στη Σπάρτη. Η ετυμολογία της θεωρείται ηχομιμητική: «βαρ-βαρ» απέδιδε το ακατανόητο, θορυβώδες άκουσμα της ξένης γλώσσας, όπως το αντιλαμβάνονταν οι Έλληνες. Ουσιαστικά, «βάρβαρος» ήταν εκείνος που μιλούσε μια γλώσσα ξένη και ακατάληπτη· άρα, στην πρώτη της φάση, η λέξη δεν είχε αρνητικό φορτίο, αλλά καθαρά περιγραφικό χαρακτήρα.
Ήδη στην Ιλιάδα του Ομήρου απαντά ο όρος «βαρβαρόφωνος» (Β 867), που αναφέρεται στους Κάρες, κατοίκους της Μικράς Ασίας: «Νάστης αυ Καρών ηγήσατο βαρβαροφώνων». Εδώ φαίνεται ξεκάθαρα ότι το επίθετο αφορά τη γλωσσική διαφορετικότητα, όχι τον πολιτισμό ή τα ήθη.

Η έννοια του «Έλληνα» και του «μη Έλληνα»
Καθώς οι Έλληνες σταδιακά συγκροτούν την ταυτότητά τους, η διάκριση μεταξύ «Έλληνα» και «μη Έλληνα» αποκτά πιο σαφή όρια. Από τον 7ο π.Χ. αιώνα και μετά, αρχίζει να χρησιμοποιείται ο όρος «Πανέλληνες» για να εκφράσει την ενότητα των ελληνικών φύλων. Έτσι, όσοι βρίσκονταν εκτός αυτής της κοινότητας χαρακτηρίζονταν «βάρβαροι». Ωστόσο, ακόμα μέχρι τον 6ο αιώνα, η διάκριση δεν εμπεριείχε απαραίτητα ηθική ή πολιτική αξιολόγηση.
Ο Θουκυδίδης μάλιστα, αναλύοντας τη χρήση των όρων στον Όμηρο, σημειώνει ότι ο ποιητής δεν κάνει λόγο για «Έλληνες» και «βαρβάρους», επειδή στην εποχή εκείνη δεν είχε διαμορφωθεί ένα τέτοιο κοινό αντιθετικό σχήμα. Ούτε οι Έλληνες είχαν πλήρως συγκροτηθεί σε ενιαία ταυτότητα, ούτε οι υπόλοιποι λαοί προσδιορίζονταν συλλογικά ως αντίπαλοι.

Οι Περσικοί Πόλεμοι και η πολιτική διάσταση
Η μεγάλη τομή στη σημασία του όρου «βάρβαρος» έρχεται με τους Περσικούς Πολέμους (490–479 π.Χ.). Μέχρι τότε, ο όρος δήλωνε κυρίως τον «αλλόγλωσσο». Μετά όμως τη σύγκρουση με τους Πέρσες, η λέξη αρχίζει να φορτίζεται με πολιτικό και ηθικό περιεχόμενο. Η νίκη των Ελλήνων στις μάχες του Μαραθώνα, της Σαλαμίνας και των Πλαταιών ενίσχυσε το αίσθημα υπεροχής και την αυτοσυνείδηση των Ελλήνων ως φορέων ελευθερίας και μέτρου, σε αντίθεση με τους «βαρβάρους» Πέρσες, που συνδέονταν με την πολυτέλεια, την αμετρία και την τυραννία.
Ο Αισχύλος, στην τραγωδία Πέρσες, αντιπαραβάλλει την ελληνική «ελευθερία» και «αρμονία» με τη βαρβαρική «δουλοφροσύνη» και «χλιδή». Έτσι, ο όρος «βάρβαρος» καθίσταται πλέον σύμβολο πολιτισμικής αντίθεσης: Έλληνες ελεύθεροι και μετρημένοι· βάρβαροι δούλοι και υπερβολικοί.

Η κλασική εποχή: από τη γλώσσα στα ήθη
Στην τραγωδία του Αισχύλου Αγαμέμνων, η Κλυταιμνήστρα μιλά για την «βάρβαρη» γλώσσα της Κασσάνδρας, υπογραμμίζοντας την ξενικότητα της κόρης του Πρίαμου. Ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης επίσης χρησιμοποιούν τον όρο για να καταδείξουν όχι μόνο τη γλωσσική αλλά και την ηθική απόσταση των ξένων από τους Έλληνες. Ο Αριστοφάνης, με τον δικό του σατιρικό τρόπο, κάνει λόγο για «βαρβαρικά πουλιά» που χρειάζονται να μάθουν ελληνικά.
Ο Ηρόδοτος, που έζησε τον 5ο αιώνα π.Χ., παρέχει πλήθος πληροφοριών για τους βαρβάρους, συχνά όμως με διττή στάση: από τη μία αναγνωρίζει έθιμα και παραδόσεις τους, από την άλλη τους χαρακτηρίζει «ατάσθαλους», δηλαδή επιρρεπείς στην ύβρη και στην ανηθικότητα.

Ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης
Οι δύο μεγάλοι φιλόσοφοι της κλασικής εποχής ασχολήθηκαν με το ζήτημα της διάκρισης Ελλήνων και βαρβάρων. Ο Πλάτωνας, στους Νόμους και αλλού, θεωρεί τους Έλληνες συγγενείς μεταξύ τους, ενώ τους βαρβάρους «ξένους και αλλότριους». Για εκείνον, ο πόλεμος των Ελλήνων εναντίον των βαρβάρων είναι ο κατεξοχήν «πόλεμος», σε αντίθεση με τις εμφύλιες συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων.
Ο Αριστοτέλης προχωρά ακόμη περισσότερο, θεωρώντας τους βαρβάρους «δουλικότερους» των Ελλήνων. Στα Πολιτικά (1252b9) σημειώνει πως «βάρβαρον και δοῦλον ταὐτό φύσει», δηλαδή ότι η φύση των βαρβάρων ταυτίζεται με τη δουλεία. Αυτή η θέση, αν και σήμερα ακούγεται έντονα προβληματική, πρέπει να κατανοηθεί στο πλαίσιο της εποχής, όπου η ελευθερία θεωρούνταν αποκλειστικό γνώρισμα του πολίτη μιας ελληνικής πόλης-κράτους.

Απόφθεγμα και παράδοση: «Πας μη Έλλην βάρβαρος»
Η αντίληψη αυτή συμπυκνώθηκε στη γνωστή ρήση «πας μη Έλλην βάρβαρος». Δεν πρόκειται απαραίτητα για ρατσιστική φράση με τη σύγχρονη έννοια, αλλά για έκφραση της πεποίθησης ότι η πολιτική ελευθερία και η παιδεία ήταν αποκλειστικά χαρακτηριστικά του ελληνικού κόσμου. Στους βαρβάρους αποδιδόταν δουλοφροσύνη, αμάθεια, κακία ή δειλία, όπως φαίνεται σε έργα του Ισοκράτη, του Ευριπίδη, αλλά και άλλων συγγραφέων της κλασικής εποχής.

Η ρωμαϊκή πρόσληψη
Με την κατάκτηση της Ελλάδας από τους Ρωμαίους το 146 π.Χ., η λέξη «βάρβαρος» περνά στη λατινική ως barbarus. Οι Ρωμαίοι, που θαυμάζουν και υιοθετούν σε μεγάλο βαθμό τον ελληνικό πολιτισμό, συνεχίζουν να χρησιμοποιούν τον όρο για να χαρακτηρίσουν τους λαούς εκτός του ελληνορωμαϊκού κόσμου. Στα λατινικά, ο όρος αποκτά εντονότερη αρνητική φόρτιση, δηλώνοντας πλέον όχι μόνο τον ξένο αλλά και τον απολίτιστο.
Από τη λατινική μορφή barbarus προήλθαν οι αντίστοιχες λέξεις σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες: barbare στα γαλλικά, Barbar στα γερμανικά, barbarous στα αγγλικά. Όλες αυτές οι μορφές διατήρησαν τον αρνητικό χαρακτήρα της λέξης.

Η λέξη «βάρβαρος» στην Αγία Γραφή
Στην ελληνική μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης (των Εβδομήκοντα) και στην Καινή Διαθήκη, η λέξη «βάρβαρος» εμφανίζεται αρκετές φορές. Στις Πράξεις των Αποστόλων (28,2) οι κάτοικοι της Μελίτης (Μάλτας) αποκαλούνται «βάρβαροι», επειδή θεωρήθηκαν αφιλόξενοι. Ο Απόστολος Παύλος, στην Α΄ προς Κορινθίους (14,11), χρησιμοποιεί τον όρο για να περιγράψει εκείνον που μιλά ακατανόητη γλώσσα. Στην προς Ρωμαίους επιστολή (1,14) διακρίνει μεταξύ «Ελλήνων και βαρβάρων», δείχνοντας πως ο όρος είχε πλέον καθιερωθεί για να δηλώσει τους μη ελληνόφωνους.

Οι βάρβαροι του 5ου μ.Χ. αιώνα
Καθώς η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δέχεται ισχυρές πιέσεις από εξωτερικούς λαούς, ο όρος «βάρβαροι» αποκτά νέα επικαιρότητα. Γότθοι, Βάνδαλοι, Ούννοι και άλλοι λαοί που κινούνται προς τα σύνορα της αυτοκρατορίας χαρακτηρίζονται συλλογικά «βάρβαροι». Εδώ η σημασία έχει ήδη μεταβληθεί: δεν αφορά μόνο τη γλώσσα ή την πολιτική οργάνωση, αλλά δηλώνει και τον σκληρό, απειλητικό, καταστροφικό ξένο που εισβάλλει στον πολιτισμένο κόσμο.

Συμπέρασμα
Η πορεία της λέξης «βάρβαρος» αποτυπώνει με μοναδικό τρόπο την εξέλιξη της ελληνικής και ρωμαϊκής αυτοσυνείδησης. Από απλή περιγραφή του «αλλόγλωσσου» στον Όμηρο και τον Αλκμάν, έγινε σύμβολο πολιτισμικής και ηθικής κατωτερότητας μετά τους Περσικούς Πολέμους, για να καταλήξει στην ύστερη αρχαιότητα να σημαίνει τον εχθρό του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού, τον «σκληρό και απάνθρωπο». Η λέξη ταξίδεψε στις ευρωπαϊκές γλώσσες, όπου διατήρησε την αρνητική της σημασία, και φτάνει ως σήμερα φορτισμένη με μνήμες συγκρούσεων, πολιτισμικών διαφορών και στερεοτύπων.
Η ιστορική αυτή διαδρομή μάς διδάσκει ότι οι λέξεις δεν είναι στατικές. Αντίθετα, μεταβάλλονται και προσαρμόζονται ανάλογα με τα βιώματα, τις συγκρούσεις και τις αντιλήψεις των κοινωνιών που τις χρησιμοποιούν. Η λέξη «βάρβαρος» αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας έννοιας που γεννήθηκε από τον ήχο μιας άγνωστης γλώσσας και κατέληξε να εκφράζει μια βαθιά πολιτισμική και ιδεολογική διαχωριστική γραμμή.

Διαβάστε ακόμη

Σχόλια